Ελληνική θρησκεία

  • Αρχαια Σοφια

    Περί γραμμάτων και αριθμών

    ἓν κράτος, εἷς δαίμων γένετο, μέγας οὐρανὸν αἴθων, ἓν δὲ τὰ πάντα τέτυκται, ἐν ᾧ τάδε πάντα κυκλεῖται, πῦρ καὶ ὕδωρ καὶ γαῖα

  • Καβειρια μυστηρια

    Τα καβείρια μυστήρια μαζί με τα κρητομινωικά, τα διονυσιακά-ορφικά και ελευσίνια, είναι τα κυριότερα μυστήρια στην Αρχαία Ελλάδα.

  • Ορφέας, Ορφικά και Θράκη

    Πώς αναταράσσονται μέσα στο απέραντο σύμπαν, πώς στριφογυρίζουν και αλληλοζητούνται αυτές οι αμέτρητες ψυχές που αναβρύζουν απ’ τη μεγάλη ψυχή του κόσμου! Πέφτουν από πλανήτη σε πλανήτη και κλαίνε μέσα στην άβυσσο την ξεχασμένη πατρίδα. Είναι τα δάκρυά σου Διόνυσε.... Ω μεγάλο Πνεύμα, ώ Θείε Λυτρωτή, ξαναπάρε τις κόρες σου στον φωτεινό σου κόλπο.

    Όρφικό απόσπασμα

    Η Θράκη κατά τη μυθολογία είναι μια περιοχή πολύ ευρύτερη από το γνωστό γεωγραφικό χώρο. Για τους Έλληνες του νότου η Θράκη ήταν ο τόπος που γεννήθηκε και κατοικούσε ένας από τον δώδεκα θεούς ο Άρης ο τρομερός θεός του πολέμου. Απόγονοι του Άρη υπήρξαν οι βασιλιάδες της Θράκης Τηρέας, Λυκούργος και Διομήδης. Από την Θράκη ωστόσο κατάγονται ο Ορφέας, ο Μουσαίος, ο Εύμολπος, η Καλλιόπη, η Ευτέρπη και η Τερψιχόρη, πρόσωπα τα οποία δημιουργούν την κορωνίδα της μουσικής τέχνης το ανυπέρβλητο κάλλος των ποιημάτων και ασμάτων που ξεπερνά το ανθρώπινο γίνεται θετικό και έχει μαγικές ικανότητες που ημερεύει πλέον κάθε τι το άγριο.

    Μέσα στα Ιερά του Απόλλωνα, μια μυστηριώδη γιορτή γινόταν στην εαρινή Ισημερία. Ήταν η γέννηση του Ορφέα, γιου του Οιάγρου και της μούσας Καλλιόπης, που γεννήθηκε στην Πίμπλεια, μια κωμόπολη πλησίον της πόλης Δίον, στην Πιερία περίπου την 13η χιλιετία πΧ. Ο Ορφέας, το όνομά του προέρχεται από τη ρίζα ερεφ- ή ρεφ- που σημαίνει το σκότος της νύχτας, έλαβε μέρος στην Αργοναυτική Εκστρατεία, είχε άμεση σχέση με τους Καβείρους από τους οποίους επηρεάστηκε και μυήθηκε.

    Ο Ορφέας έγινε το έμψυχο πνεύμα της Ιερής Ελλάδας, αφύπνισε τη Θεία ψυχή. Η επτάχορδη λύρα του αγκαλιάζει όλο το σύμπαν. Φημισμένος ιδιαίτερα για την επίδοση του στο άσμα ο Ορφέας μαγεύει τα πουλιά που γοητευμένα πετούν γύρω του, τα ψάρια πετούν έξω από το νερό για να τον ακούσουν και τα άγρια ζώα μαζεύονται γύρω του να τον ακούσουν. Εκτός από αοιδός ο Ορφέας ήταν ο μέγας κιθαρωδός με έμβλημά του τη λύρα στην οποία πρόσθεσε δύο ακόμα χορδές από τις πέντε που είχε πρώτα. Ο Ορφέας θεωρείται πως μαζί με τον Πυθαγόρα είναι οι μέγιστοι Μάγοι της Ελλάδας. Αναφέρεται ως ιδρυτής μυστηρίων και ιερών τελετών (Ορφικά μυστήρια) που θεωρήθηκαν ως αίρεση, στην εκστασιακή Διονυσιακή λατρεία. Οι τελετές των Ορφικών λάμβαναν μέρος την νύκτα. Η ουσία των Μυστηρίων είναι η μετάβαση από το σκότος στο φως με διάφορους αλληγορικούς και συμβολικούς τρόπους. Στο άδυτο του ναού ο Ιεροφάντης άναβε την τελετουργική Πυρά από μία συνεχώς καίουσα Ιερά Πηγή και εμφανιζόταν μπροστά στους μυημένους. Οι ναοί των Ορφικών είτε ήταν κτιστοί, είτε απλά σπήλαια. Οι Ορφικοί Ύμνοι των τελετών είναι πανάρχαιοι και ανάγονται στην 11η χιλιετία π.Χ. Εξυμνούν διάφορες θεότητες και περιγράφουν στοιχεία της Ορφικής Κοσμολογίας, για τη γένεση του Σύμπαντος, την θεωρία του Κοσμικού Ωού, την πίστη στην Συμπαντική Αρμονία, την αναφορά στο Ζωδιακό Κύκλο, την αστρονομία, τις Ισημερίες και τα Ηλιοστάσια. Η Αρχαία Ελληνική Θεολογία προήλθε από τους Ορφικούς και επηρέασε τόσο τον Πυθαγόρα όσο και τον Πλάτωνα, ο οποίος μάλιστα στον αποκαλεί «Θεολόγο».

     Ο Ορφέας, ο ξανθομάλλης Δωριεύς με τα βαθυγάλανα μάτια, μίλησε για το αρχικό Ύδωρ και την ύλη από την οποία σχηματίστηκε η Γη. Για την απόρρητη φύση της αρχεγόνου ύλης, δεν μίλησε, για την Άρρητη Αρχή δεν ανέφερε τίποτα.
    Από αυτά δημιουργείται μια νέα αρχή, ο Χρόνος που δεν είναι υλικό στοιχείο, αλλά μια νέα προκοσμική κατάσταση ενοποίησης των πάντων και μία νέα δημιουργική αρχή, από όπου προκύπτει ο Αιθέρας και το Χάος. Μέσα στο Χάος από τον Χρόνο και τον Αιθέρα προήλθε το Κοσμογονικό Ωόν από το οποίο εμφανίζεται ο Θεός Φάνης.

    Η αριθμολογική αξία του ονόματος Φάνης είναι 759, πολλαπλάσιο 69*11.
    Από τον Φάνητα προέρχεται η Νυξ, που σημειοδοτεί μια περίοδο σκότους που ακολούθησε αυτή του θεϊκού φωτός. Εκ της Νυκτός προήλθαν η Γαία και ο Ουρανός και εκ τούτου ο Ωκεανός και η Τηθύς και μετά γεννήθηκαν όλα τα όντα, όπως οι Μοίρες, οι Εκατόγχειρες, οι Κύκλωπες και οι Τιτάνες κλπ, όπως αναφέρεται στη Θεογονία του Ησίοδου.

    Η θεολογική μορφή της διδασκαλίας του Ορφέα διαμορφώνει διαδοχικές καταστάσεις διαχωρισμού και ενοποιήσης, μιας η δυο αρχών. Η κάθε αρχή μαζί με τις προηγούμενες η ακολούθως με τις δύο επόμενες, σχημάτιζαν δημιουργικές τριάδες αρχών, οι ενέργειες των οποίων αναπτύσσονταν λεπτομερώς μέσα στο όλο σύστημα.
    Ο Ερμείας κάνει αναφορά στην εξέλιξη, πως με την εμφάνιση του Ζηνός όλες οι διεργασίες αναφέρονται σε θεϊκά επίπεδα. Λέγει λοιπόν, στο «Των εις τον Πλάτωνος Φαίδρον Σχολίων», στη σελίδα 138, γραμμή 11 – σελίδα 139 γραμμή 8: « Επειδή ο αριθμός 12 είναι εκ του τέλειου τρία και του γενεσιουργού τέσσερα που γεννήθηκε από την συγκράτηση (το ένα μέσα στο άλλο, πολλαπλασιασμός), περιέχει όλο το Θείο διάκοσμο των θεών, οι δε αρχές είναι του τρία η μονάδα, του τέσσερα η δυάδα, ενώ είναι η μονάδα ο Αιθέρας, η δυάδα το Χάος, η τριάδα το Ωόν (διότι είναι ακέραιο), η τετράδα ο Φάνης, όπως λέγει και ο Ορφέας. Βλέποντας με τέσσερις οφθαλμούς, εκεί και εκεί.

    Άλλο εξάλλου είναι το πλήρες για να λέγεται στο διάκοσμο των θεών, στη δωδεκάδα ότι απαρτίζεται σαν τέλειος αριθμός από τους πρώτους αριθμούς σε ένωσης γινόμενο και όσα άλλα κατά το συνηθισμένο τρόπο λέγεται, άλλο πάλι είναι να λέγεται για το δώδεκα τους ηγεμόνες του κόσμου με αυτόν το αξίωμα θεωρούμενους. Διότι όλοι είναι υπέρ το σύμπαν. Και λέγεται η μεν Εκάτη έλκει μαζί της το δώδεκα, ως τα τέλη του θείου αριθμού ορίζουσα. Στο δε Διόνυσο το δεκατρία καταλήγει καθότι είναι μετά τους θεούς και των θεοποιημένων. 

    ……………… μερικοί δε και αριθμητικά σε καθένα του δέκα εφάρμοσαν στης δεκάδας τους αριθμούς, βγάζοντας τις δύο μονάδες, και αυτήν την τετάρτη το Δία και αυτή της Εστίας, δίνοντας το ένα στον Απόλλωνα, το δύο στην Ήρα, το τρία στον Ποσειδώνα (για αυτό και τριαινούχος), το τέσσερα στον Ερμή, το πέμπτο στον Άρη, το έξι στην Αφροδίτη, το επτά στην Αθηνά, το οκτώ στην Δήμητρα, το εννιά στην Άρτεμη, το δέκα στον Ήφαιστο».

    Ἐπειδὴ δὲ ὁ δωδέκατος ἀριθμὸς ἐκ τοῦ τελείου ἀριθμοῦ τοῦ τρίτου καὶ τοῦ γενεσιουργοῦ τοῦ τετάρτου κατὰ σύγκρασιν ἀπεγεννήθη, ὅλον τὸν τῶν θεῶν περιέχων θεῖον διάκοσμον, τοῦ δὲ τρίτου καὶ τετάρτου ἀρχαὶ μονὰς καὶ δυὰς, εἴη ἂν μονὰς μὲν ὁ αἰθὴρ, δυὰς δὲ τὸ χάος, τριὰς δὲ τὸ ᾠὸν τέλειον γάρ ἐστι, τετρὰς δὲ ὁ Φάνης, ὡς καὶ Ὀρφεύς φησι· τετράσιν ὀφθαλμοῖσιν ὁρώμενος ἔνθα καὶ ἔνθα.
    Ἄλλο δέ ἐστιν ὅλον τὸν τῶν θεῶν διάκοσμον εἰς τὴν δωδεκάδα λέγειν ἀπαρτίζεσθαι ὡς τέλειον ἀριθμὸν καὶ ἐκ τῶν πρώτων ἀριθμῶν κατὰ σύγκρασιν ἀπογεννώμενον καὶ ὅσα ἄλλα εἴωθε λέγεσθαι, ἄλλο πάλιν τὸ λέγειν δώδεκα εἶναι τοὺς ἡγεμόνας τοῦ κόσμου ὡς ἐν τῇ αὐτῇ τάξει θεωρουμένους· πάντες γὰρ ὑπερκόσμιοί εἰσι· καὶ ἡ μὲν Ἑκάτη τὸν δώδεκα λέγεται συνελίσσειν, ὡς τὰ πέρατα τοῦ θείου ἀριθμοῦ παντὸς ἀφορίζουσα· ὁ δὲ Διόνυσος τὴν τρισκαιδεκάτην εἰληχέναι ὡς μετὰ θεοὺς ὢν καὶ τῶν ἐκθεουμένων. Ἐνταῦθα δὲ οὐκ ἐν ἑνὶ ὁ δώδεκα, ἀλλ' ἕτερον τρόπον τῆς ἐν πᾶσι τάξεως ἐνδεικτικόν. Ἡ δὲ τάξις οὐχ ὡς ἄλλη ἐν ἄλλοις, ἀλλ' αὐτὸ τὸ εἶναι τῶν θεῶν ἡ τάξις αὐτῶν ἐστι. Τριττὴ δὲ ἡ τάξις· ἢ γὰρ ὡς ἐξῃρημένη, οἵα ἡ ἐν τῷ ἐξῃρημένῳ Διὶ, ἀφ' ἧς τάξεως καὶ αὐτὴ ἡ ἐν τοῖς δώδεκα ἐνδίδοται· ἢ ὡς ἐν αὐτοῖς τοῖς τεταγμένοις, οἷον ἡ ἐν αὐτοῖς τοῖς δώδεκα·
    ἡ τρίτη ὡς ἡ ἐν μεταδόσει, οἷον ἡ ἀπ' αὐτῶν τῶν δώδεκα καὶ εἰς τὰ καταδεέστερα ἐνδιδομένη καὶ εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Τινὲς δὲ καὶ ἀριθμητικῶς ἑκάστῳ τῶν ἐν τῷ δεκάτῳ ἐφήρμοσαν τοὺς ἐν τῇ δεκάδι ἀριθμοὺς, ἐξελόντες τὰς δύο μονάδας, τήν τε τετάρτην Διίαν καὶ τὴν τῆς Ἑστίας,
    μονάδα μὲν Ἀπόλλωνι δόντες, δυάδα Ἥρᾳ, τριάδα Ποσειδῶνι διὸ καὶ τριαινοῦχοσ, τέταρτον Ἑρμῇ, πέμπτον Ἄρῃ, ἕκτον Ἀφροδίτῃ, ἕβδομον Ἀθηνᾷ, ὄγδοον Δήμητρι, ἔνατον Ἀρτέμιδι, δέκατον Ἡφαίστῳ.

    Ο Πρόκλος αναφέρει πως η Ορφική θεολογία κυριάρχησε για αιώνες στον Ελληνικό χώρο και άσκησε τεράστια επίδραση. Στο έργο του «Η πολιτεία του Πλάτωνα», αναφέρει πως ο θεολόγος Ορφέας έδωσε τρία γένη στους ανθρώπους, το χρυσό, το αργυρό και το τιτανικό από το οποίο κυριάρχησε ο Δίας.

     Ὁ μὲν θεολόγος Ὀρφεὺσ τρία γένη παραδέδωκεν ἀνθρώπων· πρώτιστον τὸ χρυσοῦν, ὅπερ ὑποστῆσαι τὸν Φάνητά φησιν· δεύτερον τὸ ἀργυροῦν, οὗ φησιν ἄρξαι τὸν μέγιστον Κρόνον· τρίτον τὸ Τιτανικόν, ὅ φησιν ἐκ τῶν Τιτανικῶν μελῶν τὸν Δία συστήσασθαι· συννοήσας ὡς ἐν τρισὶν ὅροις τούτοις πᾶν εἶδος περιέχεται τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς. ἢ γὰρ νοερόν ἐστιν καὶ θεῖον, αὐτοῖς τοῖς ἀκροτάτοις τῶν ὄντων ἐνιδρυμένον, ἢ πρὸς ἑαυτὸ ἐπέστραπται καὶ νοεῖ ἑαυτὸ καὶ ἀγαπᾷ τὴν τοιαύτην ζωήν, ἢ πρὸς τὰ
    χείρονα βλέπει καὶ μετ' ἐκείνων ἐθέλει ζῆν ἀλόγων ὄντων.
    τριττῆς οὖν οὔσης τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς τὸ μὲν πρώτιστον ἀπὸ τοῦ Φάνητός ἐστιν, ὃς πᾶν τὸ νοοῦν συνάπτει τοῖς νοητοῖς, τὸ δὲ δεύτερον ἀπὸ τοῦ Κρόνου τοῦ πρώτου, φησὶν ὁ μῦθος, <ἀγκυλομήτου> καὶ πάντα πρὸς ἑαυτὰ ποιοῦντος ἐπιστρέφειν, τὸ δὲ τρίτον ἀπὸ Διὸς τοῦ τῶν δευτέρων προνοεῖν καὶ διακοσμεῖν τὰ χείρονα διδάσκοντος· τοῦτο γὰρ ἴδιον δημιουργίας.
    «…Ήταν λένε, η ώρα της θυσίας. Οι ιερείς της Ροδόπης κάνουν τη θυσία της φωτιάς, κάνουν μια προσφορά με αρωματικό ξύλο. Στο τέλος, ο ποντίφηκας βγαίνει από το ναό, ντυμένος όπως και οι άλλοι με άσπρα λινά ρούχα, στεφανωμένος με μυρτιά και κυπαρίσσι. Κρατάει σκήπτρο από έβενο με κεφάλι από ελεφαντόδοντο και φοράει χρυσή ζώνη της οποίας τα κρύσταλλα ρίχνουν θαμπές φωτιές, σύμβολα μιας μυστηριακής βασιλείας. Είναι ο Ορφέας.

    Οδηγεί από το χέρι ένα μαθητή, παιδί των Δελφών, που περιμένει ωχρός, φοβισμένος και μαγεμένος, με το ρίγος των μυστηρίων, τα λόγια του μεγάλου εμπνευσμένου.

    Ο Ορφέας εφησυχάσει τον εκλεκτό της καρδιάς του μύστη και με ύφος επίσημο του λέει: «Διπλώσου ως το βάθος τού εαυτού σου για να υψωθείς στην Αρχή των πραγμάτων, στην μεγάλη Τριάδα πού ακτινοβολεί μέσα στον άρχοντα Αιθέρα. Κατανάλωσε το σώμα σου με τη φλόγα της σκέψης σου αποσπάσου από την ύλη όπως η φλόγα από το ξύλο που το κατατρώει. Τότε το Πνεύμα σου θα ορμήσει προς τον αγνό αιθέρα των αιώνιων Αιτιών, όπως ο αετός στο θρόνο τού Δία.

    Θα σου αποκαλύψω το μυστικό των κόσμων, τη ζωή της φύσης, την ουσία τού Θεού. Άκουσε πρώτα το μεγάλο μυστικό. Ένα μονάχα όν βασιλεύει στο βαθύ ουρανό και μέσα στην άβυσσο της γης, ο βροντερός Δίας, ο αιθέριος Δίας.

    Αυτός είναι και η βαθιά σκέψη, και το ισχυρό μίσος κι’ η γλυκιά αγάπη. Βασιλεύει μέσα στα βάθη της γης και στα ύψη του έναστρου ουρανού: πνοή των πραγμάτων, φλόγα αδάμαστη, αρσενικό και θηλυκό, ένας βασιλιάς, μια εξουσία, ένας Θεός, ένας μεγάλος δάσκαλος.

    Ο Δίας είναι ο Θείος κι η Θεία σύζυγος. Άντρας και Γυναίκα, Πατέρας και Μητέρα. Απ’ τον Ιερό τους γάμο, άπ’ τον αιώνιο υμέναιό τους βγαίνουν αδιάκοπα η φωτιά και το νερό, η Γη κι ο Αιθέρας, η Νύχτα κι η Μέρα, οι περήφανοι Τιτάνες, οι ανίκητοι Θεοί και το κινούμενο σπέρμα των ανθρώπων.

    Οι έρωτες του Ουρανού και της Γης δεν είναι γνωστοί στους βέβηλους. Τα μυστήρια του Συζύγου και της Συζύγου αποκαλύπτονται μόνο στους θείους ανθρώπους. Εγώ θα φανερώσω μόνο αυτό που είναι αληθινό. Πριν από λίγο η βροντή συγκλόνιζε τους βράχους αυτούς. Ο κεραυνός έπεφτε σαν ζωντανή φωτιά, σαν φλόγα που σκορπάει. Κι οι αντίλαλοι των βουνών μούγκριζαν από χαρά. Συ όμως έτρεμες, γιατί δεν γνώριζες από πού προέρχεται η φωτιά αυτή ούτε πού χτυπάει. Είναι το πύρ το αρσενικό, σπέρμα του Δία κινείται μέσα σε όλα τα όντα. Όταν πέφτει ο κεραυνός το πύρ εκπορεύεται απ’ το δεξί του χέρι.

    Και τώρα, δες το στερέωμα. Κοίτα εκείνο το λαμπρό κύκλο με αστερισμούς που είναι ριγμένη πάνω του η λεπτή εσάρπα του γαλαξία, σκόνη από ήλιους και κόσμους. Δες πως φεγγοβολάει ο Ωρίων, πως τρεμοσβήνουν οι Δίδυμοι, πως αστράφτει η Λύρα. Είναι το σώμα της Θείας Συζύγου που γυρίζει μέσα σ’ αυτόν τον αρμονικό ίλιγγο απ’ τα τραγούδια του ιλίγγου.

    Δες με τα μάτια του πνεύματος, και θα δεις το αναποδογυρισμένο της κεφάλι, τα τεντωμένα της μπράτσα και θα ανασηκώσεις τον πέπλο της, τον διασκορπισμένο με αστέρια..

    Ο Δίας είναι ο Θείος κι η Θεία σύζυγος. Να το πρώτο μυστήριο.

    Τώρα όμως παιδί των Δελφών προπαρασκευάσου για την δεύτερη μύηση. Ανατρίχιασε, κλάψε, ευχαριστήσου, λάτρεψε! Γιατί το πνεύμα σου θα βυθισθεί στη φλογερή ζώνη όπως ο μεγάλος Δημιουργός ανακατώνει την ψυχή με τον κόσμο μέσα στο κύπελλο της ζωής. Όταν ποτισθούν στο μεθυστικό αυτό κύπελλο, όταν τα όντα λησμονούν την Θεία διαμονή τους και κατεβαίνουν μέσα στην επίπονη άβυσσο των γεννήσεων.

    Ο Δίας είναι ο μεγάλος Δημιουργός. Ο Διόνυσος είναι ο γιός του, ο εκδηλωμένος Λόγος του. Ο Διόνυσος, το ακτινοβόλο πνεύμα, η ζωντανή διάνοια, φεγγοβολούσε μέσα στο σπίτι του πατέρα του, στο ανάκτορο του ακίνητου Αιθέρα. Μια μέρα, βυθισμένος μέσα απ’ τούς αστερισμούς στις αβύσσους του ουρανού είδε μέσα στα γαλάζια βάθη την αντανάκλαση της ίδιας του εικόνας που του πρότεινε τα χέρια. Γοητευμένος απ’ το όμορφο αυτό φάντασμα, ερωτευμένος με το ομοίωμά του, όρμησε για να τ’ αρπάξει. Η εικόνα όμως απομακρύνονταν, απομακρύνονταν συνεχώς. Στο τέλος βρέθηκε σε μια σκιερή και αρωματισμένη κοιλάδα, απολαμβάνοντας τις γλυκιές αύρες που χάιδευαν το σώμα του. Μέσα σε μια σπηλιά διέκρινε την Περσεφόνη. Η Μαία ύφαινε ένα πέπλο που φαίνονταν να κυματίζουν οι εικόνες όλων των όντων. Μπροστά στη θεϊκή παρθένα σταμάτησε βουβός από γοητεία. Εκείνη τη στιγμή οι περήφανοι Τιτάνες, οι πρώτοι ζηλότυποι για την ομορφιά του, ρίχτηκαν πάνω του και τον έκαναν κομμάτια. Έπειτα, αφού μοιράστηκαν τα μέλη του, τα έβρασαν μέσα σε νερό και έθαψαν την καρδία του. Ο Δίας κατακεραύνωσε τους Τιτάνες κι η Αθηνά μετέφερε την καρδιά του Διόνυσου στους αιθέρες κι έγινε ένας καυτός ήλιος. Απ’ τον καπνό του σώματός του βγήκαν όμως, οι ψυχές των ανθρώπων που προχωρούν προς τον ουρανό. Όταν οι ωχρές σκιές θα ξανασμίξουν με τη σπινθηροβόλα καρδιά του Διόνυσου, θα ανάψουν σαν φλόγες, ο Διόνυσος θα αναστηθεί στα ύψη του εμπύρειου, πιο ζωντανός από κάθε άλλη φορά.

    Να το μυστήριο του θανάτου του Διόνυσου…..»

    «……. Ήπιες απ’ τις βρύσες του άγιου φωτός, είπε ο Ορφέας, μπήκες μέσα στα άδυτα των μυστηρίων με αγνή καρδιά. Ήρθε η σημαντική ώρα που θα σε κάνω να εισχωρήσεις ως τις πηγές της ζωής και του φωτός. Εκείνοι που δεν σήκωσαν το πυκνό πέπλο που σκεπάζει απ’ τα μάτια των ανθρώπων τα θαυμαστά αόρατα, αυτοί δεν έγιναν γιοι των Θεών.

    Άκουσε λοιπόν τις αλήθειες που πρέπει να αποκρύβεις απ’ το πλήθος, αυτές που συνιστούν την Ισχύ των Ιερών Αδύτων.

    Ο Θεός είναι ένας και όμοιος με τον εαυτό του. Βασιλεύει παντού. Οι Θεοί όμως είναι πάρα πολλοί και αδιάφοροι, γιατί ή Θεότητα είναι αιώνια και άπειρη. Οι μεγαλύτεροι θεοί είναι οι ψυχές των αστέρων. Ήλιοι, αστέρες, γαίες και σελήνες, κάθε αστέρι έχει τη δικιά του ψυχή και όλες τους είναι βγαλμένες μέσα απ’ την ουράνια φωτιά του Δία κι απ’ το αρχικό φως. Απροσπέλαστα, αμετάβλητα, κυβερνούν το μεγάλο παν με τις κανονικές κινήσεις. Λοιπόν, κάθε αστέρι που κυλάει σέρνει μέσα στην αιθέρια σφαίρα του φάλαγγες από ημίθεους ή ψυχές ακτινοβολούσες.

    Αυτά κάποτε ήταν άνθρωποι και αφού κατέβηκαν τα σκαλοπάτια των βασιλείων μετά ανέβηκαν δοξασμένα τους κύκλους για να γλιτώσουν τελικά απ’ τον κύκλο των γεννήσεων. Μέσω αυτών των Θεϊκών πνευμάτων αναπνέει ο Θεός, ενεργεί, παρουσιάζεται. Είναι η πνοή της ζωντανής του ψυχής, οι ακτίνες της αιώνιας συνείδησή ς τους. Διοικούν τις στρατιές των κατώτερων πνευμάτων που δίνουν ζωή στα στοιχεία. Διευθύνουν τους κόσμους. Μας κυκλώνουν κι από κοντά κι από μακριά κι είναι φτιαγμένα από Θεία ουσία, ντύνονται όμως με μορφές που αλλάζουν πάντοτε, ανάλογα με τους λαούς, τους χρόνους και τους τόπους.

    Ο άσεβής που τα αρνείται, τα τρέμει. Ο ευσεβής τα λατρεύει χωρίς να τα γνωρίζει. Ο μύστης τα γνωρίζει, τα τραβάει και τα βλέπει.

    "Αν αγωνίσθηκα να βρω αυτούς τους θεσμούς, αν αψήφησα το θάνατο, αν κατέβηκα όπως λένε στον Άδη, αυτά όλα τα έκανα για να δαμάσω τους δαίμονες της αβύσσου, για να σμίξει ο Ουρανός με τη Γη, για ν’ ακούει η γοητευμένη Γη τις Θείες φωνές. Η ουράνια ομορφιά θα ενσαρκωθεί μέσα στη σάρκα των γυναικών, η φωτιά του Δία θα διαποτίσει το σώμα των ηρώων, και πολύ πριν ανεβούν προς τα αστέρια, οι γιοι των Θεών θα ακτινοβολήσουν σαν τους αθάνατους.";

     

    Ξέρεις τι είναι η Λύρα τού Ορφέα; Είναι ο απόηχος των εμπνευσμένων ναών. Γιατί χορδές έχει Θεούς.

    Και τώρα θα επικαλεσθώ τους Θεούς μας…..

    ………..«Κυβέλη! Κυβέλη! Μεγάλη μητέρα, άκουσέ με! Πρωτότυπο φως, φλόγα ευκίνητη, αιθέρια, που πάντοτε αναπηδάς μέσα στα διαστήματα, που κλείνεις μέσα σου τις απηχήσεις και τις εικόνες όλων των πραγμάτων! Ω παγκόσμια ψυχή των αβύσσων που σπέρνεις ήλιους, που αφήνεις να κυλιέται μέσα στον αιθέρα ο κάτασπρος μανδύας σου φως λεπτότατο κρυμμένο, αόρατο στα μάτια της σάρκας μεγάλη μητέρα των Κόσμων και των Θεών, εσύ που κλείνεις μέσα σου τους αιώνιους τύπους! Αρχαία Κυβέλη, σ’ εμένα! Σ’ εμένα! Στο όνομα του μαγικού μου σκήπτρου, στο όνομα της συμφωνίας μου με τις Δυνάμεις, στην ψυχή της Ευρυδίκης!... Σε επικαλούμαι, πολύμορφε Σύζυγε, πειθαρχική που δονείσαι με τη φωτιά του Αιώνιου Άρρενος. Απ’ το πιο ψηλό μέρος των διαστημάτων, από το πιο βαθύ μέρος της αβύσσου, απ’ όλα τα μέρη, έλα πλημμύρισε, γέμισε τη σπηλιά αυτή με τα ρευστά σου. Τριγύρισε τον γιο των Μυστηρίων με οχυρό διαμαντένιο και κάνε τον να δει στους βαθύς σου κόλπους τα Πνεύματα της Αβύσσου, της Γης και των Ουρανών!»

    Στα λόγια αυτά μια υπόγεια βροντή τράνταξε τα βάθη της αβύσσου και κουνήθηκε ολόκληρο το βουνό. Κρύος ιδρώτας πάγωσε το σώμα του μαθητή. Δεν έβλεπε πια τον Ορφέα, παρά μόνο μέσα από ένα καπνό που όλο και μεγάλωνε. Σε μια στιγμή προσπάθησε να παλέψει με μια φοβερή δύναμη που τον σύντριβε…...

    ……..  «Παιδί των Δελφών, από πού έρχεσαι;» ρώτησε ο Ιεροφάντης.

    «Δάσκαλε των μυστών, ουράνιε μαγευτή, θαυμαστέ Ορφέα, είδα ένα Θείο όνειρο. Μήπως ήταν καμιά γοητεία της μαγείας, κάποιο δώρο των Θεών; Τι συνέβη λοιπόν; ‘Ο κόσμος άλλαξε; Πού βρίσκομαι τώρα;»

    «Κατάκτησες το στέμμα της μύησης και έζησες το όνειρό μου: την αθάνατη Ελλάδα! Ας βγούμε όμως από εδώ γιατί για να εκπληρωθεί αυτό πρέπει, εγώ να πεθάνω και συ να ζήσεις.»

     Τα Ορφικά κείμενα, όσα υπάρχουν, είναι μεγάλης σπουδαιότητας γιατί περιέχουν πληροφορίες για την ζωή των Ελλήνων και τις επιστήμες τους, όπως η αστρονομία και άλλα. Τα Ορφικά έργα είναι τα «Αργοναυτικά>», οι «Ύμνοι», τα «Λιθικά», τα «Αστρονομικά», τα «Αποσπάσματα» και τα «Ανέκδοτα». Ωστόσο, πολλές πληροφορίες έχουν διασώσει και διάφοροι συγγραφείς στα έργα τους.

    Είναι άξιο σημείωσης, πως στα Ορφικά υπάρχουν πληροφορίες για κλίμα της Γης, κάτι για το οποίο ο Πρόκλος λέει: «ο Ορφέας έτσι όρισε, όρισε δε στους ανθρώπους χωριστά να ρέει από το θρόνο των αθανάτων, να κατευθύνεται ο μέσος άξονας του ηλίου, να μην είναι ψυχρός, ούτε θερμός, αλλά το μέσον.»

    Ὀρφεὺσ οὑτωσὶ διορίζων· διώρισε δ' ἀνθρώποισι χωρὶς ἀπ' ἀθανάτων ναίειν ἕδος, ᾗ μέσος ἄξων ἠελίου τρέπεται ποτινεύμενος οὔτε τι λίην ψυχρὸς ὑπὲρ κεφαλῆς οὔτ' ἔμπυρος, ἀλλὰ μεσηγύσ.
    Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις των επιστημόνων, δίνονται αστρονομικές πληροφορίες για φυσικά φαινόμενα που έγιναν περίπου το 3600 πΧ, το 5000 πΧ και το 11585 πΧ.

    Ο σπουδαίος αστρονόμος Κωνσταντίνος Χασάπης με βάση τον στίχο : "μίξας χειμώνος θέρεός τ' ίσον αμφοτέροισιν, ταίς υπάταις χειμώνα, θέρος νεάταις διακρίνας" "μίξας χειμώνος θέρεός τ' ίσον αμφοτέροισιν, ταίς υπάταις χειμώνα, θέρος νεάταις διακρίναςστον ύμνο στον Απόλλωνα, δηλώνει πως γίνεται λόγος περί ισότητος των εποχών και υπολόγισε σύμφωνα με την μετάπτωση των εποχών, τις δύο ημερομηνίες που συνέβηκε αυτό το φαινόμενο, δηλαδή το 1.366 π.Χ. ή 1.361 π.Χ. διορθωμένη ημερομηνία από υπολογιστή, το 11.835 π.Χ. ή 11.809 π.Χ. διορθωμένη ημερομηνία από υπολογιστή. Καθότι ο Ορφέας πήρε μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία, η δεύτερη ημερομηνία που αναφέρεται, δικαιολογεί το κείμενο. Αυτό γιατί ο Ορφέας έζησε πολύ πριν τον Τρωικό πόλεμο, που σύμφωνα με τους επιστήμονες είναι το 1450 π.Χ.
    Υπήρξε Ισότητα Εποχών, δηλαδή ισότητα Θέρους – Φθινοπώρου με ταυτόχρονη ισότητα Χειμώνα - Άνοιξης, 2.612 έτη πριν το 1361 π.Χ. δηλαδή το 3.973 π.Χ.. Πηγαίνοντας πιο πίσω άλλα 2.162 έτη, βρισκόμαστε στο 6.585 π.Χ. όπου ισχύει το ίδιο. Κάνοντας το ίδιο, φθάνουμε το 9.197 π.Χ., όπου ισχύει πάλι το ίδιο.  Και ακόμα 2.162 έτη πίσω, φτάνουμε στο 11.809 π.Χ. που έχουμε ξανά το ίδιο Φαινόμενο.


     

    Τις Ελληνικές θεότητες συναντούμε σε όλα τα αρχαία και νεώτερα κείμενα, όπως του Ησίοδου, του Όμηρου, του Απολλώνιου του Ρόδιου κλπ. Όμως κατ’ εξοχήν σε ποίημα, μόνο ο Ησίοδος έγραψε για τη θεογονία πλήρως και απ’ ότι γνωρίζω μόνο ο Απολλώνιος ο Ρόδιος, σε κείμενο.

    Εκτός από τα θεογονικά ποιήματα που κυκλοφορούσαν με το όνομα του Ορφέα γνωρίζουμε από σκόρπιες πληροφορίες στα αρχαία κείμενα ότι ήδη από τον 7ο και 6οαιώνα π.Χ. υπήρχαν και άλλες θεογονίες που αποδίδονταν σε μυθικά ή και ιστορικά πρόσωπα. Με βάση τα αποσπάσματα που διαθέτουμε γι’ αυτές μπορούμε να ισχυριστούμε ότι δεν είχαν άμεση εξάρτηση από τη Θεογονία  του Ησιόδου, αλλά ότι αντιπροσώπευαν διαφορετικές πραγματώσεις του ίδιου παραδοσιακού ποιητικού είδους. Ποιητικές Θεογονίες αποδίδονταν, εκτός από τον Ορφέα και το Μουσαίο, στον Αριστέα και τον Επιμενίδη. Θεογονίες σε πεζό λόγο στον Άβαρη και τον Φερεκύδη. Κοσμογονίες στο Αίνο και τον Θάμυρη.

    Στοιχεία αναφερόμενα στη Θεογονία του Ησιόδου

    Ο τίτλος του έργου καθιερώθηκε μάλλον από τους αλεξανδρινούς φιλολόγους. Ο Ηρόδοτος κάνει για τη θεογονίην που έφτιαξαν ο Όμηρος και ο Ησίοδος για λογαριασμό των Ελλήνων.

    Τα βασικά μέρη του ποιήματος όπως μας σώζεται, είναι τα ακόλουθα:

    1-115 : Προοίμιο το οποίο διακρίνεται σε δύο μικρότερες ενότητες:

    1) ύμνος στις Μούσες, 1-103.

    2) επίκληση στις Μούσες, 104-115.

    116-962 : Θεογονία και Κοσμογονία. Διακρίνεται στις εξής υποενότητες,

    1) οι πρώτες τέσσερις υπάρξεις (Χάος, Γαία, Έρως, Τάρταρος), 116-122.

    2) η 1η θεϊκή γενιά, 123-210: α) τα τέκνα του Χάους και τα τέκνα τους, 123-125, β) τα παιδιά της Γης με παρθενογένεση και με τον Ουρανό, 126-153, γ) η πρώτη πράξη της θεϊκής διαδοχής (ευνουχισμός του Ουρανού και γέννηση της Αφροδίτης), 154-210.

    3) η 2η θεϊκή γενιά, 211-239: 1) τα τέκνα της Νύχτας και της Έριδας, 211-232, 2) τα τέκνα του Πόντου, 232-239.

    4) η 3η θεϊκή γενιά, 240-886: 1) τα τέκνα του Νηρέα, 240-264, 2) τα τέκνα του Θαύμαντα, 265-269, 3) τα τέκνα του Φόρκη και της Κητώς και οι απόγονοι τους, 270-336, 5) τα εγγόνια του Ουρανού, 337-8 19.

    Στο τμήμα αυτό περιλαμβάνονται:

    ·       τα τέκνα της Τηθύος και του Ωκεανού, 337-370

    ·       τα τέκνα της Θείας και του Υπερίονα 371-374

    ·       τα τέκνα του Κρείου και της Ευρυβίας και τα παιδιά τους, 375-388

    ·       η Στύγα και τα παιδιά της, 389-403

    ·       τα τέκνα της Φοίβης και του Κοίου και η εγγονή τους Εκάτη, 404-413

    ·       ο ύμνος στην Εκάτη, 414-452

    ·       τα τέκνα του Κρόνου και της Ρέας, 453-458

    ·       η πράξη της θεϊκής διαδοχής (εξαπάτηση του Κρόνου, γέννηση του Δία), 459-506

    ·       τα παιδιά του Ιαπετού, 507-511

    ·       η ιστορία του Προμηθέα και της Πανδώρας, 512- 616

    ·       η πράξη της θεϊκής διαδοχής-Τιτανομαχία, 617-73 1

    ·       περιγραφή του Ταρτάρου και των κατοίκων του, 732-8 19

    ·       η πράξη της θεϊκής διαδοχής-Τυφωέας, 820-868

    ·       τα τέκνα του Τυφωέα, 869-880

    ·       η βασιλεία του Διός, 881-885

    5) η 4η θεϊκή γενιά, 886-962: 1) οι γάμοι του Δία με θεές, η γέννηση της Αθηνάς και του Ηφαίστου 886-929, 2) τα τέκνα του Ποσειδώνα, 930-933, 3) τα τέκνα του Άρη και της Αφροδίτης, 933-937, 4) άλλοι γάμοι των θεών (και με θνητές γυναίκες), 938-962.

    963-1022  Ηρωογονία.

    Υποενότητες 1) δεύτερο προοίμιο, 963-968. 2) ενώσεις θεαινών με θνητούς ανθρώπους, 969-1018.

    3) τρίτο προοίμιο, μετάβαση στον Κατάλογο, 1019-1022.

    Στο στίχο 105 ο Ησίοδος προτρέπει τις Μούσες να ψάλλουν το γένος των Θεών, κάτω όμως από τον όρο «θεοί» περιλαμβάνονται διάφορες κατηγορίες Θεοτήτων. Οι κυριότερες απ’ αυτές στην Θεογονία είναι:

    Α. Θεοί της λατρείας, όπως ο Δίας, ο Απόλλων, η Άρτεμις, η Θέτις, η Αμφιτρίτη, η Εκάτη, ο Προμηθέας, οι Ώρες, οι Χάριτες κι άλλοι. Υπάρχει μνεία τοπικών λατρειών τόσο της Βοιωτίας (Ζευς, Μνημοσύνη) όσο και άλλων περιοχών της Ελλάδας, όπως στο Άργος η Ήρα, ή  Κυθέρεια και Κύπρια Αφροδίτη.

    Β. Θεοί της μυθολογίας. όπως η Τηθύς, η Φοίβη, ο Κόττος, σι Εσπερίδες, η Σφίγγα, ο Τυφωέας, ο Άτλας, ο Επιμηθέας και ίσως ο Κρόνος, ο Ιαπετός και συλλογικά οι Τιτάνες. Οι θεότητες αυτές συμπεριλήφθηκαν στη Θεογονία όχι γιατί διέθεταν κάποια λατρεία, αν και μερικές ήταν ίσως ξεχασμένες λατρευτικές μορφές, αλλά εξαιτίας του σημαντικού ρόλου που είχαν στις αφηγήσεις του Ησίοδου.

    Γ. Θεοί που είναι άγνωστοι τόσο από τη λατρεία όσο και από τη μυθοπλασία, όπως οι Μελίες, ο Θαύμας, ο Κρείος. η Κητώ, ο Αστραίος, ο Πέρσης. Μερικοί απ’ αυτούς ίσως να διέθεταν κάποτε λατρεία, άλλοι φαίνονται επινοήσεις είτε του Ησιόδου είτε αρχαιότερων ποιητών.

    Δ. Μεμονωμένα μέλη θεϊκών ομάδων. Η ελληνική θρησκεία εκτός από τις μεμονωμένες και ατομικές θεότητες διέθετε και συλλογικά σώματα θεοτήτων που αναφέρονταν συνήθως στον πληθυντικό και ήταν αρχικά απροσδιόριστα ως προς τον αριθμό των μελών τους και τις ιδιαίτερες ταυτότητες αυτών των μελών. Εδώ ανήκουν οι Νύμφες, οι Νηρηίδες, οι Ώρες, οι Χάριτες, οι Κύκλωπες, οι Μούσες και άλλοι. Στη θεογονία αυτές οι ομάδες θεοτήτων αναφέρονται με συγκεκριμένο αριθμό μελών, συνήθως τρία ή εννιά και με ξεχωριστά ονόματα για το κάθε μέλος. Σε μεγάλο βαθμό τα ονόματα και οι αριθμοί φαίνονται επινοήσεις του ίδιου του Ησιόδου ή των προδρόμων του, καθότι σε άλλα κείμενα το σύνολο διαφοροποιείται, τόσο στα ονόματα όσο και στο σύνολο.

    Ε. Θεοί-στοιχεία του κόσμου, όπως ο Ουρανός, ο Πόντος, ο Αιθέρας. η Νύχτα. τα Όρη και λοιπά.  Κάποιοι απ’ αυτούς διέθεταν και πραγματική λατρεία, όπως η Γη, η Νύχτα και σι ποταμοί.

    Ζ. Θεότητες που προσωποποιούν αφηρημένες ιδέες, όπως ο Θάνατος, ο Ύπνος, η Νίκη, η Φήμη, ο Φόβος, το Κράτος, η Βία κ.τ.λ.

    Οι γενεαλογίες του Ησιόδου εξηγούν τις σχέσεις μεταξύ των θεοτήτων. Η δημιουργία τους στηρίζεται σε δύο βασικά ζητούμενα: Πρώτον, την ομαδοποίηση των Θεών σε οικογένειες (σχέση γονέων-τέκνων), και δεύτερον τη σύνδεση αυτών των οικογενειών με κάποιους μύθους σε μια ορισμένη σειρά.

    Η μορφή του γενεαλογικού δέντρου των Θεών διαμορφώνεται πάνω στο πρότυπο των ανθρώπινων οικογενειών και μάλιστα κατά βάση στη μητρική γραμμή διαδοχής. Όλο το σύστημα των τυπικών φράσεων με τις οποίες περιγράφονται οι διάφορες γεννήσεις δίνει έμφαση στη μητέρα, η οποία είναι συνήθως και το γραμματικό υποκείμενο των εκφράσεων. Μερικές μητέρες μάλιστα δεν έχουν συζύγους, άλλες έχουν συζύγους που όμως δεν παίζουν κανένα ρόλο.

    Οι οικογένειες του Ουρανού και του Κρόνου είναι βασικά οικογένειες των αντίστοιχων μητέρων, ενώ και τα παιδιά του Δία από τους διάφορους γάμους του έχουν ιδιότητες που τα συνδέουν περισσότερο με τις μητέρες τους. Μόνο στο τέλος της Θεογονίας, αυτό το τμήμα που γενικά θεωρείται νόθο, οι πατέρες αποκτούν το προβάδισμα.

    Η ανάλυση του γένους της Νύχτας θα δείξει ανάγλυφα τον τρόπο με τον οποίο διάφορες θεότητες συνδέονται από τον ποιητή σε μια ομάδα:

    1) η Νύχτα είναι η μητέρα της Ημέρας, γιατί η μέρα την ακολουθεί, προκύπτει απ’ αυτήν.

    2) είναι η μητέρα του Θανάτου, γιατί ό,τι χαρακτηρίζει το θάνατο είναι η μαυρίλα και το σκότος.

    3) είναι η μητέρα του Ύπνου, γιατί ο τελευταίος είναι αδερφός του Θανάτου και έρχεται συνήθως το βράδυ.

    4) είναι η μητέρα των Ονείρων, γιατί αυτά έρχονται τη νύχτα.

    5) είναι η μητέρα του Μώμου, της Νέμεσης, του Γήρατος, της Έριδας, γιατί είναι θεότητες σκοτεινές και ανησυχητικές όπως η νύχτα.

    6) είναι η μητέρα των Εσπερίδων, γιατί αυτές κατοικούν στην απώτατη δύση, όπου κατοικεί και η Νύχτα.

    7) είναι η μητέρα των Μοιρών και των Κηρών, γιατί αυτές οι θεότητες συγγενεύουν με το θάνατο.

    8) είναι η μητέρα της Απάτης και της Φιλότητας δηλαδή της ερωτικής έλξης και ένωσης, γιατί οι δραστηριότητες αυτές γίνονται συνήθως τη νύχτα.

    Οι γεννήσεις Θεών
    Αρχικά υπήρχε το Χάος. Ακόμη υπήρχε η Γαία. Και τα Τάρταρα στο μυχό της γης.
    Αλλά και ο Έρος .
    Το Χάος έκανε το Έρεβος και τη Νύχτα: Το Έρεβος και η Νυξ: ο Αιθήρ και η Ημέρη (Ημέρα) 
    Η Γαία γέννησε τον Ουρανό, τα Όρη και τον Πόντον: Από τον Ουρανό και τη Γαία: ο Ωκεανός, ο Κοίος, ο Κρείος, ο Υπερίων, ο Ιαπετός, η Θεία, η Ρέα, η Θέμις, η Μνημοσύνη, η Φοίβη, η Τηθύς, ο Κρόνος, οι Κύκλωπες  (ο Βρόντης, ο Στερόπης και ο Άργης), οι Εκατόγχειρες  (ο Κόττος, ο Βριάρεως και ο Γύγης). 
    Γαία (με τις σταγόνες αίματος από τα κομμένα δια του Κρόνου, μήδεα  του Ουρανού): Αι Ερινύς (Ερινύες), οι Γίγαντες, αι Νύμφαι Μελίαι 
    Ουρανός: Η Αφροδίτη (εκ των μηδέων του, τα οποία κατά πρώτον πλησίασαν τα Κύθηρα [Κυθέρεια] και κατά δεύτερον την Κύπρον [Κυρπογενέα]). Την συνόδεψαν στον Όλυμπο ο Έρος και ο Ίμερος .
    Οι Τιτήνας (Τιτάνες)
    Νυξ: Ο Μόρος , η Κήρα , ο Θάνατος, ο Ύπνος, το γένος των Ονείρων.
    Ο Μώμος , ο Οϊζύς .
    Αι Εσπερίδες, αι Μοίρες (η Κλωθώ, η Λάχεσις και η Ατροπος), αι Κήρες.
    Η Νέμεσις . Η Απάτη, η Φιλότητα, το Γήρας , η Έρις .
    Έρις: Ο Πόνος, η Λήθη , ο Λιμός, τα Άλγεα (Άλγη), αι Υσμίναι (οι Μάχες), αι Μάχαι, οι Φόνοι, η Ανδροκτασία  (ο φόνος ανδρών, ανδροφονία), τα Νείκεα , τα Ψεύδεα, οι Λόγοι, η Αμφιλλογία , η Δυσνομίη , η Άτη , ο Όρκος.
    Γαία και Πόντος: Ο Νηρεύς  , ο Θαύμας , ο Φόρκυς, η Κητώ , η Ευρυβίη.
    Δωρίς και Νηρεύς: Αι Νηρηίδες
    Ηλέκτρα (κόρη του Ωκεανού) και Θαύμας: Η Ίρις, αι Αρπυίαι  (Αελλώ, Ωκυπέτη)
    Κητώ και Φόρκυς : Αι Γραίαι (Πεμφρηδώ, Ενυώ), αι Γοργόνες  (Σθεννώ, Ευρυάλη, Μέδουσα), η Έχιδνα 
    Η κεφαλή Μέδουσας: Ο Χρυσάωρ, ο Πήγασος.
    Καλλιρόη (κόρη του Ωκεανού) και Χρυσάωρ: Ο Γηρυονεύς
    Τυφάων  και Έχιδνα : Ο Όρθος, ο Κέρβερος, η Ύδρη, η Χίμαιρα Τυφάων και Χίμαιρα: Η Φίκα 
    Τηθύς και Ωκεανός: 3000 ποταμούς  , 3000 Κούραι 
    Θεία και Υπερίων: Ο Ηέλιος, η Σελήνη, η Ηώς
    Ευριβίη και Κρείος: Ο Αστραίος, ο Πάλλας, ο Πέρσης
    Ηριγένεια Ηώς και Αστραίος : Ο Ζέφυρος, ο Βορέας, ο Νότος, ο Εωσφόρος
    Στυξ (Ωκεανίνη) και Πάλλας : Ο Ζήλος, η Νίκη, ο Κράτος, η Βίη.
    Φοίβη και Κοίος: Η Λητώ, η Αστερίη
    Αστερίη και Πέρσης: Η Εκάτη
    Ρείη και Κρόνος : Η Ιστίη, η Δημήτηρ, η Ήρη, ο Άιδης, ο Εννοσίγαιος, ο Ζευς.
    Κλυμένη και Ιαπετός : Ο Άτλας, ο Μενοίτιος, ο Προμηθεύς, ο Επιθημεύς.
    Ήρη: Ο Ήφαιστος (με παρθενογέννηση)
    Ζευς και Μήτις: Ο Ζευς κατάπιε τη Μήτιδα που ήταν έγκυος για να μην πάρει τη θέση του, τη βασιλική εξουσία, το παιδί της. Από το κεφάλι του ξεπήδησε το παιδί της, η Αθηνά. Γεννήθηκε δε αυτή, στη λίμνη της Λιβύης, Τριτωνίδα.
    Ζευς και Θέμις: Αι Ώραι (Ευνομία, Δίκη και Ειρήνη) και αι μοίραι (Λάχεσις, Άτροπος, Κλωθώ)
    Ζευς και Ευρυνόμη (Ωκεανίνη) : Αι Χάριτες (Αγλαΐα, Ευφροσύνη και Θαλίη)
    Ζευς και Δημήτηρ: Η Περσεφόνη  Ζευς και Μνημοσύνη: Αι Μούσαι (η Κλειώ, η Θάλεια, η Ευτέρπη, η Τερψιχόρη, η Ερατώ, η Πολύμνια,  η Μελπομένη, η Ουρανία και η Καλλιόπη) 
    Ζευς και Λητώ: Ο Απόλλων, η Άρτεμις  
    Ζευς και Ήρη: Η Ήβη, ο Άρης, η Ειλείθυια 
    Εννοσίγαιος (Ποσειδών) και Αμφιτρίτη: Ο Τρίτων
    Άρης και Κυθέρεια (Αφροδίτη): Ο Φόβος, ο Δείμος , η Αρμονίη
    Ζευς και Μαία : Ο Ερμής
    Ζευς και Σεμέλη : Ο Διόνυσος
    Ζευς και Αλκμήνη: Ο Ηρακλής
    Ήφαιστος και Γαία: Εριχθόνιος (βασιλεύς Αττικής)
    Διώνυσος (Διόνυσος) και Αριάδνη: Κέραμος (Κεραμεικός) Ηρακλής και Ήβη: Ο Αλεξιάρης και ο Ανίκητος
    Ηέλιος (Ήλιος) και Περσηίς (Ωκενανίνη): Η Κίρκη και ο Αιήτης
    Αιήτης (γυιός του Ήλιου) και Ιδυία (Ωκεανίνη): Η Μήδεια
    Δημήτηρ και Ιάσιος : Ο Πλούτος
    Αρμονία και Κάδμος: Η Ινώ, η Σεμέλη, η Αγαύη, η Αυτονόη, ο Πολύδωρος
    Αυτονόη και Αρισταίος: Ο Ακταίων
    Ινώ και Αθάμας: Ο Κλέαρχος και ο Μελικέρτης
    Αγαύη και Εχίων : Ο Πενθέας
    Καλλιρόη και Χρυσάωρ: Ο Γηρυονεύς Ηώς και Κέφαλος (γυιός Ερμή και Έρσης): Ο Τιθωνός, ο Φαέθων (είναι δεύτερος, μετά τον Φαέθοντα γυιό του Ήλιου)
    Ηώς και Τιθωνός: Ο Μέμνων και ο Ημαθίων
    Μήδεια και Ιάσων: Ο Μήδειος, που ανατράφηκε από τον Χείρωνα
    Ψαμάθη (Νηρηΐνη) και Αιακός: Ο Φώκος
    Κρόνος και Φιλύρα (Ωκεανίνη): Ο Χείρων
    Θέτις και Πηλεύς: Ο Αχιλλεύς
    Αφροδίτη και Αγχίσης: Ο Αινείας και ο Λύρος
    Οδυσσεύς και Κίρκη: Ο Άγριος, ο Λατίνος, ο Τηλέγονος
    Οδυσσεύς και Καλυψώ: Ο Ναυσίνοος


     

    ΑΡΑ ΓΕ ΧΡΗ ΦΑΝΑΙ ΚΑΙ ΥΠΕΡ ΤΟΥΤΩΝ; ΚΑΙ ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΑΡΡΗΤΩΝ ΓΡΑΨΟΜΕΝ ΚΑΙ ΤΑ ΑΝΕΞΟΙΣΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΑΝΕΚΛΑΛΗΤΑ ΕΚΛΑΛΗΣΟΜΕΝ;
     Θα γράψομε για τα πράγματα που δεν είναι αξιόλογα; Θα αποκαλύψομε τα πράγματα που δεν αποκαλύπτονται; Θα προφέρομε τα πράγματα που δεν προφέρονται;

    Ιουλιανός Αυτοκράτωρ "Ύμνος στη Μητέρα των Θεών"

    Η δημοφιλής θρησκευτική λατρεία των Θεών του Ολύμπου και των Ελληνικών Μυστηρίων συγκρατούν μία περίεργη και ειδική ταλάντευση πάνω από τον αρχαίο κόσμο, σχεδόν για μια χιλιετηρίδα.
    Με μυστικές και δραματικές τελετουργίες τελούνται μυστήρια γέννησης. Ο θάνατος, η μεταθανάτια ζωή και τα Μυστήρια ήταν γενικά, πρωτότυπα για πολλούς τρόπους καθημερινής ζωής και μέθοδοι για εθιμοτυπικές μυσταγωγίες.
    Αν και τα πιο γνωστά από αυτά τα Μυστήρια ήταν αυτά της Δήμητρας και της Κόρης της στην Ελευσίνα και του Διονύσου στην Αθήνα και στη Μίλητο, υπάρχουν κι άλλα εξίσου ή λιγότερο γνωστά, τοπικής λατρείας στο μυστικό χώρο του Ελληνικού κόσμου. Εξ αυτών, αυτά με τη μεγαλύτερη διάρκεια και περισσότερο μυστικισμό ήταν στο νησί Σαμοθράκη, κεντρικό, γύρω από το βόριο Αιγαίο.
    Τα Μυστήρια της Σαμοθράκης φαίνεται να έχουν μία διπλή φύση στο σύστημα της μυσταγωγίας τους. Το βαθμός της μύησης που συσχετίζεται με τις έννοιες “μυστικός” και “απόρρητος” και η εποπτεία που συσχετίζεται με τις έννοιες “σιωπή” και “αφύπνιση”, συμφωνούν χονδρικά στους παρόμοιους βαθμούς στα Μυστήρια της Ελευσίνας. Η Σαμοθράκη είχε τις δικές της Θεότητες και μυστηριωδώς ονομαζόταν Θεοί Μεγάλοι, των οποίων τα ονόματα και τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα ήταν η μυστική αποκάλυψη στις μυσταγωγίες.
    Οι Μεγάλοι Θεοί ήταν σεβάσμιοι και εντιμότατοι μέχρι το μακρινό βορρά και μέχρι το μακρινό νότο. Η Αρχή μέσα στα Μυστήρια των Μεγάλων Θεών ήταν η σκέψη να δοθεί προστασία τους κίνδυνους, ασφάλεια στην άλλη ζωή και προφύλαξη από τις θύελλες και καταιγίδες της θάλασσας, όπως φαίνεται σε επιγραφές αφιερωμένες στους Θεούς, που υπάρχουν σαν μαρτυρίες. 

     Οι Μεγάλοι Θεοί

    Οι Κάβειροι είναι αρχαιότατες θεότητες, λατρευόμενες στην Ελλάδα από την εποχή των Πελασγών. Η λατρεία παρουσιάζεται πρώτον στις βόρειες νήσους του Αιγαίου, τη Λήμνο, τη Σαμοθράκη (το νησί της Ηλέκτρας), την Ίμβρο και Θάσο καθώς και τις απέναντι αυτών Μακεδονικές, Θρακικές και Μικρασιατικές ακτές. Αργότερα, τον 6ο π.Χ. αιώνα, διαδόθηκε η λατρεία τους και στις Βοιωτικές Ανθηδών και κατόπιν στην περιοχή των Θηβών, όπου άκμαζε το «Καβείριον Ιερόν» και το Ιερόν των Καβείρων», εκ των οποίων το ένα ήταν αφιερωμένο στις Καβειρίδες και το άλλον στους Κάβειρους, όμως και τα δύο περίφημα.

    Οι Κάβειροι ήταν οι Θεοί των Σιδερένιων Σφυρηλατημένων Γεωργικών Εργαλείων, ήταν θεοί της γεωργίας. Ήταν επίσης οι προστάτες Θεοί των φημισμένων Καβειρίων μυστηρίων της Σαμοθράκης, μιας γεωργικής μυστηριακής λατρείας στενά σχετισμένη με τα διασημότερα Ελευσίνια μυστήρια.

    Η καταγωγή ή η σύνδεση της Δήμητρος και αυτών των Θεών λέγεται στην ιστορία των απόκρυφων της Περσεφόνης. Η θεά ήταν έντρομη για την παρθενία της θυγατέρα της και έτσι εγκατέστησε στην κατοχή της, το νησί της Σικελίας όπου έκρυψε την θυγατέρα της. Στην πορεία προσπάθησε να ανατρέψει τις καμίνους και φυσητήρες του Ηφαίστου, αλλά οι γιοι του, οι Κάβειροι, την έδιωξαν. Τελικά, μεσολάβησε ο Δίας, όπως πάντα σε τέτοιες διαφωνίες μεταξύ των Θεών και συμφιλιώθηκαν όταν οι Κάβειροι εμφάνισαν στη Θεά ποικίλα γεωργικά εργαλεία σφυρηλατημένα, όπως αιχμηρά μετάλλων για τα άροτρα, δρεπάνια για τον θερισμό του σίτου κλπ. Η Δημήτηρ ευχαριστημένη με αυτά που είχε, ώστε καθιέρωσε στην Σαμοθράκη όπου ήταν ο Ιασίων (γιος της Ηλέκτρας του Άτλαντος και του Διός) ο αγαπημένος της, τα Καβείρια Μυστήρια στην τιμή τους και τον διόρισε τον πρώτο Ιερέα της νέας λατρείας. Οι αρχικοί Θεοί των Καβειρίων μυστηρίων ήταν οι Κάβειροι, η Δημήτηρ και ο Ιασίων, οι γιοί τους Βοώτης και Πλούτος, οι Θεές Περσεφόνη και Εκάτη και διάφοροι άλλοι δευτερεύοντες Θεοί της γεωργίας.

    Ο Κάβειρος της Θεσσαλονίκης

    Πρώτος από τους ποιητές, τους αναφέρει ο Πίνδαρος. Από τους πιστούς των χαρακτηριζόταν σαν «Θεοί Μεγάλοι», «Θεοί Δυνατοί», «Θεοί Ισχυροί» και λατρευόταν με μυστήρια και νυχτερινές τελετές, των οποίων οι λεπτομέρειες είναι σε μεγάλο κομμάτι, άγνωστες.

    Κατά τον Αθηνίωνα, οι Κάβειροι ήταν δύο, ο Ιασίων και ο Δάρδανος, γιοι του Διός και της Ηλέκτρας θυγατέρας του Άτλαντος. Το όνομά τους όφειλαν στο φρυγικό όρος Κάβειρον, όπου αρχικά παραπέμπουν. Κατά τον Μνασέα το Βηρύτιο, οι Κάβειροι ήταν τρεις, καθώς και οι Καβειρίδες νύμφες, οι αδελφές τους, παιδιά του Ηφαίστου και της Καβειρούς, θυγατέρας του Πρωτέως από την Αγχινόη.

    Γονείς τους είναι ο Ήφαιστος και η Καβειρώ ( Στράβων 10.3.21) ή ο Ζευς και η Καλλιόπη. 

    Γεννήθηκαν στην Λήμνο, όπου λατρευόταν σαν «Θεοί Μειλίχιοι», προστάτες της αμπέλου που καθώς ευδοκιμούσε σε όλα τα ηφαιστειογενή εδάφη, έτσι και στη νήσο αυτή. Άλλοι αναφέρουν τρεις Καβείρους, την Αξίερο, τον Αξιόκερσο και την Αξιόκερσα. Ο Διονυσόδωρος παραδέχεται δύο ζεύγη: Την Αξίερο ταυτιζόμενη με την Δήμητρα και τον Αξιόκερσον προς τον Πλούτωνα, το ένα ζεύγος και την Αξιόκερσα προς την Περσεφόνη και τον Κασμίλο ή Καδμίλο προς τον Ερμή, το άλλο ζεύγος. Τα ονόματά τους δεν προφερόταν από τους πιστούς. Ονομαζόταν γενικά «Άνακτες». Κατά την τελετή των Ελευσινίων, η Δημήτρηρ και η Περσεφόνη αποκαλούταν απλά και μόνο «Θεοί».

    Στην Σαμοθράκη, η οποία θεωρείτο κοιτίδα της λατρείας των Καβείρων, χαρακτηριζόταν σαν προστάτες της ναυσιπλοΐας. Στην Ίμβρο και στη Θάσο σαν ευνοούντες την αφθονία στον τρύγο και σαν προστάτες των τεχνών.

    Επίσης, επειδή πιστευόταν πως οι δύο μεγαλύτεροι φόνευσαν τον έναν, τον νεώτερο, ο οποίος με τη βοήθειά τους ο Ερμής Καδμίλος ανέστησε με άγγιγμα του κηρυκείου του, θεωρείτο σύμφωνα με τον Διόδωρο, προσωποποίηση της πίστης για την αθανασία της ψυχής.

    Οπωσδήποτε, τόσο η λατρεία των Καβείρων, όσο και η έννοια των μυστηρίων τους, ποτέ δεν έγιναν πολύ γνωστά και αυτό γιατί από τους μυημένους υπήρχε απόλυτη μυστικότητα, αλλά για γιατί οι τελετές τους είχαν αλλοιώσεις κατά τόπο και χρόνο.

    Έτσι στη Σαμοθράκη οι ιερείς, όλοι κληρονομικοί, ονομαζόταν Κάδουλοι αλλά και Κάμιλοι, Καδμίλοι και Κάδμιλοι, όπως ο ένας από τους Καβείρους.

    Οι ιερείς κάθιζαν τον μυούμενο μετά τη διδασκαλία και τη δοκιμασία σε θρόνο, από τον οποίο λεγόταν η τελετή της μύησης «θρονισμός». Φορούσε προρφυρή ζώνη και στο κεφάλι στεφάνι από κλωνάρι ελιάς με ένα ελαφρύ πέπλο. Μπροστά από τον θρόνο έκαιγε φωτιά, γύρω από την οποία οι ιερείς ψιθύριζαν λέξεις και φράσεις ακατάληπτες στους αμύητους. Ο ρόλος της ζώνης ήταν να προφυλάσσει τον μυημένο από κάθε κίνδυνο. Χάρις σε αυτήν σώθηκε από την μανία των κυμάτων, ο Οδυσσεύς, χάρις σε αυτήν κατόρθωσε ο Αγαμέμνων να ελέγξει όλες τις στάσεις του στρατού κατά τον Τρωικό πόλεμο.

    Στα μυστήρια αυτά είχαν μυηθεί στη Σαμοθράκη, ο Ορφεύς, ο Ηρακλής, όλοι οι στρατηγοί του Τρωικού πολέμου, οι περισσότεροι των Αργοναυτών, ο Φίλιππος ο Β’ και η Ολυμπιάς, ο Περσεύς της Μακεδονίας πριν τον αγώνα κατά των Ρωμαίων και άλλοι.

    Χαρακτηριστικό της λατρείας στη Λήμνο, ήταν το σβήσιμο κάθε φωτιάς στη νήσο για εννιά μέρες, προκειμένου να έλθει η Ιερή Φλόγα, την οποία μετέφερε πλοίο που ερχόταν από τη Δήλο. Από τη νήσο Δήλο ανανεωνόταν το πυρ στη Λήμνο.

    Η λατρεία των Καβείρων διατηρήθηκε μέχρι της επικράτησης του χριστιανισμού και γινόταν με ανυπέρβλητη λαμπρότητα, ιδίως κατά τους Αλεξανδρινούς χρόνους.

     Καβειριακόν μελανόμορφο αγγείο του 4ου πΧ αιώνα, στο οποίο εικονίζεται η Κίρκη να προσφέρει στον Οδυσσέα το μαγικό ποτό.

     Τα ονόματά τους είναι Ευρυμέδων και Άλκων , σύμφωνα με τα «Διονυσιακά» του Νόννου και Καδμίλος ή Κάμιλος, σύμφωνα με τα «Γεωγραφικά» του Στράβωνα. 

    Σχετικά αποσπάσματα από τα Αρχαία Κείμενα

    Ανθηδών
    Ἀνθηδών, πόλις Βοιωτίας. Ὅμηρος Ἀνθηδόνα τ' ἐσχατόωσαν. ἀπὸ Ἀνθηδόνος τοῦ Δίου τοῦ Ἄνθου τοῦ Ποσειδῶνος καὶ Ἀλκυόνης τῆς Ἄτλαντος. συνῴκισαν δ' αὐτὴν Θρᾷκες, ὡς Λυκόφρων ἀστῷ σύνοικος Θρῃκίας Ἀνθηδόνοσ. ἢ διὰ τὸ πασῶν ἀνθηροτάτην εἶναι. ἔστι καὶ ἑτέρα πόλις πλησίον Γάζης πρὸς τῷ παραλίῳ μέρει. ὁ πολίτης τῆς προ- τέρας Ἀνθηδόνιος. ἔστι καὶ λιμὴν Ἀνθηδόνιος. ἀνηγορεύθη Νίκων παγκρατιαστὴς Ἀνθηδόνιοσ. καὶ Λεωνίδης ζωγράφος, Εὐφράνορος μαθητής, Ἀνθηδόνιος. τῆς δευτέρας ὁ πολίτης Ἀνθηδονίτης. (Στέφανος)
    καλούμενον καὶ ὑπ' αὐτῷ Βοιωτῶν ἐπὶ θαλάσσης πόλις ἐστὶν Ἀνθηδών· γενέσθαι δὲ τῇ πόλει τὸ ὄνομα οἱ μὲν ἀπὸ Ἀνθηδόνος νύμφης, οἱ δὲ Ἄνθαν δυναστεῦσαι λέγουσιν ἐνταῦθα, Ποσειδῶνός τε παῖδα καὶ Ἀλκυόνης τῆς Ἄτλαντος. Ἀνθηδονίοις δὲ μάλιστά που κατὰ μέσον
    τῆς πόλεως Καβείρων ἱερὸν καὶ ἄλσος περὶ αὐτό ἐστι, πλησίον %δὲ& Δήμητρος καὶ τῆς παιδὸς ναὸς καὶ ἀγάλματα λίθου λευκοῦ· (Παυσανίας)

     Καδμίλος
    Καδμῖλος δὲ ὁ Ἑρμῆς. τούτου δὲ καὶ Ἴσσης τινὸς νύμφης, ἀφ' ἧς καὶ Λέσβος ἐκλή- θη Ἴσσα, ἐγεννήθη παῖς ὀνόματι Πρύλις. οὗτος μάντις ὢν προσενεχθέντι τῷ Ἀγαμέμνονι τῇ Λέσβῳ ἄλλως. ὡς μή σε Κάδμοσ· ἀπέστρεψε τὸν λόγον πρὸς τὸν Πρύλιν, ὃς ἦν μάντις ἐν Ἴσσῃ ἤτοι τῇ Λέσβῳ υἱὸς τοῦ Καδμίλου καὶ Κάδμου Ἑρμοῦ καὶ Ἴσσης τινὸς νύμφης, ἀφ' ἧς καὶ ἡ Λέσβος ἡ καὶ Μιτυλήνη ἐκλήθη Ἴσσα, ὃς Πρύλις προςενεχθεὶς τοῖς Ἕλλησιν ὑπέθετο τὸν τρόπον τῆς Ἰλίου ἁλώσεως διὰ μαντείας· εἶπε γὰρ τὴν κατασκευὴν τοῦ δουρείου ἵππου δώροις πεισθεὶς ὑπὸ Παλαμήδους. Ἴσσα ἡ Λέσβος νῆσος ἡ καὶ Μιτυλήνη, περίρρυτος δὲ, διότι νῆσος. ὃν λέγει· ὦ Πρύλι, ὡς μὴ ὤφελέ σε τὸν Πρύλιν φυτεῦσαι καὶ γεννῆσαι ὁ Κάδμοσ ἤτοι ὁ Ἑρμῆς οὕτω λεγόμενος παρὰ Βοιωτοῖς ἐν τῇ Ἴσσῃ καὶ Μιτυλήνῃ τῇ περιρρύτῳ τῇ κυκλουμένῃ ὑπὸ θαλάσσης φυτεῦσαι δὲ ποδηγέτην καὶ ἑρμηνέα καὶ ὁδηγὸν τῶν Ἑλλήνων τῶν αὐθομαίμων δὲ καὶ συγγενῶν Τρώων συγκατασκάπτην - ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΥ ΤΟΥ ΤΖΕΤΖΟΥ

    Κάμιλοι
    ὅσα δὲ παρὰ Τυρρηνοῖς καὶ ἔτι πρότερον παρὰ Πελασγοῖς ἐτέλουν ἐπί τε Κουρήτων καὶ μεγάλων θεῶν ὀργιασμοῖς οἱ καλούμενοι πρὸς αὐτῶν κάδμιλοι, ταῦτα κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ὑπηρέτουν τοῖς ἱερεῦσιν οἱ λεγόμενοι νῦν ὑπὸ Ῥωμαίων κάμιλοι. ἔτι πρὸς τούτοις ἔταξε μάντιν ἐξ ἑκάστης φυλῆς ἕνα παρεῖναι τοῖς ἱεροῖς, ὃν ἡμεῖς μὲν ἱεροσκόπον καλοῦμεν, Ῥωμαῖοι δὲ ὀλίγον τι τῆς ἀρχαίας φυλάττοντες ὀνομασίας ἀρούσπικα προσαγορεύουσιν. ἅπαντας δὲ τοὺς ἱερεῖς τε καὶ λειτουργοὺς τῶν θεῶν ἐνομοθέτησεν ἀποδείκνυσθαι μὲν ὑπὸ τῶν φρατρῶν, ἐπικυροῦσθαι δὲ ὑπὸ τῶν ἐξηγουμένων τὰ θεῖα διὰ μαντικῆς. ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΑΛΙΚΑΡΝΑΣΕΩΣ

    Μυστήρια
    Παυσανίου Βοιωτικά κατὰ δὲ τὴν ὁδὸν τὴν ἀπὸ τῶν πυλῶν τῶν Νηιστῶν τὸ μὲν Θέμιδός ἐστιν ἱερὸν καὶ ἄγαλμα λευκοῦ λίθου, τὸ δὲ ἐφεξῆς Μοιρῶν, τὸ δὲ Ἀγοραίου Διός· οὗτος μὲν δὴ λίθου πεποίηται, ταῖς Μοίραις δὲ οὐκ ἔστιν ἀγάλματα. καὶ ἀπωτέρω μικρὸν Ἡρακλῆς ἕστηκεν ἐν ὑπαίθρῳ Ῥινοκολούστης ἐπωνυμίαν ἔχων, ὅτι τῶν κηρύκων, ὡς οἱ Θηβαῖοι λέγουσιν, ἀπέτεμεν ἐπὶ λώβῃ τὰς ῥῖνας, οἳ παρὰ Ὀρχομενίων ἀφίκοντο ἐπὶ τοῦ δασμοῦ τὴν ἀπαίτησιν.
    σταδίους δὲ αὐτόθεν πέντε προελθόντι καὶ εἴκοσι Δήμητρος Καβειραίας καὶ Κόρης ἐστὶν ἄλσος· ἐσελθεῖν δὲ τοῖς τελεσθεῖσιν ἔστι. τούτου δὲ τοῦ ἄλσους ἑπτά που σταδίους τῶν Καβείρων τὸ ἱερὸν ἀφέστηκεν. οἵτινες δέ εἰσιν οἱ Κάβειροι καὶ ὁποῖά ἐστιν αὐτοῖς καὶ τῇ Μητρὶ τὰ δρώμενα, σιωπὴν ἄγοντι ὑπὲρ αὐτῶν  συγγνώμη παρὰ ἀνδρῶν φιληκόων ἔστω μοι. τοσοῦτο δὲ δηλῶσαί με καὶ ἐς ἅπαντας ἐκώλυσεν οὐδέν, ἥντινα λέγουσιν ἀρχὴν οἱ Θηβαῖοι γενέσθαι τοῖς δρωμένοις.
    πόλιν γάρ ποτε ἐν τούτῳ φασὶν εἶναι τῷ χωρίῳ καὶ ἄνδρας ὀνομαζομένους Καβείρους, Προμηθεῖ δὲ ἑνὶ τῶν Καβείρων καὶ Αἰτναίῳ τῷ Προμηθέως ἀφικομένην Δήμητρα ἐς γνῶσιν παρακαταθέσθαι σφίσιν· ἥτις μὲν δὴ ἦν ἡ παρακαταθήκη καὶ τὰ ἐς αὐτὴν γινόμενα, οὐκ ἐφαίνετο ὅσιόν μοι γράφειν, Δήμητρος δ' οὖν Καβειραίοις δῶρόν ἐστιν ἡ τελετή. κατὰ δὲ τὴν Ἐπιγόνων στρατείαν καὶ ἅλωσιν τῶν Θηβῶν ἀνέστησαν μὲν ὑπὸ τῶν Ἀργείων οἱ Καβειραῖοι, ἐξελείφθη δὲ ἐπὶ χρόνον τινὰ καὶ ἡ τελετή. Πελαργὴν δὲ ὕστερον τὴν Ποτνιέως καὶ Ἰσθμιάδην Πελαργῇ συνοικοῦντα καταστήσασθαι μὲν τὰ ὄργια αὐτοῦ λέγουσιν ἐξ ἀρχῆς, μετενεγκεῖν δὲ αὐτὰ ἐπὶ τὸν Ἀλεξιάρουν καλούμενον· ὅτι δὲ τῶν ὅρων ἐκτὸς ἐμύησεν ἡ Πελαργὴ τῶν ἀρχαίων, Τηλώνδης καὶ ὅσοι γένους τοῦ Καβειριτῶν ἐλείποντο κατῆλθον αὖθις ἐς τὴν Καβειραίαν. Πελαργῇ μὲν δὴ κατὰ μάντευμα ἐκ Δωδώνης καὶ ἄλλα ἔμελλεν ἐς τιμὴν καταστήσασθαι καὶ ἡ θυσία, φέρον ἐν τῇ γαστρὶ ἱερεῖον·
    τὸ δὲ μήνιμα τὸ ἐκ τῶν Καβείρων ἀπαραίτητόν ἐστιν ἀνθρώποις, ὡς ἐπέδειξε δὴ πολλαχῇ. τὰ γὰρ δὴ δρώμενα ἐν Θήβαις ἐτόλμησαν ἐν Ναυπάκτῳ κατὰ ταὐτὰ ἰδιῶται δρᾶσαι, καὶ σφᾶς οὐ μετὰ πολὺ ἐπέλαβεν ἡ δίκη. ὅσοι δὲ ὁμοῦ Μαρδονίῳ τῆς στρατιᾶς τῆς Ξέρξου περὶ Βοιωτίαν ἐλείφθησαν, τοῖς παρελθοῦσιν αὐτῶν ἐς τὸ ἱερὸν τῶν Καβείρων τάχα μέν που καὶ χρημάτων μεγάλων ἐλπίδι, τὸ πλέον δὲ ἐμοὶ δοκεῖν τῇ ἐς τὸ θεῖον ὀλιγωρίᾳ, τούτοις παραφρονῆσαί τε συνέπεσεν αὐτίκα καὶ ἀπώλοντο ἐς θάλασσάν τε καὶ ἀπὸ τῶν κρημνῶν ἑαυτοὺς ῥίπτοντες. Ἀλεξάνδρου δέ, ὡς ἐνίκησε τῇ μάχῃ, Θήβας τε αὐτὰς καὶ σύμπασαν τὴν Θηβαΐδα διδόντος πυρί, ἄνδρες τῶν ἐκ Μακεδονίας ἐλθόντες ἐς τῶν Καβείρων τὸ ἱερὸν ἅτε ἐν γῇ τῇ πολεμίᾳ κεραυνοῖς τε ἐξ οὐρανοῦ καὶ ἀστραπαῖς ἐφθάρησαν.
    οὕτω μὲν τὸ ἱερὸν τοῦτό ἐστιν ἐξ ἀρχῆς ἅγιον· τοῦ Καβειρίου δὲ ἐν δεξιᾷ πεδίον ἐστὶν ἐπώνυμον Τηνέρου μάντεως, ὃν Ἀπόλλωνος παῖδα εἶναι καὶ Μελίας νομίζουσι, καὶ Ἡρακλέους ἱερὸν μέγα ἐπίκλησιν Ἱπποδέτου


     
    Ηρόδοτος - Ευτέρπη 2.50.1 διότι ήδη οι Αθηναίοι εκείνο τον καιρό ως Έλληνες υπολογίζονται, όταν ήρθαν οι Πελασγοί να ζήσουν στη χώρα μαζί τους και με αυτόν τον τρόπο άρχισαν να αναγνωρίζονται ως Έλληνες. Όποιος δε στα Καβείρια μυστήρια μυείται, τα οποία οι κάτοικοι της Σαμοθράκης κάνουν αφού τα έμαθαν από παράδοση από τους Πελασγούς, αυτός ο άνδρας (ο μυημένος) γνωρίζει αυτό που λέγω. Διότι τη Σαμοθράκη στο παρελθόν κατοίκησαν Πελασγοί, που ήρθαν να ζήσουν μεταξύ των Αθηναίων και είναι από αυτούς οι κάτοικοι της Σαμοθράκης διδάχθηκαν τα μυστήρια. Όρθια έχουν τα αιδοία (γεννητικά μόρια) οι Αθηναίοι, στα αγάλματα του Ερμή, είναι οι πρώτοι Έλληνες που το έκαναν πληροφορούμενοι από τους Πελασγούς. Οι δε Πελασγοί έλεγαν κάποιον θεϊκό λόγο για αυτό, τον οποίο εξέθεταν στα Μυστήρια στη Σαμοθράκη

    Ηρόδοτος - Θέλεια
    3.37.2: Έτσι δε λοιπόν στο Ιερό του Ηφαίστου (ο θεός Φθα στους Αιγυπτίους) και κορόιδεψε πολύ το άγαλμα…..Εισήλθε και στο Ιερό των Καβείρων, μέσα στο οποίο δεν είναι έννομο να υπάρχει άλλος εκτός του ιερέα. Αυτά είναι δε τα αγάλματα και ξεθεμελίωσε πολλά κατεδαφίζοντας. Αυτά μοιάζουν με του Ηφαίστου. Και λένε πως είναι αυτού παιδιά.

    Στράβων Γεωγραφικά (10.3.19-21):ο Ακουσίλαος ο Αργείος, λέει πως ο Κάμιλλος είναι (γιος) της Καβειρούς και του Ηφαίστου, από αυτόν (γεννήθηκαν) τρεις Κάβειροι από τους οποίους (γεννήθηκαν) οι Καβειρίδες Νύμφες. Ο Φερεκύδης λέγει από τον Απόλλωνα και την Ρητία γεννήθηκαν εννέα Κορύβαντες, που κατοίκησαν στην Σαμοθράκη. Από την Καβειρώ την θυγατέρα του Πρωτέως και τον Ήφαιστο, γεννήθηκαν τρεις (γιοι) Κάβειροι και τρεις Καβερίδες (θυγατέρες) και σε όλους έγιναν ιερά. Προ πάντων στην Ίμβρο και τη Λήμνο συμβαίνει να τους τιμούν, αλλά και στην Τροία και τις γύρω πόλεις. Τα ονόματά τους είναι μυστικά. Ο Ηρόδοτος λέει πως στην Μέμφιδα είναι ιερά των Καβείρων καθώς και του Ηφαίστου και αυτά τα κατέστρεψε ο Καμβύσης. Είναι ακατοίκητα τα μέρη των θεών αυτών.

    Ο ίδιος ο Στράβων λέει αλλού
    Κύρβαντος. Κύρβας, είναι κύριο όνομα εκ του οποίου και οι Κορύβαντες. Θεοί δίπλα στη Ρέα. Αυτοί διαφύλαξαν τον Δία. Ή από το το κρύβειν ή το κρυβάζειν, απ’ όπου και οι λέξεις κυρβασία και κρυβασία. Ο Στράβων αναφέρει τους Κορύβαντες σαν θεούς που είναι παιδιά της Αθηνάς και του Ηλίου. Συνεχίζει το Στράβων, πως μερικοί άλλοι ότι είναι του Κρόνου, άλλοι του Δία και της Καλλιόπης αυτούς τους ίδιους με τους Καβείρους που πήγαν στην Σαμοθράκη που προηγούμενα έλεγαν Μελίτη και τα δρώμενά τους είναι κρυφά.

    Παυσανίου - Μεσσηνιακά 4.1.5-9:
    Πρώτοι λοιπόν, βασιλεύουν αυτήν την χώρα (Μεσσήνη) ο Πολυκάων και ο Λέλεγος και η Μεσσήνη η γυναίκα του Πολυκάονος. Στη Μεσσήνη τα μυστήρια των Μεγάλων Θεών έφερε από την Ελευσίνα ο Κελαινός του Φλύου. Οι Αθηναίοι λέγουν πως ο Φλύος είναι γιος της Γης. Την μυσταγωγία των Μεγάλων Θεών έφερε ο Λύκος ο Πανδίονος και πολλά χρόνια αργότερα ο Καύκων ανέβασε σε μεγαλύτερη υπόληψη. Ακόμα, ονομάζουν το δάσος του Λύκου όπου καθαγίαζαν τους μυημένους. Και πως υπάρχει δάσος σε αυτή τη γη που καλείται Λύκος. Ο Μέθαπος που ήταν Αθηναίος, ήταν μύστης και συνέταξε κάθε είδους μυστήρια και κατέστησε τις μυσταγωγίες των Καβείρων στη Θήβα.

    Διόδωρος Σικελιώτης
    4.49.8: Οι Αργοναύτες λέγουν από την Τροία εξαπλωμένοι στη Σαμοθράκη ήρθαν και στους Μεγάλους Θεούς αφού απέδωσαν τα ταξίματα στους Θεούς, πάλι αφιέρωσαν τις τεφροδόχους στο ναό αυτές που ακόμα και τώρα διαμένουν.

    Σούδα λεξικόν : Ζηρυνθία: είναι η Αφροδίτη. Και Ζηρύνθιον και Ζήρινθον σπήλαιο στο οποίο θυσίαζαν τους κύνες. Εδώ είναι τα μυστήρια των Κορυβάντων και της Εκάτης.

     ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

    Καβειρώ ή Καβείρη. Θυγατέρα του Πρωτέως και της Αγχινόης, μητρός από τον Ήφαιστο των Καβείρων Θεών και Καβειρίδων Νυμφών ή μητέρα του Καδμίλου πατέρα των Καβείρων. Σύμφωνα με άλλη παράδοση, η Καβειρώ είναι Θράσσα (από τη Θράκη) και μητέρα των Καβείρων Άλκηνος και Ευρυμέδοντος.

    Καβείρια είναι εορτή που γινόταν προς τιμή των «Μεγάλων Θεών», των Καβείρων, αναμνηστικά νομίσματα της οποίας κόπηκαν στην Θεσσαλονίκη και την Πέργαμο.

    Καβειρία και Καβειραία, λέγεται επίκληση της Δήμητρος.

    Καβειριάρχης είναι ένας τίτλος που έφεραν αρχικά τέσσερις και έπειτα τρεις και τελικά ένας ιερατικός άρχοντας, που επιμελούταν τα της εορτής των μυστηρίων. Εκτελούσαν χρέη μυσταγωγών και από τις επιγραφές φαίνεται πως υπήρχαν γεγονότα, των οποίων η χρονολόγηση γινόταν από αυτούς.

    Καβειρίδες είναι οι Νύμφες των Καβείρων, θυγατέρες του Ηφαίστου και της Καβειρούς.

    Καβείριον είναι το Ιερό των Καβείρων σε απόσταση 25 σταδίων και βόρεια των θηβαϊκών Νηϊστών Πυλών. Ο Παυσανίας στα «Βοιωτικά» τις περιγράφει εκτενώς. Ανασκάφηκαν το 1887 από την Γερμανική Αρχαιολογική σχολή. Στις ανασκαφές βρέθηκαν βάσεις λατρευτικών αγαλμάτων, επιγραφές, μελανόμορφα αγγεία πήλινα και διάφορα είδωλα που αποδείκνυαν πως στο Ιερό λατρευόταν από τους κατοίκους της περιοχής, μόνο άρρενες θεοί. Οι Καβειρίδες είχαν δικό τους Ιερό σε απόσταση 7 σταδίων από αυτό. Για τα μυστήρια σε αυτά τα Ιερά δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες γιατί και ο Παυσανίας αλλά και οι υπόλοιποι που τα αναφέρουν, είναι φειδωλότατοι στις πληροφορίες τους.


     

    Ο Χρόνος ποτέ δεν γερνά. Μετά από αυτόν έρχεται το Χάος και ο Αιθήρ Ο Χρόνος έφτιαξε μέσα στον Αιθέρα ένα ασημένιο αυγό. Από το αυγό αυτό βγήκε πρώτος ο Θεός Φάνης, ο μορφοποιητής του κόσμου. Ο Αριστοφάνης τον αποκαλεί Έρωτα, ενώ αλλού τον αποκαλούν Ηρικεπαίο. Κατά τις Ορφικές αντιλήψεις, ο Φάνης γεννήθηκε από το κοσμικό Ωόν. Είναι ο πρώτος Θεός και δημιουργός. Είναι ο πρώτος που βασίλευσε στο σύμπαν και στον κόσμο. Ο Πρόκλος, που είναι μία από τις κυριότερες πηγές των ορφικών θεωρήσεων, λέει ότι κατά τη βασιλεία του Φάνητος ή Ηρικεπαίου, ζούσε το Χρυσό Γένος. Επίσης πάλι κατά τον Πρόκλο, ο Φάνης κατασκεύασε το σκήπτρο και πρώτος βασίλευσε ο Ηρικεπαίος ή Ηρικαπαίος. Ο Ηρικεπαίος, κατά την Ορφική κοσμογονία υπήρξε αυτός που μετείχε σε αμφότερα τα φύλα, χαρακτηριζόμενος ως κυρίαρχος του κόσμου, ζωοδότης, πρωτόγονος. Κατά την ανωτέρω Κοσμογονία, δημιουργήθηκε κατ’ αρχάς ο Χρόνος, εξ αυτού η δυάς Αιθήρ και Χάος, τα οποία μετά του κοσμογονικού Ωού, παρήγαγαν την πρώτη τριάδα. Εκ της γονιμοποιήσεως του Ωού προήλθε ο Έρος, ο Φάνης, δηλαδή ο Θεός του Φωτός και ο Μήτις, ήτοι ο Θεός της σκέψης, της φρόνησης, αποτελέσαντες τοιουτοτρόπως την Δευτέρα τριάδα. Μετά της τριάδος ταυτής συνένωναν οι Ορφικοι τον Ηρικαπαίον, ο οποίος συνδύαζε κατ’ αυτούς την ζωή, το φως και την φρόνηση. Στο Θεό αυτόν υπάρχει αφιερωμένος ένας Ορφικός Ύμνος, «Πρωτογόνου», που εκεί καθαρά οι Ορφικοί τον ταυτίζουν με τον Φάνητα. Απόσπασμα του Πρόκλου από τα σχόλιά του για τον Κρατύλο του Πλάτωνα. Απόσπασμα του Πρόκλου ΠΡΟΚΛΟΥ ΔΙΑΔΟΧΟΥ ΕΙΣ ΤΟΝ ΤΙΜΑΙΟΝ ΠΛΑΤΩΝΟΣ Λοιπὸν δὲ περὶ αὐτῶν τῶν θεῶν τούτων, ὧν ἐμνημό νευσεν ὁ Πλάτων, ὁποίας ἔχειν ἐννοίας προσήκει ῥητέον, διότι καὶ τῶν παλαιῶν οἳ μὲν εἰς μύθους τὸν περὶ αὐτῶν λόγον ἀνήνεγκαν, οἳ δὲ εἰς πάτρια πόλεων, οἳ δὲ εἰς φυλακικὰς δυνάμεις, οἳ δὲ εἰς ἠθικὰς ἀποδόσεις, οἳ δὲ εἰς ψυχάς. οὓς καὶ ὁ θεῖος Ἰάμβλιχοσ αὐτάρκως διήλεγξεν ὡς τῆς τε τοῦ Πλάτωνος διανοίας ἁμαρτόντας καὶ τῆς τῶν πραγμάτων ἀληθείας. ῥητέον δ' οὖν τοῦτον τὸν τρόπον, ὅτι Πυθαγόρειος ὢν ὁ Τίμαιος ἕπεται ταῖς τῶν Πυθαγορείων ἀρχαῖς. αὗται δέ εἰσιν αἱ Ὀρφικαὶ παραδόσεις· ἃ γὰρ Ὀρφεὺς δι' ἀπορρήτων λόγων μυστικῶς παραδέδωκε, ταῦτα Πυθαγόρασ ἐξέμαθεν ὀργιασθεὶς ἐν Λεβήθροις τοῖς Θρᾳκίοις Ἀγλαοφάμω τελεστᾶ μεταδόντοσ ἣν περὶ θεῶν Ὀρφεὺσ σοφίαν παρὰ Καλλιόπης τῆς μητρὸς ἐπινύσθη· ταῦτα γὰρ αὐτός φησιν ὁ Πυθαγόρας ἐν τῷ Ἱερῷ λόγῳ. τίνες οὖν αἱ Ὀρφικαὶ παραδόσεισ, ἐπειδήπερ εἰς ταύτας ἀναφέρειν οἰόμεθα χρῆναι τὴν τοῦ Τιμαίου περὶ θεῶν διδασκαλίαν; θεῶν βασιλέας παραδέδωκεν Ὀρφεὺς κατὰ τὸν τέλειον ἀριθμὸν τῶν ὅλων προεστηκότας Φάνητα Νύκτα Οὐρανὸν Κρόνον Δία Διόνυσον· πρῶτος γὰρ ὁ Φάνης κατασκευάζει τὸ σκῆπτρον· καὶ πρῶτος βασίλευσε περικλυτὸς Ἠρικεπαῖοσ· δευτέρα δὲ ἡ Νύξ, δεξαμένη παρὰ τοῦ πατρός, τρίτος δὲ ὁ Οὐρανὸς παρὰ τῆς Νυκτός, καὶ τέταρτος ὁ Κρόνος, βιασάμενος, ὥς φασι, τὸν πατέρα, καὶ πέμπτος ὁ Ζεύς, κρατήσας τοῦ πατρός, καὶ μετὰ τοῦτον ἕκτος ὁ Διόνυσος. οὗτοι δὴ πάντες οἱ βασιλεῖς ἄνωθεν ἀπὸ τῶν νοητῶν καὶ νοερῶν ἀρξάμενοι θεῶν χωροῦσι διὰ τῶν μέσων τάξεων καὶ ἐς τὸν κόσμον, ἵνα καὶ τὰ τῇδε κοσμήσωσι· Φάνης γὰρ οὐ μόνον ἐστὶν ἐν τοῖς νοητοῖς, ἀλλὰ καὶ ἐν τοῖς νοεροῖς, ἐν τῇ δημιουργικῇ τάξει καὶ ἐν τοῖς ὑπερκοσμίοις καὶ τοῖς ἐγκοσμίοις, καὶ Νὺξ καὶ Οὐρανὸς ὁμοίως· αἱ γὰρ ἰδιότητες αὐτῶν διὰ πάντων χωροῦσι τῶν μέσων. αὐτὸς δὲ ὁ μέγιστος Κρόνος οὐχὶ καὶ πρὸ τοῦ Διὸς τέτακται καὶ μετὰ τὴν Δίιον βασιλείαν, μετὰ τῶν ἄλλων Τιτάνων τὴν Διονυσιακὴν μερίζων δημιουργίαν, καὶ ἄλλος μὲν ἐν τῷ οὐρανῷ, ἄλλος δὲ ἐν τοῖς ὑπὸ σελήνην, καὶ ἐν μὲν τῇ ἀπλανεῖ ἄλλος, ἐν δὲ ταῖς πλανωμέναις ἄλλος, καὶ Ζεὺς ὁμοίως καὶ Διόνυσος; ταῦτα μὲν οὖν καὶ διαρρήδην εἴρηται τοῖς παλαιοῖσ. εἰ δὲ ταῦτα ὀρθῶς φαμεν, πάντα πανταχοῦ ἀνὰ λόγον ἐστί, καὶ ὁ βουλόμενος τὰς ἐν οὐρανῷ τῶν θεῶν προόδους ἢ τὰς ὑπὸ σελήνην θεωρῆσαι πρὸς τὰς πρώτας ἀποβλέψει καὶ ἀρχηγικὰς αἰτίας τῶν βασιλειῶν· ἐκεῖθεν γὰρ πάσαις καὶ κατ' ἐκείνας ἡ γένεσις, διὸ δὴ καὶ ἡμῖν πρὸς ἐκείνας ἀποβλεπτέον. ἔνιοι μὲν οὖν φασιν, ὅτι τοὺς μὲν ἀνὰ λόγον τοῖς δύο βασιλεῦσιν ἐν οὐρανῷ καταλέλοιπε ζητεῖν, Φάνητι λέγω καὶ Νυκτί· δεῖ γὰρ )αὐ*τοὺς ἐν ὑπερτέρᾳ τάξει ποιεῖν καὶ ἐν τοῖς ἐγκοσμίοις, διότι δὴ καὶ πρὸ τοῦ κόσμου τῶν νοερῶν ἡγοῦνται θεῶν, ἐν τῷ ἀδύτῳ διαιωνίως ἱδρυμένοι, καθά φησιν Ὀρφεύσ, αὐτοῦ τοῦ Φάνητος, τὴν κρύφιον αὐτῶν τάξιν καὶ ἀνέκφαντον ἐκεῖνος ἄδυτον ἀποκαλῶν. εἴτε οὖν τὴν ταὐτοῦ περιφορὰν καὶ τὴν θατέρου τάττειν ἐθέλοι τισ εἰς τὴν τούτων ἀναλογίαν ὡς ἄρρεν καὶ θῆλυ καὶ πατρικὸν καὶ γεννητικόν, οὐκ ἂν ἁμαρτάνοι τῆς ἀληθείας, εἴτε ἥλιον καὶ σελήνην ὡς ἐν τοῖς πλανωμένοις ἀντιθέτους, ὁ μὲν ἥλιος τὴν ὁμοιότητα [τὴν] πρὸς τὸν Φάνητα δια[σώσει, ἡ δὲ] σελήνη τὴν πρὸς τὴν Νύκτα. [εἰ δὲ τοῦτο] ἀληθές, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ, [τὸν ἕν]α τῶν ὅλων δημιουργὸν [ἀνὰ λόγ]ον ἱδρύσας τῷ πατρὶ [τῷ] Φάνητι νοερὸν... καὶ αὐτόν καὶ γὰρ... ταύτης ἐστὶ τῶν κόσμων... ποιεῖν ὁ θεολόγοσ, ὥσπερ οὗτος τοῦ τε Οὐρανοῦ καὶ τῆς Γῆσ· τὸν δὲ κρατῆρα τὸν ζῳογόνον τῇ Νυκτὶ τῇ πᾶσαν ἐκ τῶν ἀφανῶν παραγούσῃ ζωὴν μετὰ τοῦ Φάνητος, ὡς καὶ ὁ κρατὴρ πᾶσαν λοχεύει τοῖς ἐν τῷ κόσμῳ ψυχήν· βέλτιον γὰρ ἄμφω πρὸ τοῦ κόσμου νοεῖν καὶ τὸν μὲν δημιουργὸν αὐτὸν ἀνὰ λόγον τῷ Φάνητι τάττειν, ἐπειδὴ καὶ πρὸς αὐτὸν ἀφομοιοῦσθαι λέγεται κατὰ τὴν ποίησιν τῶν ὅλων, τὴν δὲ συνεζευγμένην αὐτῷ καὶ γεννητικὴν τῶν ὅλων δύναμιν τῇ Νυκτὶ ἀφανῶς τὰ πάντα ἐκ τοῦ πατρὸς προαγούσῃ, μετὰ δὲ τούτους τὰς λοιπὰς παραδιδόναι βασιλείας διακεκοσμημένας ἀνὰ λόγον ταῖς νοεραῖς. καὶ εἰ καὶ αὐτὸ τοῦτο ζητοίημεν, διὰ τί μὴ καὶ τὰς δύο διαρρήδην βασιλείας ἔλαβεν ἀνὰ λόγον, προσεχέστερόν ἐστι λέγειν, ὅτι καὶ ἐκείνους μὲν ἡ Ὀρφέως εἶχε παράδοσις δι' οὗ τὴν Οὐρανοῦ πρώτην καὶ Γῆς ἐξυμνεῖ βασιλείαν, συνηθεστέρα τοῖς Ἕλλησιν οὖσα, καθάπερ καὶ αὐτὸς ἐν τῷ Κρατύλῳ λέγει, τῆς Ἡσιόδου μεμνημένος διαφερόντως Θεογονίασ καὶ μέχρι ταύτης ἀνατρέχων κατὰ τὸν Ἡσίοδον. ΕΚ ΤΩΝ ΤΟΥ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ ΠΡΟΚΛΟΥ ΣΧΟΛΙΩΝ ΕΙΣ ΤΟΝ ΚΡΑΤΥΛΟΝ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΕΚΛΟΓΑΙ ΧΡΗΣΙΜΟΙ Ὅτι πᾶς νοῦς ἢ ἕστηκε, καὶ ἔστιν νοητὸς τότε ὡς κρείττων κινήσεως, ἢ κινεῖται, καὶ ἔστιν νοερὸς τότε, ἢ ἀμφότερα, καὶ ἔστιν τότε νοητὸς ἅμα καὶ νοερός. καὶ ἔστιν ὁ μὲν πρῶτος Φάνης, ὁ δὲ δεύτερος, ὁ καὶ κινούμενος καὶ ἑστηκώς, Οὐρανός, ὁ δὲ μόνον κινούμενος Κρόνος. Ὅτι τὸν Κρόνον διὰ τὸ ἀμέριστον αὐτοῦ καὶ ἑνιαῖον καὶ πατρικὸν καὶ ἀγαθουργὸν ἐν τοῖς νοεροῖς εἰς ταὐτόν τινεσ ἄγουσι τῇ μιᾷ τῶν πάντων αἰτίᾳ, οὐ καλῶς λέγοντες· ἀναλογεῖ γὰρ αὐτῇ μόνον, ὡς καὶ Ὀρφεὺσ τὴν πρώτην πάντων αἰτίαν Χρόνον καλεῖ ὁμωνύμως σχεδὸν τῷ Κρόνῳ, αἱ δὲ θεοπαράδοτοι φῆμαι τὴν θεότητα ταύτην τῷ ἅπαξ χαρακτηρίζουσιν λέγουσαι ἅπαξ ἐπέκεινα· τὸ γὰρ ἅπαξ τῷ ἑνὶ συγγενές. Ὅτι ὁ τοῦ Κρόνου πατὴρ Οὐρανὸς νοῦς ἐστι νοῶν μὲν καὶ ἑαυτόν, ἡνωμένος δὲ τοῖς πρωτίστοις νοητοῖς καὶ ἱδρυμένος σταθερῶς ἐν ἐκείνοις καὶ συνεκτικὸς τῶν νοερῶν πάντων διακόσμων τῷ μένειν ἐν τῇ ἑνώσει τῇ νοητῇ. καὶ ἔστιν συνεκτικὸς οὗτος ὁ θεός, ὥσπερ ὁ Κρόνος διακριτικός, καὶ διὰ τοῦτο πατήρ· προηγεῖται γὰρ τὰ συνοχικὰ αἴτια τῶν διακριτικῶν καὶ τῶν νοερῶν μόνον τὰ νοητὰ ἅμα καὶ νοερά. ὅθεν δὴ καὶ ὁ Οὐρανός, συνοχεὺς ὢν τῶν ὅλων κατὰ μίαν ἕνωσιν, ὑφίστησι τὴν Τιτανικὴν σειρὰν καὶ πρὸ ταύτης ἄλλας διακοσμήσεις θεῶν, τὰς μὲν ἐν ἑαυτῷ μενούσας μόνον, ἃς δὴ καὶ κατέχει παρ' ἑαυτῷ, τὰς δὲ μενούσας καὶ προϊούσας, ἃς δὴ μετὰ τὴν ἔκφανσιν ἀποκρύπτειν λέγεται, καὶ μετὰ ταύτας ἁπάσας τὰς ἐπὶ πᾶν προϊούσας καὶ διακρινομένας ἀπὸ τοῦ πατρός· καὶ γὰρ μονάδας παράγει δισσὰς καὶ τριάδας ἰσαρίθμους ταῖς μονάσι καὶ ἑβδομάδας· ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἐν ἄλλοισ ἐπὶ πλέον ἐξήτασται.


     

    Η Κίρκη, ονομαστή μάγισσα της αρχαιότητας, ζούσε στο μακρινό νησί Αία, σε ένα θαυμάσιο παλάτι κτισμένο σε ένα πολύ όμορφο δάσος. Τα περίλαμπρα ανάκτορά της ήταν γεμάτα λύκους, λιοντάρια και άλλα ζώα, στα οποία είχε μεταμορφώσει τους ανθρώπους που έρχονταν στο νησί της. Με πολλή φιλοφροσύνη κατάκτησε τους συντρόφους του Οδυσσέα και, αφού τους προσέφερε φαγητά και μαγεμένα βότανα για να λησμονήσουν την πατρίδα τους, τους μεταμόρφωσε σε χοίρους με το ραβδί της. Ο Ευρύλοχος, που βρισκόταν έξω από τα ανάκτορα, είδε το γεγονός και το εξιστόρησε στον Οδυσσέα. Αυτός, πήρε ένα βότανο που εξουδετέρωνε τις μεταμορφώσεις της Κίρκης από το θεό Ερμή και επισκέφτηκε την Κίρκη, υποχρεώνοντάς την να επαναφέρει τους συντρόφους του στην κανονική τους μορφή και έμεινε μαζί της για ένα χρόνο. Καρποί της σχέσης τους υπήρξαν ο Άγριος, η Κασσιφόνη, ο Λατίνος και ο Τηλέγονος. Λατρευόταν στη Ρώμη ως θεά, ενώ ο Βιργίλιος αναφέρει ότι ζούσε στην Τυρρηνική θάλασσα.
    Ο Λατίνος, βασιλιάς του Λατίου, ίδρυσε την πόλη Λάτιο, από την οποία κατάγονται οι Λατίνοι και οι Ρωμαίοι, ενώ αποτελούσε συνεκτικό κρίκο της Ιταλίας με την Τροία. Η Κασσιφόνη έγινε σύζυγος του Τηλέμαχου αλλά τον σκότωσε γιατί έγινε αίτιος του θανάτου της μητέρας της, Κίρκης, αιτιολογώντας την ετυμολογία του ονόματός της (κασσιφόνη = αδελφοκτόνος). Ο Τηλέγονος όταν ενηλικιώθηκε τον έστειλε η μητέρα του να αναζητήσει τον Οδυσσέα, αλλά τον σκότωσε, αγνοώντας την ταυτότητά του. Παρέλαβε την Πηνελόπη και πήγε στο νησί των Μακάρων.

     Πάντα, η γοητεία είναι που προχωρά από τα θεία θηλυκά όντα, θαυμάσια ειδικευμένα στη μαγεία και στις ιατρικές τέχνες, που ξέρουν μόνο τις αρετές ορισμένων χορταριών, ορισμένων λουλουδιών, φτιάχνοντας με αυτά φίλτρα και ποτά που δίνουν το θάνατο και τη ζωή, την ασθένεια και την υγεία στο απέραντο βασίλειο της Φύσης. Πώς μπορεί η Κίρκη να ερμηνευθεί επισημαίνοντας τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που την συνδέουν, αυτή τη μεγάλη θεά της μεσογειακής θρησκείας;

    Εξετάζοντας τις τόσες πολλές επαναστατικές αλλαγές στον τομέα της αρχαιολογίας, αναγκαζόμαστε σε μια απολύτως νέα προοπτική για την προηγούμενη ιστορία ολόκληρου του πλανήτη και ίσως αυτό να καταστήσει όλα τα σχολικά βιβλία μας ξεπερασμένα.

     Ο Μ. Marconi καθηγητής της Ιστορίας των Θρησκειών στο Μιλάνο για ένα μακρύ χρονικό διάστημα από το 1940 ως το 1970, σαφώς έβλεπε πως η περιοχή που η ερευνητική μεθοδολογία όριζε, δεν θα μπορούσε να περιοριστεί μέσα στα παραδοσιακά γεωγραφικά όρια, αλλά εκτεινόταν από τα βρετανικά νησιά ως την κοιλάδα του Ινδού ποταμού και ως το νοτιότερο μέρος της Αφρικής. Οι ειδικές θρησκευτικές αναλογίες και μια ουσιαστική θρησκευτική κοινότητα μεταξύ των ανατολικών και δυτικών μεσογειακών ακτών περιγράφουν μια πολιτιστική ενότητα στα αρχέγονα στρώματα όλων των μεσογειακών χωρών που ανήκουν στην Νεολιθική εποχή.

    Επιπλέον, μπορούμε να δούμε πώς ο μεγάλος μεσογειακός πολιτισμός, χάρη στη μελέτη μερικών θηλυκών θεοτήτων στην ελληνική και ρωμαϊκή θρησκεία, πέρασε μέσω της Μαύρης Θάλασσας, των κοιλάδων του Τίγρη και του Ευφράτη και απλώθηκε μέχρι την κοιλάδα του Ινδού ποταμού. Αποκαλύπτεται σήμερα πως οι Ανατολικές και του Αιγαίου θρησκείες και η προ-Αριανή Ινδία μας κάνουν να σκεφθούμε πως η μετέπειτα θρησκεία τους ανάγεται σε δυτική προέλευση που αναμιγνύεται με τον πρωτόγονο νεγροειδή πληθυσμό και φορέας ήταν ο φορέας ο μεσογειακός πολιτισμός στην Κεϋλάνη και σε άλλα πλησίον μέρη.

     Ήταν οι Πελασγοί, ο μεσογειακός προ-ινδοευρωπαϊκός λαός, που βεβαίωσαν την παρουσία τους μέχρι την Άνω- Παλαιολιθική, δυτικά και ανατολικά στην περιοχή της Ανατολίας και του Αιγαίου. Στην Ιταλία βρίσκονται ίχνη τους στο Βορρά και στο κεντρικό-νότιο μέρος στη Σικελία, συμπεριλαμβανομένης της Σαρδηνίας.  Δεν ήταν ναυτικοί ούτε κατακτητές, αλλά μικρές ομάδες ανθρώπων που ασκούσαν τη γεωργία, εγκατέλειψαν τα εδάφη τους πηγαίνοντας στην ανατολική πλευρά της Αδριατικής θάλασσας, ψάχνοντας για νέο έδαφος. Γύρω από τα βουνά της σημερινής Αλβανίας έχτισαν τα χωριά τους. Ζούσαν διαφορετικά από τους γηγενείς κατοίκους της Μεσογείου που ζούσαν εδώ από τους νεο-λιθικούς χρόνους και τους ήδη Αρίους Ευρωπαίους που είχαν συγκροτημένη γλώσσα, που αποδεικνύεται στις αποτεφρώσεις ως νεκρικές ιεροτελεστίες.

     Η Κίρκη είναι πολύ περισσότερο από μια θηλυκή γόησσα, είναι το αρχέτυπο του Ποντία Φωτών, το πιο πλήρες παράδειγμα των φαρμακίδων (μαγισσών), η Θεά στην πλήρη εκδήλωσή της ως Κυρία των Άγριων (Φυτών και Ζώων), θεραπεύτρια, η πιο γνωστή μάγισσα του Αρχαίου Μεσογειακού κόσμου απόλυτα συσχετισμένη με τη Μήδεια, την πλέον διάσημη μάγισσα της Ανατολίας και τόσο δημοφιλούς και βαθιά ριζωμένης στην παράδοση για να επιζήσει ως καθορισμένη και ισχυρή εικόνα ακόμη και στις γραπτές αφηγήσεις του πιο πρόσφατου πατριαρχικού πολιτισμού μέσω του Ομήρου και του Ευριπίδη.

     Η γενεαλογία της Κίρκης είναι πολλαπλάσιος: κόρη της Εκάτης και του Ηλίου ή της Περσηίδος και του Ηλίου, ή ακόμα από την Αστερόπη μια Ωκεανίδα και τον Υπερίωνα. Εάν είναι κόρη του Ηλίου, είναι όχι μόνο αδελφή της Μήδειας αλλά και της Πασιφάης και του Αιήτη. Και στις δύο περιπτώσεις, έχει παραχθεί από τον ωκεανό και από τον ουρανό. Ο Παυσανίας στα Λακωνικά, μας λέγει πως υπήρχε ιερό με μαντείο, όπου βρισκόταν ένα χάλκινο άγαλμα της Πασιφάης μαζί με τον πατέρα της τον Ήλιοp> <pΟι κάτοικοι της Μεσογείου σέβονται μια μεγάλη θεά, κυρία των ανθέων των βοτάνων, κυρία των κτηνών και των κοπαδιών, κυρίας των ναυτικών, κυρίας των παρθένων έτοιμων για γάμο και των καρπερών συζύγων (γυναικών): σε αυτόν τον διαδεδομένο κόσμο, συμπεριλαμβανομένων όλων των ζωντανών όντων στη γη, κοιτάζει με τα γενναιόδωρα και καταπραϋντικά μάτια, έτοιμη να ενθαρρύνει και να προστατεύσει την καταπληκτική συνεχή αύξησή τους. Αυτή η παντοδύναμη θεότητα λατρεύεται προ πάντων ως δωρητής της υγείας.

     Με ποια μέσα εκπληρώνει την ουσιαστική εργασία της; Μέσω της γνώσης των βοτάνων και των ανθέων, από την οποία είναι σε θέση να λάβει τους χυμούς και τις αλοιφές που αποκαθιστούν άφθονα την υγεία, τη νεότητα και τη ζωή. Συνεπώς, χάρη σε αυτήν την συνεχή ευγενή εργασία ως ποντία φυτών, προσδιορίζεται με τη γη, η καρποφόρος τροφοδότηση της ζωής, η οποία άυπνα δίνει ζωή στα προσφερόμενα βότανα, στα άφθονα φρούτα και τους ισχυρούς κορμούς. Σε αυτήν την συνεχή περιστροφή της ζωής κάθε έτος ανανεώνεται στις σκιές των ξύλων όπως στα ανοικτά χωράφια που οργώνονται τρεις φορές.

     Η αρσενική δύναμη του Ήλιου συνεργάζεται φέρνοντας φως και θερμότητα στη γη, η οποία το λιπαίνει. Αρχικά ήταν ο Ήλιος που θεωρήθηκε από τους κατοίκους της Μεσογείου ως χορηγός ζωής, λειτουργώντας δίπλα στη μεγάλη θεά, την αληθινή Ποντία της οικουμένης, της οποίας αυτός ήταν πάρεδρος (συνέταιρος). Η Πασιφάη και ο ταύρος Ήλιος στην Κρήτη (η Πασιφάη φίλησε τον ταύρο και έγινε ο Μινώταυρος) είναι το χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η επόμενη μετάβαση από πάρεδρος στον πατέρα - επίσης εξετάζει την εναλλαγή των διαφορετικών ρόλων στα θεία ζεύγη της Μινωικής θρησκείας - δεν είναι δύσκολο να εξηγηθεί.

    Με το διαχωρισμό της μεγάλης θεάς σε πολλές θείες προσωπικότητες, κάθε μια από αυτές με το καλά καθορισμένο όνομά της αλλά πάντα κρατώντας την ιδιαίτερη δυνατότητα των φαρμακίδων.

     Ο Ήλιος έγινε αντιληπτός όχι μόνο ως πατέρας του φυτικού κόσμου αλλά και των ευατών τους, οι οποίες είχαν μια τέτοια οικειότητα με όλες τα φυτά και ήταν οι θεματοφύλακες του κρυμμένου μυστικού σε κάθε στεφάνη άνθους, φρούτο, ρίζα κλπ.

    Όπως η μητέρα της Εκάτη, η Κίρκη έζησε αρχικά στην Κολχίδα, όπως λέει ο Όμηρος, στον κήπο στο δάσος στην Κολχίδα που ήταν ήδη ιερό στη μητέρα της και καλείτο Αιαίη. Αλλά όταν συναντά τον Οδυσσέα ζει σε έναν άλλο καταπληκτικό κήπο, την Τυρρηνία Αιαίη ή Κολχική Αιαίη, την οποία ο Όμηρος τοποθετεί πλησίον του Άιδου. Έτσι έχουμε δύο Αιαίης Κιρκαιδίας, το όρος Κίρκαιον πολυφάρμακον στην Ιταλία και το Κίρκαιον πεδίον της Κολχίδας, όπου "η πρώτη ακτίνα του Ηλίου το πρωί ξυπνά τη ζωή στο μυστικό κήπο, φωτίζοντας το θαυμάσιο πρόσωπο της θεάς.

     Αυτός ο διπλός κήπος ερμηνεύεται ως μια από την επεκτεινόμενη διάδοσης προς δυτικά των Πελασγών. Σε μια λαογραφική και ιστορική έρευνα το 1934, βρέθηκαν τα ονόματα Κερκέται στην Καυκάσια ζώνη, για να αποκαλύψει πως ο τοπικός πληθυσμός τώρα καλείται Circassian, το Gergithes στην Τρωάδα της Ανατολίας, το Gergesaias στην Παλαιστίνη, όλα τα ονόματα αποκαλύπτουν τους "ανθρώπους της Κίρκης". 

     Ο Μ. Marconi που έκανε την πιο πάνω έρευνα, υπογραμμίζει ότι η ρίζα Κιρ-, Κερκ- επίσης θεωρείται πως βρίσκεται από την Κέρκυρα ως την Ανδριατική Θάλασσα ως το Kirkesion στη Μεσοποταμία και από την Αίγυπτο ως τη Θράκη και την Ιλλυρία. Και, ακολουθώντας το Fozio και το Esichio, μακρύτερα ανατολικά, υπήρξαν λαοί γνωστοί ως Κερκίται Kerkitai (έθνος Ινδικόν) και Κολκοί Ινδικοί (Kolkoi Indicoi), μεταξύ των ινδικών πληθυσμών.

     Το Kolkoi (Korkai, Kolkai) ήταν το όνομα μιας σημαντικής εμπορικής και θαλάσσιας πόλης στο βορειοανατολικό μέρος του ακρωτηρίου Cormorinστο νότο της Ινδίας, ήταν η αρχαία πρωτεύουσα του βασιλείου των Pandjas, το λίκνο του νότιων πολιτισμού της Ινδίας και του σπιτιού τριών μυθικών αδελφών, οι οποίοι λέγεται πως είναι οι ιδρυτές, Pandja, Khera και Khola στα Ιμαλάια. Υπάρχουν πολλά άλλα τοπωνύμια που αναφέρονται από Μ. Marconi, τα οποία διαβάζονται μέσα στον Στράβωνα και άλλους για να αποδειχθεί η ακριβής σχέση μεταξύ της απώτατης ανατολικής και δυτικής διάχυσης των Πελασγών, ακτινοβολώντας από την περιοχή της Μαύρης Θάλασσας.

     Επιπλέον, υπάρχουν άλλες όψεις της Κίρκης και της Μήδειας που, εκτός από την ιδιαίτερη αντιπροσώπευση των Θεών όπως αναπτύσσεται στο κεντρικό-δυτικό μέρος της Μεσογείου και της Ευρώπης, τις συνδέουν με τα κύρια γνωρίσματα της Θεάς: είναι επίσης "παρθένα, μητέρα και γριά" και η Κίρκη έχει τη σκοτεινή πλευρά της ως κυρία των νεκρών όπως τη μητέρα της, Εκάτη. Και στα νησιά Φαρμακούσσες στο Σαρωνικό κοντά στη Σαλαμίνα, είναι η θέση του ενταφιασμού της Κίρκης.

     Η Κλασσική Εποχή, άλλαξε και μεταβλήθηκε από νέες κοινωνικές και πνευματικές συνθήκες, οι ιδιότητες των θεών ελαττώθηκαν, αλλά δεν χάθηκαν εντελώς, συνέχισαν να αρμόζουν και να ριζώνουν βαθιά στις θρησκευτικές λειτουργίες και πίστεις. Αβέβαια, η μεσαιωνική μαγεία έχει την πηγή της στο Μεσογειακό υπόστρωμα που, λίγο ή πολύ κρυφά, ήρθε στην επιφάνεια στον Κελτικό κόσμο, δίνοντας θέση σε ιδιαίτερα δηλωτικές σχέσεις και συμπτώσεις. Αναφέροντας την Κυρία της Λίμνης και τον Λάνσελωτ, την Μοργκάνα και το βασιλιά Αρθούρος εξακριβώνεται πως όπως η Κίρκη είχε τον Πίκο (Ζευς) σαν πάρεδρό της έτσι η Βιβιάνα / Ντιάνα / Ντάνου είχε το Μέρλιν.

     Υπάρχει μια απλούστερη ρίζα -*danu σε όλες τις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες (σημαίνει "νερό") και επίσης της ρίζας -dru* (σημαίνει "βελανιδιά"). Σημειώνεται ότι οι λέξεις "Δρυς", "Δωδώνη" και "Δίας" δεν έχουν καμία απολύτως σχέση. Σημείωσε ακόμα, πως οι Κέλτες και οι Αρχαίοι Έλληνες είχαν επαφές. Είναι ένα πολύ κοινό θέμα στην Κελτική μυθική λογοτεχνία, η υπερφυσική κυρία που εκπαιδεύει μία νέα ηρωίδα, που είναι συγχρόνως η μητέρα της, ο δάσκαλός της, ο εραστής της. Η μεσαιωνική νεράιδα είναι, επομένως, η βόρεια και πιο πρόσφατη έκδοση του Μεσογειακού μάγου με τον οποίο μοιράζεται τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία: το ξύλο (δάση), τα φυτά και τα βότανα, τη δυνατότητα να μετασχηματιστούν τα άτομα (σε κτήνη όπως στους πολεμιστές), τον ποταμό ή τη λίμνη κ.λπ. Η νεράιδα, η Κυρία της Λίμνης, επίσης μέσω αυτού του μυστήριου και υποδηλωτικού ονόματος αποκαλύπτεται σαν μια ανώτερη, θεία ύπαρξη.

     Στην πραγματικότητα, οι Βρετανικοί Νήσοι πριν από την άφιξη των Κελτών, είχαν κατοίκους από Μεσογειακές φυλές, που έχτισαν τα μεγαλιθικά μνημεία και λάτρεψαν την Ντάνου ως επώνυμη μητέρα τους. Το όνομα Ντάνου έχει την ίδια ρίζα με το Ντιάνα (Diana) τη θεά των δασών και των υδάτων, η αρχαία ρίζα του ονόματος της μεσαιωνικής Κυρίας της Λίμνης.

     Σήμερα είναι γνωστό από ερευνητές πως στην Ιταλία, στη Βρετανία και στη Γαλλία αλλά και στη Γερμανία, η λέξη μήλο οδηγεί στη Μήδεια, στην Κίρκη και στον Απόλλωνα. Οι λέξεις για το μήλο, δείχνουν ένα μόρφωμα που έχει Μεσογειακό υπόστρωμα και διασκορπίζεται επίσης στη νότια Ιταλία (είναι μια πόλη στην Καμπανία που είναι γνωστή για την παραγωγή μήλων) και επαναλαμβάνεται επίσης στο όνομα του Θεού Abellio στη γαλλική περιοχή Garonna, που ήταν κύριο κέντρο λατρείας του Aulon, χωρίς να ξεχάσομε ότι στην Κρήτη και τη Σικελία βρίσκομε το διαφορετικό Απέλλωνα για τον Απόλλωνα. Επομένως, τότε η Κίρκη και τώρα η Μοργκάνα, ζουν σε ένα νησί από μήλα με πολύ πλούσια παραγωγή, όπως η Αφροδίτη που μεγάλωσε ένα δέντρο μηλιάς στον κήπο της στην Ταμασσό στην Κύπρο. Η μηλιά βρίσκεται ομοίως στο μακρινό δυτικό κήπο των Εσπερίδων ή στα Ηλύσια Πεδία (Champs Elisees), πέρα από τα σύνορα της Μεσογείου.  Η Αία (το αρχαίο όνομα της Κολχίδας)έχει βρει εδώ το τελευταίο δυτικό καταφύγιό της.
     

     Ο Αισχύλος έγραψε το σατυρικό δράμα «Κίρκη».

    Το όνομά της Κίρκης φέρει ο αστεροειδής αρ. 34. Το όνομά του Αγρίου φέρει ο αστεροειδής αρ. 8241.


     

    Η οικογένεια της Πασιφάης

    Η Πασιφάη, κόρη του Ηλίου και της νύμφης Περσηίδας - κόρης του Ωκεανού και της Τηθύος - ήταν αδελφή της Κίρκης και του Αιήτη, σύζυγος του Μίνωα, γέννησε μαζί του 8 παιδιά, τον Ανδρόγεω, την Ακάλη, την Αριάδνη, το Γλαύκο, το Δευκαλίωνα, τον Κατρέα, τη Ξενοδίκη και τη Φαίδρα. Επειδή ο Μίνωας αθέτησε την υπόσχεσή του ότι θα θυσίαζε τον ταύρο που αναδύθηκε από τη θάλασσα, ως δώρο από τον Ποσειδώνα στο Μίνωα, ο θεός της θάλασσας ενέπνευσε παράφορο έρωτα σ’ αυτήν για το ζώο. Σε συνεργασία με το Δαίδαλο, που κατασκεύασε ξύλινη δάμαλη (μικρή αγελάδα), η Πασιφάη ήρθε σε ερωτική επαφή με τον ταύρο και γέννησε το περιβόητο τέρας, Μινώταυρο.

    Ο Αιήτης, σύζυγος της κόρης του Ωκεανού, Ιδυίας, ήταν πατέρας της Χαλκιόπης και της Μήδειας και βασιλιάς της Κολχίδας. Η Μήδεια, περίφημη μάγισσα της μυθολογίας και ανιψιά της Κίρκης, ήταν η πρωτότοκη κόρη του Αιήτη. Όταν ο Ιάσονας πήγε στην Κολχίδα για να πάρει το Χρυσόμαλλο δέρας, η Μήδεια τον ερωτεύτηκε και του είπε ότι θα τον βοηθούσε αν την παντρευόταν. Ο Ιάσονας βοηθήθηκε από τη Μήδεια, αλλά ο πατέρας της την έτρεξε μαζί με το στράτευμά του μέχρι το λιμάνι, για να συλλάβει τον Ιάσονα και να μην την αφήσει να φύγει.

    Η Μήδεια, για να καθυστερήσει τον πατέρα της, πήρε μαζί της και τον αδελφό της, Άψυρτο, τον οποίο και κομμάτιασε· τα κομμάτια του τα έριξε στη θάλασσα, έτσι ο πατέρας της μάζεψε τα κομμάτια του τεμαχισμένου του γιου και δεν κατάφερε να κυνηγήσει την κόρη του και τον Ιάσονα. Η Μήδεια και ο Ιάσονας παντρεύτηκαν στην Κέρκυρα, αλλά λίγο μετά ο Ιάσονας πηγαίνει στην Ιωλκό.
    Εκεί μαθαίνει ότι ο τύραννος Πελίας σκότωσε τον αδελφό του και, με ραδιουργίες, ανάγκασε τους γονείς του ν’ αυτοκτονήσουν· η Μήδεια βάζει τις κόρες του Πελία να τον σκοτώσουν και φεύγει με τον άνδρα της για την Κόρινθο. Όμως εκεί, ο Ιάσονας αρραβωνιάζεται τη Γλαυκή (ονομαζόταν και Κρέουσα), κόρη του βασιλιά Κρέοντα. Η Μήδεια, δυστυχισμένη για την απόρριψή της, έστειλε ως γαμήλιο δώρο στη Γλαυκή ένα δηλητηριασμένο πέπλο, το οποίο μόλις φόρησε η άτυχη νύμφη κάηκε σαν λαμπάδα. Για να τιμωρήσει τον Ιάσονα σφάζει μπροστά στα μάτια του τα δύο παιδιά τους, Φέρητα και Μέρμερο, έτσι οι Κορίνθιοι την εξόρισαν. Η Μήδεια βρήκε καταφύγιο στο βασίλειο του Αιγέα στην Αθήνα, ο οποίος την παντρεύτηκε. Η Μήδεια, όμως, δεν συμπαθούσε το Θησέα, γεγονός το οποίο κατάλαβε ο Αιγέας, έτσι και την έδιωξε. Έτσι, η Μήδεια κατέφυγε στο Μήδο στην Ασία, σε μια χώρα που από τότε ονομάστηκε Μηδία.

    Ο Ευριπίδης έγραψε την ομώνυμη τραγωδία «Μήδεια» που θεωρείται ένα από τα αριστουργήματα της αρχαιότητας, ενώ το όνομά της φέρει ο αστεροειδής αρ. 212 κα ένας από τους δορυφόρους του πλανήτη Δία.


     

    Νερτερίη χθονίη τε καὶ οὐρανίη μολὲ Βομβώ, εἰνοδίη, τριοδῖτι, φαεσφόρε, νυκτερόφοιτε, ἐχθρὴ μὲν φωτός, νυκτὸς δὲ φίλη καὶ ἑταίρη, χαίρουσα σκυλάκων ὑλακῇ τε καὶ αἵματι φοινῷ, ἐν νέκυσιν στείχουσα κατ' ἠρία τεθνηώτων, αἵματος ἱμείρουσα, φόβον θνητοῖσι φέρουσα, Γοργὼ καὶ Μορμὼ καὶ Μήνη καὶ πολύμορφε, ἔλθοις εὐάντητος ἐφ' ἡμετέρῃσι θυηλαῖς. 

    Τίς μορφὰς ζώων ἔπλασεν; τίς δ' εὗρε κελεύθους; τίς καρπῶν γενέτης;
    τίς δ' οὔρεα ὑψόσ' ἐγείρει; τίς δ' ἀνέμους ἐκέλευσεν ἔχειν ἐνιαύσια ἔργα;
    τίς δ' Αἰὼν Αἰῶνα τρέφων Αἰῶσιν ἀνάσσει;
    εἷς θεὸς ἀθάνατος· πάντων γενέτωρ σὺ πέφυκας
    καὶ πᾶσιν ψυχὰς σὺ νέμεις καὶ πάντα κρατύνεις,
    Αἰώνων βασιλεῦ καὶ κύριε, ὅν τε τρέμουσιν
    οὔρεα σὺν πεδίοις, πηγῶν ποταμῶν τε ῥέεθρα
    καὶ βῆσσαι γαίης καὶ πνεύματα, πάντα τὰ φύντα·
    οὐρανὸς ὑψιφαής σε τρέμει καὶ πᾶσα θάλασσα,
    κύριε παντοκράτωρ, ἅγιε καὶ δέσποτα πάντων·
    σῇ δυνάμει στοιχεῖα πέλει καὶ φύεθ' ἅπαντα
    'ἠελίου μήνης τε δρόμος νυκτός τε καὶ ἠοῦσ(
    ἀέρι καὶ γαίᾳ καὶ ὕδατι καὶ πυρὸς ἀτμῷ.
    Δεῦρο σύ, παντὸς κτίστα, θεῶν θεέ, κοίρανε παντόσ,
    Πάν, ὁ διαστήσας τὸν κόσμον 'τῷ σεαυτῷ( πνεύματι θείῳ.
    πρῶτος δ' ἐξεφάνης ἐκ πρωτογόνου, Μελιοῦχε,
    ὕδατος ἐκ βιαίου ὁ τὰ πάντα κτίσσας· ἄβυσσον,
    γαῖαν, πῦρ, ὕδωρ τε καὶ ἀέρα καὶ πάλιν αἶθραν
    καὶ ποταμοὺσ κελάδοντασ· ὑσγινοιδὴσ δὲ σελήνη,
    ἀστέρες ἀέριοι, ἐῶοι, περιδινοπλανῆται
    αὐταῖς σαῖς βουλαῖς σοι δουρυφοροῦσιν ἅπαντα.
     Χαῖρε δράκων, ἀκμαῖε 'δε( λέων, Φύσι καὶ πυρὸς ἀρχή,
    χαῖρε δὲ λεῦκον ὕδωρ καὶ δένδρεον ὑψιπέτηλον
    καὶ χρυσοῦ κυαμῶνος ἀναθρῴσκων μελίλωτον
    καὶ καθαρῶν στομάτων ἀφρὸν ἥμερον ἐξαναβλύζων,
    κάνθαρε, κύκλον ἄγων σπορίμου πυρός, αὐτογένεθλε,
    ὅστε δισύλλαβος εἶ, ΑΗ, καὶ πρωτοφανὴς εἶ·
    νεῦσον ἐμοί, λίτομαι, ὅτι σύμβολα μυστικὰ φράζω,
    ἱλαθί μοι, προπάτωρ, καί μοι σθένος αὐτὸς ὀπάζοις.
    Ἀεροφοιτήτων ἀνέμων ἐποχούμενος αὔραις,
    Ἥλιε χρυσοκόμα, διέπων φλογὸς ἀκάματον πῦρ,
    αἰθερίοισι τρίβοισι μέγαν πόλον ἀμφιελίσσων,
    γεννῶν αὐτὸς ἅπαντα ἅπερ πάλιν ἐξαναλύεις·
    ἐκ σοῦ γὰρ στοιχεῖα τεταγμένα σοῖσι νόμοισι
    κόσμον ἅπαντα τρέφουσι τετράτροπον εἰς ἐνιαυτόν.
    κλῦθι, μάκαρ, κλῄζω σε, τὸν οὐρανοῦ ἡγεμονῆα
    γαίης τε χάεός τε καὶ Ἄιδος, ἔνθα νέμονται
    δαίμονες ἀνθρώπων οἱ πρὶν φάος εἰσορόωντες.
    καὶ δὴ νῦν λίτομαι 'σε(, μάκαρ ἄφθιτε, δέσποτα κόσμου·
    ἢν γαίης κευθμῶνα μόλῃς νεκύων ἐνὶ χώρῳ,
    πέμψον δαίμονα τοῦτον ἐμοὶ μεσάταισιν ἐν ὥραις
    νυκτὸς ἐλευσόμενον προστάγμασι σῆς ὑπ' ἀνάγκης,
    οὗπερ ἀπὸ σκήνους κατέχω τόδε, καὶ φρασάτω μοι
    ὅσσα θέλω γνώμῃσιν, ἀληθείην καταλέξας,
    πραύς, μειλίχιος, μηδ' ἀντία μοι φρονέοιτο.
    μηδὲ σὺ μηνίσῃς ἐπ' ἐμαῖς ἱεραῖς ἐπαοιδαῖς·
    ταῦτα γὰρ αὐτὸς ἔταξας ἐν ἀνθρώποισι δαῆναι
    νήματα Μοιράων ταῖς σαῖς ὑποθημοσύνῃσιν·
    ἀλλὰ φύλαξον ἅπαν 'μου( δέμας ἄρκιον ἐς φάος ἐλθεῖν,
    καί μοι μηνυσάτω 'ὁ δεῖνα( τὸ τίσ ἢ πόθεν, ἢ δύναται 'μοι( τί
    νῦν ἐς ὑπηρεσίαν, καὶ τὸν χρόνον ὃν παρεδρεύει.
    κλῄζω δ' οὔνομα σὸν ὡρῶν Μοίραις ἰσάριθμον,
    αχαιφωθωθωαιηιαηαιιαηαιηιαωθωθωφιαχα·
    ἱλαθί μοι, προπάτωρ, κόσμου θάλος, αὐτολόχευτε,
    πυρφόρε, χρυσοφαῆ, φαεσίμβροτε, δέσποτα κόσμου,
    δαῖμον ἀκοιμήτου πυρὸς, ἄφθιτε, χρυσεόκυκλε,
    φέγγος ἀπ' ἀκτίνων καθαρὸν πέμπων ἐπὶ γαῖαν.
     Ἥσυχον ἐν στόμασιν πάντες κατερύκετε φωνήν,
    αἰθέρος ἀμφίδρομοι σιγὴν ὄρνιθες ἔχοιτε,
    σκιρτῶντες δελφῖνες ὑπὲρ ἁλίοιο παύεσθε,
    μείνατέ μοι ποταμῶν τε ῥοαὶ καὶ νάματ' ἀναύρων,
    οἰωνοὶ πτηνοὶ νῦν στήσατε πάντες ὑπ' αἴθραν,
    ἑρπετὰ φωλειοῖσι βοὴν ἀίοντα φοβεῖσθε,
    δαίμονες ἐν φθιμένοις σιγὴν τρομέοντες ἔχοιτε·
    ἀρρήτοις ἔπεσιν κόσμοσ ξεινίζεται αὐτός.
    ὦ βασιλεῦ κόσμου γενέτωρ, ἐμοὶ ἵλαος ἔλθοις,
    κάνθαρε, χρυσοκόμην κλῄζω θεὸν ἀθάνατόν σε,
    κάνθαρε, πᾶσι θεοῖσι καὶ ἀνθρώποις μέγα θαῦμα,
    ἵλαθι, δέσποτ' ἔχων ἐπὶ σοὶ φλόγινον πυρὸς ἀτμόν,
    δέσποτα ἀντολίησ, Τίταν, πυρόεις ἀνατείλας·
    κλῄζω πρῶτον τὸν Διὸς ἄγγελον, θεῖον Ἰάω,
    καί σε τὸν οὐράνιον κόσμον κατέχοντα, Ῥαφαήλ,
    ἀντολίῃς χαίρων, θεὸς ἵλαος ἔσσο, Ἀβρασάξ,
    καί σε, μέγιστε καὶ αἰθέριε, κλῄζω 'αρωγον σου( σε Μιχαήλ,
    καὶ σώζοντα βίουσ ἰδίων, Διὸσ ὄμμα τέλειον,
    καὶ φύσιν ἀέξοντα καὶ ἐκ φύσεως φύσιν αὖθις,
    καὶ κλῄζω ἀθανάτων σεσενγενβαρφαραγγης
    παντοκράτωρ θεὸς ἔσσι, σὺ δ', ἀθάνατ', ἔσσι μέγιστος.
    ἱκνοῦμαι νῦν λάμψον, ἄναξ κόσμοιο Σαβαώθ,
    ὃς δύσιν ἀντολίῃσιν ἐπισκεπάζεις, Ἀδωναί,
    κόσμος ἐὼν κόσμον μόνος ἀθανάτων ἐφοδεύεις,
    αὐτομαθής, ἀδίδακτος, μέσον τὸν κόσμον ἐλαύνων
    τῆσ νυκτὸς καιροὺς ἰδὲ ἠοῦς, Ἀκραμμαχάρι
    κακρων ἐπιθύματα δάφνησ
    καὶ Στυγὸς ἀδμήτοιο πύλας καὶ ἠέρα λυγρόν
     ὁρκίζω σε, σφραγῖδα θεοῦ, ὃν πάντες Ὀλύμπου
    ἀθάνατοι φρίσσουσι !!! καὶ δαίμονες ἔξοχ' ἄριστοι
    καὶ πέλαγος σιγᾷ καὶ στέλλεται ὁππότ' ἀκούει.
     

    Υμνος στην Εκάτη
    Νερτερίη χθονίη τε καὶ οὐρανίη μολὲ Βομβώ,
    εἰνοδίη, τριοδῖτι, φαεσφόρε, νυκτερόφοιτε,
    ἐχθρὴ μὲν φωτός, νυκτὸς δὲ φίλη καὶ ἑταίρη,
    χαίρουσα σκυλάκων ὑλακῇ τε καὶ αἵματι φοινῷ,
    ἐν νέκυσιν στείχουσα κατ' ἠρία τεθνηώτων,
    αἵματος ἱμείρουσα, φόβον θνητοῖσι φέρουσα,
    Γοργὼ καὶ Μορμὼ καὶ Μήνη καὶ πολύμορφε,
    ἔλθοις εὐάντητος ἐφ' ἡμετέρῃσι θυηλαῖς.

    Κραταιὲ Τυφών, τῆς ἄνω σκηπτουχίας
    σκηπτοῦχε καὶ δυνάστα, θεὲ θεῶν, ἄναξ,
    γνοφεντινάκτα, βρονταγωγέ, λαιλαφέτη,
    νυκταστραπῆτα, ψυχροθερμοφύσησε,
    πετρεντινάκτα, τειχοσεισμοποίησε,
    κοχλαζοκύμων, βυθοταραξοκίνησε·
    ἐγὼ 'ειμι( ὁ σὺν σοὶ τὴν ὅλην οἰκουμένην
    ἀνασκαλεύσας καὶ ἐξευρὼν τὸν μέγαν
    Ὄσιριν, ὅν σοι δέσμιον προσήνεγκα,
    ἐγὼ 'ειμι( ὁ σὺν σοὶ συμμαχήσας τοῖς θεοῖς,
    ἐγὼ 'ειμι( ὁ κλείσας οὐρανοῦ δισσὰς πτύχας
    καὶ κοιμίσας δράκοντα τὸν ἀθεώρητον,
    στήσας θάλασσαν, ῥεῖθρα, ποταμῶν νάματα,
    ἄχρις 'ου( κυριεύσῃς τῆσδε τῆς σκηπτουχίας,
    ὁ σὸς στρατιώτης ὑπὸ θεῶν νενίκημαι,
    πρηνὴς ῥέριμμαι μηνίδος εἵνεκεν κενῆς·
    ἔγειρον, ἱκετῶ, τὸν σόν, ἱκνοῦμαι, φίλον
    καὶ μή με ῥίψῃς χθονοριφῆ, ἄναξ θεῶν.
    δυνάμωσον, ἱκετῶ, δὸς δέ μοι ταύτην χάριν,
    ἵν' ὅταν τινα αὐτῶν τῶν θεῶν φράσω μολεῖν
    ἐμαῖς ἀοιδαῖς, θᾶττον ὀφθῇ μοι μολών.
     

     Σὲ καλέω τὸν πρῶτα θεῶν οργιλον διέποντα,
    σὲ τὸν ἐπουρανίων σκῆπτρον βασίλειον ἔχοντα,
    σὲ τὸν ἄνω μεσεύοντ' 'ων( ἄστρων Τυφῶνα δυνάστην,
    σὲ καλέω τὸν ἐπὶ 'τῷ( στερεώματι δεινὸν ἄνακτα,
    σὲ τὸν παμφοβερόν, 'καὶ( τρομερὸν καὶ φρικτὸν ἐόντα,
    σὲ τὸν δηλον ἀμήχανον, μισοπόνηρον,
    σὲ καλέω, Τυφών, ὥραις ἀνόμοις ἀμετρήτοις,
    σὲ τὸν ἐπ' ἀσβέστῳ βεβηκότα πυρὶ λιγείῳ,
    σὲ τὸν ἄνω χιόνων τε κάτω τε πάγους σκοτεεινοῦ,
    σὲ τὸν ἐπευκταίων Μοιρῶν βασίλειον ἔχοντα
    κλῄζω, παντοκράτωρ, ἵνα μοι ποιῇς ἅ σ' ἐρωτῶ
    κεὐθὺς ἐπινεύσῃς μοι ἐπιτρέψῃς τε γενέσθαι.
     

    Ἑρμῆ κοσμοκρ,άτωρ, ἐγκάρδιε, κύκλε σελήνης,,
    στρογγύλε καὶ τ,ετράγωνε, λόγων ἀρχηγέτα γλώσσης,,
    πειθοδικαιόσυνε,, χλαμυδηφόρε, πτηνοπέδιλε.,
    παμφώνου γ,λώσσης μεδέων
    εισπνοιη γὰρ
    παρων προει
    ντυτθῷ χρόνῳ 
    ὅταν πάλι μόρσιμον ἦμαρ ἐπέλθῃ
    .... χρησμόν τιν' ἀληθέα... πεμπ
    μοιρῶν τε κλωσ,τὴρ σὺ λέγῃ καὶ θεῖος ὄνειροσ,
    αστος, ἅπερ φε
    αν ἐπικρίνοιο 
    ἐσθλὰ μὲν ἐσθλοῖσιν παρέχεις, ἀνόμοισι δὲ λυγρά.
    σοὶ δ' ἠὼς ἀνέτειλε, θοὴ δ' ἐπελάσσατό σοι νύξ,
    στοιχείων σὺ κρατεῖς, πυρός, ἀέρος, ὕδατος, αἴης·
    ἡνία, πηδαλιοῦχος ἔφυς κόσμοιο ἅπαντος.
    ὧν δ' ἐθέλεις ψυχὰς προάγεις, τοὺς δ' αὖτε καλύπτεις·
    κόσμος γὰρ κόσμου γεγαὼς κόσμον σὺ κρατύνεις·
    σὺ γὰρ καὶ νούσους μερόπων πάσας θεραπεύεις,
    ἡμερινοὺς καὶ νυκτερινοὺς χρησμοὺς ἐπιπέμπων·,
    καί μοι εὐχομένῳ τὴν σὴν μορφὴν ἐπίδειξαι
    ἀνθρώπῳ ὁσίῳ, ἱκέτῃ καὶ σῷ στρατιώτῃ,
    καὶ σὴν μαντοσύνην νημερτέα...
     

    Χαῖρ' ἱερὸν φῶς, ταρταροῦχε, φωτοπλήξ,
    χαῖρ' ἱερὰ αὐγὴ ἐκ σκότους εἰλημμένη,
    ἀναστατοῦσα πάντα βουλαῖς ἀστόχοις.
    καλέσω κἀκούσῃ μου τῶν ἱερῶν λόγων
    φρικτῆς ἀνάγκης σοι παντόθ' ὑπεστρωμένης·
    δεθεῖσα τρίς, λύθητι, ἐλθέ, βρίμασον
    τὸν δεῖνα· Κλωθὼ γὰρ ἐπικλώσει σοι λίνα.
    νεῦσον μάκαιρα, πρὶν στυγνήν σε καταλάβω,
    πρὶν τοὺς ξιφήρεις ἀναλάβῃς σου κονδύλους,
    πρὶν ἠδὲ λυσσῇς, ἰσοπαρθένος κύων.
    τὸ δεῖνα ποιήσεις, κἂν θέλῃς κἂν μὴ θέλῃς,
    ὅτι οἶδά σου τὰ φῶτα πρὸσ στιγμῆς μέτρον
    καὶ τῶν καλῶν σου μυσταγωγὸς πραγμάτων
    ὑπουργόσ εἰμι καὶ συνίστωρ, παρθένε.
    ὃ δεῖ γενέσθαι, τοῦτ' οὐκ ἔξεστιν φυγεῖν,
    τὸ δεῖνα ποιήσεις, κἂν θέλῃς κἂν μὴ θέλῃς.
    ἐνεύχομαί σοι τήνδε νύκτα κυρίαν,
    ἐν ᾗ τὸ σὸν φῶς ὕστατον χωρίζεται,
    ἐν ᾗ κύων κέχηνε κοὐ κλείει στόμα,
    ἐν ᾗ τὸ κλεῖθρον ἠνέῳχε ταρτάρου,
    ἐν ᾗ προλυσσᾷ Κέρβερος κεραύνοπλος.
    ἔγειρε σεαυτήν, ἡλιωτίδος τροφοῦ
    χρῄζουσα Μήνη, νερτέρων ἐπίσκοπε,
    ἐνεύχομαί σοι, ξενη δ αυγη, παρθένε,
    ἐνεύχομαί σοι, δαιδάλη καὶ πειθόη,
    ολκιτι λοφαιη φασγανων θυμαντρια
    παιωνια προθμηεισδαυγη πολυκλειτη
    νυσσα ποδαρκη αλκιμη πορφυρεη
    σκοτειη Βριμω αμβροτε επηκοε
    Περσια νομαιε Αλκυονη χρυσοστεφη
    πρεσβειρα φαεννω πελαγιη ειδωνη
    ινδαλιμη δειχτειρα βαριδουχε ευστοχε
    αυτοφυης μιτριη ανδρειη στρατηλατι
    Δωδωνιη Ιδαια νεοπενθης λυκω
    στηλιτι ουλοη αρκιη χαροπη οξυβοη
    Θασια Μηνη πηματ', ηγκαλισμενη
    ακτινας, η σωτειρα παγγαιη κυων
    Κλωθαιη πανδωτειρα δολιχη κυδιμη
    ανασσα αρηγε αγλαη ευρυστοχε
    αιζηιη αγια ημερη αφθιτε
    λιγεια λιπαροπλοκαμε θαλια ζαθεη
    χρυσωπι τερψιμβροτε Μινωα λοχιας
    Θηβαια τλητη δολοεσσα ατασθαλη
    ἀκτινοχαῖτι, ἰοχέαιρα, παρθένε,
    δόλου γέμουσα καὶ φόβου σωτηρίη.
    ἦ σ' οἶδα, πάντων ὡς μάγων ἀρχηγέτης,
    Ἑρμῆς ὁ πρέσβυς, Ἴσιδος πατὴρ ἐγώ.
    ἄκουσον ηω 'φορβα βριμω σαχμι
    νεβουτο σουαληθ(, τοῦτο γάρ σου σύμβολον·
    τὸ σάνδαλόν σου ἔκρυψα καὶ κλεῖδα κρατῶ,
    ἤνοιξα ταρταρούχου κλεῖθρα 'ταρταρου( Κερβέρου
    καὶ νύκτα τὴν ἄωρον παρέδωκα σκότει.
    ῥόμβον στρέφω σοι, κυμβάλων οὐχ ἅπτομαι.
    ἄθρησον εἴς σε, Νειλωῖτι, δὸς χάριν,
    κάτοπτρον ἣν ἰδοῦσα σαυτὴν θαυμάσεις,
    πρὶν ἢ μέλαν φῶς ἐκπτύσῃς ἀπ' ὀμμάτων.
    ὃ δεῖ σε ποιῆσαι, τοῦτο δεῖ σε μὴ φυγεῖν,
    τὸ δεῖνα 'μοι( ποιήσεις, κἂν θέλῃς κἂν μὴ θέλῃς.
    ἵππος, κόρη, δράκαινα, λαμπάς, ἀστραπή,
    ἀστήρ, λέων, λύκαινα, αηω ηη,
    σκεῦος παλαιόν, κόσκινόν μου σύμβολον
    καὶ ψωμὸς εἷς, κόραλλος, αἷμα τρυγόνος,
    ὄνυξ καμήλου καὶ βοὸς θρὶξ παρθένου,
    Πανὸς γόνος, πῦρ ἡλιωτίδος βολῆς,
    χαμαίλυκον, νήθουσα, παιδέρως, ἄρις,
    γλαυκῆς γυναικὸς σῶμα διεσκελισμένον,
    σφιγγὸς μελαίνης ἡ φύσις θεωρουμένη,
    ἅπαντα ταῦτα σύμβολόν μου πνεύματος.
    ὅλης ἀνάγκης δεσμὰ συρραγήσεται,
    καὶ κρύψει σὸν φῶς Ἥλιος πρὸς τὸν νότον,
    Τηθύς τε τὴν σὴν κουφίσει οἰκουμένην,
    Αἰὼν κραδαίνει, κινηθήσετ' οὐρανός,
    Κρόνος φοβηθείς τὸν βεβιασμένον σου νοῦν
    πέφευγ' εἰς Ἅιδην νερτέρων ἐπίσκοπος,
    Μοῖραί σου τὸν ἀνέκλειπτον ῥίπτουσιν μίτον,
    ἂν μὴ μαγείης τῆς ἐμῆς ἀναγκάσῃς
    βέλος πετηνὸν ταχύτατον τέλος δραμεῖν.
    οὐ γὰρ φυγεῖν ἔξεστι μοῖραν μου λόγων,
    ὃ δεῖ 'σε( γενέσθαι μὴ ς ατην ἀναγκάσῃς
    ἄνωθεν εἰς ανωθεν ἀκούειν συμβόλων.
    τὸ δεῖνα ποιήσεις, κἂν θέλῃς κἂν μὴ θέλῃς,
    ἀχρείου φωτὸς πρίν σε μοῖρα καταλάβῃ.
    ποίησον ὃ λέγω, ταρταροῦχε, παρθένε·
    ἔδησα δεσμοῖς τοῖς Κρόνου τὸν σὸν πόλον
    καὶ σφιγγανάγκῃ ἀντίχειρά σου κρατῶ.
    'οὐ γείνεται αὔριον, εἰ μὴ γένηται ὃ βούλομαι(
    ἔνευσας Ἑρμῇ, τῷ θεῶν ἀρχηγέτῃ,
    εἰς τήνδε 'τὴν( πρᾶξιν συμβαλεῖν· ἦ μὴν σ' ἔχω.
    ἄκουσον ἡ θεωροῦσα καὶ θεωρουμένη·
    βλέπω σε καὶ βλέπεις με, εἶτα κἀγώ σοι
    ἐρῶ σημεῖον· χάλκεον τὸ σάνδαλον
    τῆς ταρταρούχου, στέμμα, κλείς, κηρύκιον,
    ῥόμβος σιδηροῦς καὶ κύων κυάνεος,
    κλεῖθρον τρίχωρον, ἐσχάρα πυρουμένη,
    σκότος, βυθός, φλὸξ ταρτάρου σημάντρια
    φοβοῦσ' Ἐριννῦς, δαίμονας τεραστίους·
    εἰσῆλθας, ἥκεις; ὀργίσθητι, παρθένε,
    τῷ δεῖνα, ἐχθρῷ τῶν ἐν οὐρανῷ θεῶν,
    Ἡλίου Ὀσίριδος συνεύνου τ' Ἴσιδος.
    οἷον λέγω σοι, εἴσβαλ' εἰς τοῦτον κακόν,
    ὅτι οἶδά σου τὰ καλὰ καὶ μεγάλα, Κόρη,
    ὀνόματα σεμνά, οἷς φωτίζετ' οὐρανός
    καὶ γαῖα πίνει τὴν δρόσον καὶ κυοφορεῖ,
    ἐξ ὧν ὁ κόσμος αὔξεται 'τε( καὶ λείπεται.
     

     Ἐλθέ μοι, ὦ δέσποινα φίλη, τριπρόσωπε Σελήνη,
    εὐμενίῃ δ' ἐπάκουσον ἐμῶν ἱερῶν ἐπαοιδῶν,
    νυκτὸς ἄγαλμα, νέα, φαεσίμβροτε, ἠριγένεια,
    ἡ χαροποῖς ταύροισιν ἐφεζομένη βασίλεια,
    Ἠελίου δρόμον ἶσον ἐν ἅρμασιν ἱππεύουσα,
    ἣ Χαρίτων τρισσῶν τρισσαῖς μορφαῖσι χορεύεις
    ἄστρασι κωμάζουσα· Δίκη καὶ νήματα Μοιρῶν,
    Κλωθὼ καὶ Λάχεσις ἠδ' Ἄτροπος εἶ, τρικάρανε,
    Περσεφόνη τε, Μέγαιρα καὶ Ἀλληκτώ, πολύμορφε,
    ἡ χέρας ὁπλίζουσα κελαινὰς λαμπάσι δειναῖς,
    ἡ φοβερῶν ὀφίων χαίτην σείουσα μετώποις,
    ἡ ταύρων μύκημα κατὰ στομάτων ἀνιεῖσα,
    ἡ νηδὺν φολίσιν πεπυκασμένη ἑρπυστήρων,
    ἰοβόλοις ταρσοῖσι κατωμαδίοισι δρακόντων
    σφιγγομένη κατὰ νῶτα παλαμναίοις ὑπὸ δεσμοῖς·
    νυκτιβόη, ταυρῶπι, φιλήρεμε, ταυροκάρηνε,
    ὄμμα δέ σοι ταυρωπόν, ἔχεις σκυλακωδέα φωνήν,
    μορφὰς δ' ἐν κνήμαισιν ὑποσκεπάουσα λεόντων,
    μορφόλυκον σφυρόν ἐστι, κύνες φίλοι ἀγριόθυμοι·
    τοὔνεκά σε κλῄζουσ' Ἑκάτην, πολυώνυμε, Μήνην,
    ἀέρα μὲν τέμνουσαν, ἅτ' Ἄρτεμιν ἰοχέαιραν,
    τετραπρόσωπε θεά, τετραώνυμε, τετραοδῖτι,
    Ἄρτεμι, Περσεφόνη, ἐλαφηβόλε, νυκτοφάνεια,
    τρίκτυπε, τρίφθογγε, τρικάρανε, τριώνυμε Μήνη,
    Θρινακία, τριπρόσωπε, τριαύχενε καὶ τριοδῖτι,
    ἣ τρισσοῖς ταλάροισιν ἔχεις φλογὸς ἀκάματον πῦρ
    καὶ τριόδων μεδέεις τρισσῶν δεκάδων τε ἀνάσσεις·
    ἵλαθί μοι καλέοντι καὶ εὐμενέως ἐσάκουσον,
    ἡ πολυχωρητὸν κόσμον νυχὸς ἀμφιέπουσα,
    δαίμονες ἣν φρίσσουσι καὶ ἀθάνατοι τρομέουσιν,
    κυδιάνειρα θεά, πολυώνυμε, καλλιγένεια,
    ταυρῶπι, κερόεσσα, θεῶν γενέτειρα καὶ ἀνδρῶν
    καὶ Φύσι παμμήτωρ· οὐ γὰρ φοιτᾷς ἐν Ὀλύμπῳ,
    εὐρεῖαν δέ τ' ἄβυσσον ἀπείριτον ἀμφιπολεύεις.
    ἀρχὴ καὶ τέλος εἶ, πάντων δὲ σὺ μούνη ἀνάσσεις·
    ἐκ σέο γὰρ πάντ' ἐστὶ καὶ εἰς 'αιωνε( σὲ ἅπαντα τελευτᾷ.
    ἀέναον διάδημα ἑοῖς φορεεῖς κροτάφοισιν,
    δεσμοὺς ἀρρήκτους, ἀλύτους μεγάλοιο Κρόνοιο
    καὶ χρύσειον σκῆπτρον ἑαῖς κατέχεις παλάμαισιν.
    γράμματα σῷ σκήπτρῳ αὐτὸσ Κρόνος ἀμφεχάραξεν,
    δῶκε δέ σοι φορεεῖν, ὀφρ' ἔμπεδα πάντα μένοιεν·
    Δαμνὼ Δαμνομένη Δαμασάνδρα Δαμνοδαμία.
    σὺ δὲ χάους μεδέεις, ἀραραχαραρα 'η( φθισίκηρε.
    χαῖρε θεά, καὶ σαῖσιν ἐπωνυμίαις ἐπάκουσον.
    θύω σοι τόδ' ἄρωμα, Διὸς τέκος, ἰοχέαιρα,
    οὐρανία, λιμνῖτι, ὀρίπλανε εἰνοδία τε,
    νερτερία νυχία τ', ἀϊδωναία σκοτία τε,
    ἥσυχε καὶ δασπλῆτι, τάφοις ἔνι δαῖτα ἔχουσα,
    Νύξ, Ἔρεβος, Χάος εὐρύ, σὺ γὰρ δυσάλυκτος Ἀνάγκη,
    Μοῖρα δ' ἔφυς σύ τ' ἐρινὺς βάσανος ὀλετισι δίκη σύ.
    Κέρβερον ἐν δεσμοῖσιν ἔχεις, φολίσιν σὺ δρακόντων
    κυανέα, ὀφεοπλόκαμε καὶ ζωνοδράκοντι,
    αἱμαπότι, θανατηγέ, φθορηγόνε, καρδιόδαιτε,
    σαρκοφάγε, καπετόκτυπ', ἀωροβόρ', οἰστροπλάνεια·
    ἐλθ' ἐπ' ἐμαῖς θυσίαις καί μοι τόδε πρᾶγμα ποίησον.
     

     Ἡ δεῖνά σοι θύει, θεά, δεινόν τι θυμίασμα·
    αἰγός τε ποικίλης στέαρ καὶ αἷμα καὶ μύσαγμα,
    ἰχῶρα παρθένου νεκρᾶς καὶ καρδίαν ἀώρου
    καὶ οὐσίαν νεκροῦ κυνὸς καὶ ἔμβρυον γυναικός
    καὶ λεπτὰ πίτυρα τῶν μύρων καὶ λύματ' ὀξόεντα,
    ἅλα, στέαρ ἐλάφου νεκρᾶς σχῖνόν τε μυρσίνην τε,
    δάφνην ἄτεφρον, ἄλφιτα καὶ καρκίνοιο χηλάς,
    σφάγνον, ῥόδον πυρῆνά τε καὶ κρόμμυον τὸ μοῦνον
    σκόρδον τε, σύκων ἄλφιτον, κόπρον κυνοκεφάλοιο
     

     Ἡ δεῖνά σοι ἐπιθύει, θεά, ἐχθρόν τι θυμίασμα·
    αἰγὸς στέαρ τῆς ποικίλης καὶ αἷμα καὶ δύσαγμα,
    ἰχῶρα, κύνεον ἔμβρυον καὶ παρθένου ἀώρου
    καὶ καρδίαν παιδὸς νέου σὺν ἀλφίτοις μετ' ὄξους
    ἅλας τε καὶ ἐλάφου κέρας σχῖνόν τε μυρσίνην τε,
    δάφνην ἄτεφρον εὐχερῶς καὶ καρκίνοιο χηλάς,
    σφάγνον, ῥόδον, πυρῆνά σοι καὶ κρόμμυον τὸ μοῦνον
    σκόρδον τε, μυγαλοῦ κόπρον, κυνοκεφάλειον αἷμα
     ὠόν τε ἴβεως νέας 'ἃ μὴ θέμισ( τοῖς σοῖς ἔθηκε βωμοῖς
    φύλλα τε τἀμαράντιν' εἰς φλόγας πυρὸς βαλοῦσα
    ἱέρακα τὸν πελαγοδρόμον καὶ γῦπά σοι σφαγιάζει
    καὶ μυγαλόν, τὸ σόν, θεά, μυστήριον μέγιστον.
    ἔλεξε δ' ἄλγη ταῦτα σὲ δεδρακέναι ἀπηνῶς·
    κτανεῖν γὰρ ἄνθρωπον σ' ἔφη, πίνειν τὸ δ' αἷμα τούτου,
    σάρκας φαγεῖν, μίτρην τε σὴν εἶναι τὰ ἔντερ' αὐτοῦ,
    καὶ δέρμ' ἔχειν δορῆς ἅπαν κεἰς τὴν φύσιν σου θεῖναι
    ἱέρακος αἷμα πελαγίου, τροφὴν δὲ κάνθαρόν σοι.
    ὁ Πὰν δὲ σῶν κατ' ὀμμάτων γονὴν ἀθέμιτον ὦρσε·
    ἐκγίνεται κυνοκέφαλος ὅταν τὰ μηνιαῖα.
    σὺ δ' Ἀκτιωφι κοίρανε, μόνη τύραννε, κραιπνή
    Τύχη θεῶν καὶ δαιμόνων 
    στίξον πικραῖς τιμωρίαις τὴν δεῖνα τὴν ἄθεσμον,
     ὠόν τε ἴβεως νέας, ὃ μὴ θέμις γενέσθαι,
    ἐν σοῖς ἔθηκε 'και( βωμίοις ξύλοις ἀρκευθίνοισιν.
    ἡ δεῖνα σὲ δεδρακέναι τὸ πρᾶγμα τοῦτ' ἔλεξεν·
    κτανεῖν γὰρ ἄνθρωπόν σ' ἔφη, πιεῖν τὸ δ' αἷμα τούτου,
    σάρκας φαγεῖν, μίτρην δὲ σὴν λέγει τὰ ἔντερ' αὐτοῦ,
    καὶ δέρμ' ἑλεῖν δορῆς ἅπαν κεἰς τὴν φύσιν σου θεῖναι
    ἱέρακος αἷμα πελαγίου, τροφὴν δὲ κάνθαρον σήν.
    ὁ Πὰν δὲ σῶν κατ' ὀμμάτων γονὴν οὐ θεμιτὸν ὦσεν·
    ἐκγίνεται κυνοκέφαλος ὅλῃ τῇ μηνιαίᾳ.
    σὺ δ' Ἀκτιωφι κοίρανε, μηνοτύραννε Σελήνη,
    Τύχη θεῶν καὶ δαιμόνων 
    τεῦξον πικραῖς τιμωρίαις τὴν δεῖνα τὴν ἄθεσμον,
    ηπεπα ἐγώ σοι κατὰ τρόπον ἐναντίως ελεξω
    καλῶ σε τριπρόσωπον θεάν, Μήνην, ἐράσμιον φῶς,
    Ἑρμῆν τε καὶ Ἑκάτην ὁμοῦ, ἀρσενόθηλυν ἔρνος.
     ἣν πάλιν ἐγώ σοι κατὰ τρόπον ἐναντίως ἔλεξα.
     λέγει πρὸς τὴν θεὸν ἄθεσμα,
    ἀναγκάσει γὰρ τῷ λόγῳ καὶ τὰς πέτρας ῥαγῆναι.
    Θύω σοι τόδ' ἄρωμα, Διὸς τέκος, ἰοχέαιρα,
    Ἄρτεμι, Περσεφόνη, ἐλαφηβόλε, νυκτοφάνεια,
    τρίκτυπε, τρίφθογγε, τρικάρανε, 'σεληνη( τριώνυμε Μήνη,
    Τριναχία, τριπρόσωπε, τριαύχενε καὶ τριοδῖτι,
    ἣ τρισσοῖς ταλάροισιν ἔχεις φλογὸς ἀκάματον πῦρ
    καὶ τρίοδον μεθέπεις, τρισσῶν δεκάδων δὲ ἀνάσσεις
    καὶ τρισὶ μορφαῖσιν καὶ φλέγμασι καὶ σκυλάκεσσι
    διονυν εξατονων πέμπεις οξεανιων
    φρικτὸν ἀναυδήσασα θεὰ τρισσοῖς στομάτεσσι.
    κλαγγῆς σῆς ἀκούοντα τὰ κοσμικὰ πάντα δονεῖται
    νερτέριαί τε πύλαι καὶ Λήθης ἱερὸν ὕδωρ
    καὶ Χάος ἀρχέγονον καὶ Τάρταρα, χάσμα φαεινόν·
    ἣν πάντες θεοὶ ἀθάνατοι 'ην τε( θνητοί τ' ἄνθρωποι
    οὔρεά τ' ἀστερόεντα, νάπαι καὶ δένδρεα πάντα
    καὶ ποταμοὶ κελαδοῦντες ἰδ' ἀτρύγετός τε θάλασσα,
    ἠχὼ ἐρημαίη καὶ δαίμονες οἱ κατὰ κόσμον
    φρίσσουσίν σε, μάκαιρα, ἀκούοντες ὄπα δεινήν.
    δεῦρ' ἴθι μοι, νυχία, θηροκτόνε, δεῦρ' ἐπ' ἀρωγῆς,
    ἥσυχε καὶ δασπλῆτι, τάφοις ἔνι δαῖτας ἔχουσα,
    εὐχαῖσίν τ' ἐπάκουσον ἐμαῖς, πολυώδυνε Μήνη,
    ἡ νυκταιροδύτειρα, τριώνυμε καὶ τρικάρανε 'Μηνη(,
    Μαρζουν, ἡ φοβερά τε καὶ ἀπρονόη καὶ Πειθώ·
    δεῦρ' ἴθι μοι, κερατῶπι, φαεσφόρε, ταυρεόμορφε,
    ἱπποπρόσωπε θεά, κυνολύγματε, δεῦρο, λύκαινα,
    καὶ μόλε νῦν ἁγία, νυχία, χθονία, μελανείμων,
    ἣν ἀνακυκλεῖται κόσμου φύσις ἀστερόφοιτος·
    ἡνίκα γὰρ αὔξεις, σὺ τὰ κοσμικὰ πάντα τέθεικας.
    γεννᾷς γὰρ σὺ ἅπαντα ἐπὶ χθονὸς ἠδ' ὑπὸ πόντου
    καὶ πτηνῶν δεξιε παντοῖα γένη παλίνεδρα,
    παγγενέτειρα θεὰ καὶ ἐρωτοτόκει' Ἀφροδίτη,
    λαμπαδία, φαέθουσα καὶ αὐγάζουσα Σελήνη,
    αστροχια καὶ οὐρανία, δᾳδοῦχε, πυρίπνου,
    τετραπροσωπεινή, τετραώνυμε, τετραοδῖτι.
    χαῖρε, θεά, καὶ σαῖσιν ἐπωνυμίαις ἐπάκουσον,
    οὐρανία, λιμενῖτι, ὀρείπλανε εἰνοδία τε,
    νερτερία, βυθία, ἀιδωναία σκοτία τε·
    ἐλθ' ἐπ' ἐμαῖς θυσίαις καί μοι τόδε πρᾶγμα τέλεσσον
    εὐχομένῳ τ' ἐπάκουσον ἐμοί, λίτομαί σε, ἄνασσα.
     Δεῦρ' Ἑκάτη γιγάεσσα, Διώνης ἡ μεδέουσα,
    Περσεία, Βαυβώ, Φρούνη, θεὰ ἰοχέαιρα,
    ἀδμήτη, Λυδή, ἀδαμάστωρ, εὐπατόρεια,
    δᾳδοῦχ', ἡγεμόνη, κατακαμψυψαύχενε κούρη,
    κλῦθι διαζεύξασα πύλας ἀλύτου ἀδάμαντος,
    Ἄρτεμι, ἣ καὶ πρόσθεν ἐπίσκοπος ἦσθα μεγίστη,
    πότνια, ῥηξίχθων, σκυλακάγεια, πανδαμάτειρα,
    εἰνοδία, τρικάρανε, φαεσφόρε, παρθένε σεμνή,
    σὲ καλῶ ἐλλοφόνα λωεσσα αυδναια πολύμορφε.
    δεῦρ' Ἑκάτη, τριοδῖτι, πυρίπνοα φάσματ' ἔχουσα,
    ἅτ' ἔλαχες δεινὰς μὲν ὁδούς, χαλεπὰς δ' ἐπιπομπάς,
    τὰν Ἑκάταν σὲ καλῶ σὺν ἀποφθιμένοισιν ἀώροις
    κεἴ τινες ἡρώων 'ε(θάνον ἁγ'υ(ναῖοί τε ἄπαιδες,
    ἄγρια συρίζοντες, ἐπὶ φρεσὶ θυμὸν ἔχοντες
    στάντες ὑπὲρ κεφαλῆς 'τῆς δεῖνα(, ἀφέλεσθ' αὐτῆς 'τὸν( γλυκὺν ὕπνον·
    μηδέποτε βλέφαρον βλεφάρῳ κολλητὸν ἐπέλθοι,
    τειρέσθω δ' ἐπ' ἐμαῖσι φιλαγρύπνοισι μερίμναις.
    εἰ δὲ τιν' ἄλλον ἔχουσ' ἐν κόλποισιν κατάκειται,
    κεῖνον ἀπωσάσθω, ἐμὲ δ' ἐν φρεσὶν ἐγκαταθέσθω
    καὶ προλιποῦσα τάχιστ' ἐπ' ἐμοῖς προθύροισι παρέστω
    δαμνομένη ψυχὴν ἐπ' ἐμῇ φιλότητι καὶ εὐνῇ.
    ἀλλὰ σύ, ὦ Ἑκάτη, πολυώνυμε, παρθένε, κούρα,
    λοεσσα ελομαι ἅλωος φυλακὰ καὶ ἰωγή,
    Περσεφόνα, τρικάρανε, θεὰ πυρίφοιτε, βοῶπι,
    βουορφορβη, πανφορβα φαρβαρα Ακτιωφι Ερεσχιγαλ
    Νεβουτοσουαληθ παρὰ θύραις πυπυληδεδεζω ῥηξιπύλη τε.
    δεῦρ' Ἑκάτη, πυρίβουλε, καλῶ σ' ἐπ' ἐμαῖς ἐπαοιδαῖς
    μασκελλι μαινομένη δ' 'ἡ δεῖνα( ἥκοι ἐπ' ἐμαῖσι θύραισι τάχιστα
    ληθομένη τέκνων τε συνηθείης τε τοκήων
    καὶ στυγέουσα τὸ πὰν ἀνδρῶν γένος ἠδὲ γυναικῶν
    εἰς τόδ' ἐμοῦ τοῦ δεῖνα, μόνον με δ' ἔχουσα παρέστω
    ἐν φρεσὶ δαμνομένη κρατερῆς ὑπ' ἔρωτος ἀνάγκης.
     

    Ἰὼ πασικράτεια καὶ Ἰὼ πασιμέδουσα, Ἰὼ παντρεφέουσα
    σπεῦδε τάχιστ', ἤδη δ' ἐπ' ἐμαῖσι θύραισι παρέστω.
     Ἀφρογενὲς Κυθέρεια, θεῶν γενέτειρα καὶ ἀνδρῶν,
    αἰθερία, χθονία, Φύσι παμμήτωρ, ἀδάμαστε,
    ἀλληλοῦχε, πυρὸς μεγάλου περιδινήτειρα,
    ἣ τὸν ἀεικίνητον ἔχεις περιδινέα Βαρζαν
    ἄρρηκτον, σὺ δὲ πάντα τελεῖς, κεφαλήν τε πόδας τε,
    σαῖς τε θελημοσύναις περιμίγνυται ἱερὸν ὕδωρ,
    ἡνίκα κινήσῃς τὸν ἐν ἄστροις χείρεσι Ρουζω,
    ὄμφαλον ὃν κατέχεις κόσμου· κινεῖς δὲ τὸν ἁγνόν
    ἵμερον εἰς ἀνδρῶν ψυχὰς ἐπί τ' ἄνδρα γυναῖκας,
    κἀνδρὶ γυναῖκα τίθης συ ἐράσμιον ἤματα πάντα.
    ἡμετέρη βασίλεια, θεά, μόλε ταῖσδ' ἐπαοιδαῖς,
    πότνια 'Αρρωριφρασι Γωθητινι(
    Κυπρογένει', 'σουι ης θνοβοχου θοριθε σθενεπιω ἄνασσα
    σερθενεβηηι καὶ τῇ Δ ἣν Δ(
    αὐτῇ βάλε πυρσὸν ἐρώτων,
    ὥστ' ἐπ' ἐμοῦ 'τοῦ Δ, οὗ ἡ Δ( φιλότητι τακήμεναι ἤματα πάντα.
    σὺ δέ, μάκαρ, Ζουρω, τάδε νεῦσον ἐμοί, τῷ δεῖνα, ὡς σὸν ἐν ἄστροις
    ἐς χόρον οὐκ ἐθέλοντ' ἦξες ἐπὶ λέκτρα μιγῆναι,
    ἀχθεὶς δ' ἐξαπίνης καὶ τὸν μέγαν ἔστρεφε Βαρζαν,
    στρεφθεὶς δ' οὐκ ἀνεπαύσετ' ἐλισσόμενός τε δονεῖται.
    'διὸ ἆξόν μοι τὴν Δ, φιλότητι καὶ εὐνῇ(
    'σὺ δὲ( Κυπρογένεια θεά, σὺ τέλει τελέαν ἐπαοιδήν.

    εἰς Μοῦσαν
    Ἄειδε μοῦσά μοι φίλη,
    μολπῆς δ' ἐμῆς κατάρχου,
    αὔρη δὲ σῶν ἀπ' ἀλσέων
    ἐμὰς φρένας δονείτω.
    Καλλιόπεια σοφά,
    μουσῶν προκαθαγέτι τερπνῶν,
    καὶ σοφὲ μυστοδότα,
    Λατοῦς γόνε, Δήλιε Παιάν,
    εὐμενεῖς πάρεστέ μοι.

    ὕμνος εἰς Ἥλιον
    Εὐφαμείτω πᾶς αἰθήρ,
    γῆ καὶ πόντος καὶ πνοιαί,
    οὔρεα, τέμπεα σιγάτω,
    ἦχοι φθόγγοι τ' ὀρνίθων·
    μέλλει γὰρ πορτ' ἡμᾶς βαίνειν
    Φοῖβος ἀκερσεκόμας εὐχαίτας.
    χιονοβλεφάρου πάτερ Ἀοῦς,
    ῥοδόεσσαν ὃς ἄντυγα πώλων
    πτανοῖς ὑπ' ἴχνεσσι διώκεις,
    χρυσέαισιν ἀγαλλόμενος κόμαις
    περὶ νῶτον ἀπείριτον οὐρανοῦ
    ἀκτῖνα πολύστροφον ἀμπλέκων,
    αἴγλας πολυδερκέα παγάν
    περὶ γαῖαν ἅπασαν ἑλίσσων,
    ποταμοὶ δὲ σέθεν πυρὸς ἀμβρότου
    τίκτουσιν ἐπήρατον ἁμέραν.
    σοὶ μὲν χορὸς εὔδιος ἀστέρων
    κατ' Ὄλυμπον ἄνακτα χορεύει
    ἄνετον μέλος αἰὲν ἀείδων
    Φοιβηίδι τερπόμενος λύρᾳ,
    γλαυκὰ δὲ πάροιθε Σελάνα
    χρόνον ὥριον ἁγεμονεύει
    λευκῶν ὑπὸ σύρμασι μόσχων·
    γάνυται δέ τέ σοι νόος εὐμενής
    πολυείμονα κόσμον ἑλίσσων.

    ὕμνος εἰς Νέμεσιν
    Νέμεσι πτερόεσσα βίου ῥοπά,
    κυανῶπι θεά, θύγατερ Δίκας,
    ἃ κοῦφα φρυάγματα θνατῶν
    ἐπέχεις ἀδάμαντι χαλινῷ,
    ἔχθουσα δ' ὕβριν ὀλοὰν βροτῶν
    μέλανα φθόνον ἐκτὸς ἐλαύνεις.
    ὑπὸ σὸν τροχὸν ἄστατον ἀστιβῆ
    χαροπὰ μερόπων στρέφεται τύχα,
    λήθουσα δὲ πὰρ πόδα βαίνεις,
    γαυρούμενον αὐχένα κλίνεις.
    ὑπὸ πῆχυν ἀεὶ βίοτον μετρεῖς,
    νεύεις δ' ὑπὸ κόλπον ὄφρυν ἀεί
    ζυγὸν μετὰ χεῖρα κρατοῦσα.
    ἵλαθι μάκαιρα δικασπόλε
    Νέμεσι πτερόεσσα βίου ῥοπά.
    Νέμεσιν θεὸν ᾄδομεν ἀφθίταν,
    Νίκην τανυσίπτερον ὀμβρίμαν
    νημερτέα καὶ πάρεδρον Δίκας,
    ἃ τὰν μεγαλανορίαν βροτῶν
    νεμεσῶσα φέρεις κατὰ ταρτάρου.

    εἰς τὴν Φύσιν
    Ἀρχὰ καὶ πάντων γέννα,
    πρεσβίστα κόσμου μᾶτερ
    καὶ νὺξ καὶ φῶς καὶ σιγά,
    ἃ φρουρεῖς πάντασ μύστασ
    ἠδ' ἀγγέλλεις τοὺς Ζηνός
    παῖδας κυδίστῃ Ῥείῃ,
    δέχει γὰρ πάντας μύθους
    μειλικτοὺς ἀνδρῶν ἔργοις.
    καί μοι πρῶτον μὲν ψυχά
    ὀρθὰν βαίνοι πρὸς γραμμάν
    ἀψευδεῖ γλώσσης ῥύμῃ·
    γυίων αὖθις δ' ἀσκηθεῖς
    γόμφοι τ' εἶεν καὶ ταρσοί
    ζωᾶς ἐς μέτρον τᾶσδε.
    σὺ δ' ὦ λαμπραῖς ἀκτῖσιν
    γαῖαν πᾶσαν πυρσεύων
    Αἰὼν ἀσβέστων φλογμῶν,
    ταῖς σαῖς δέρκευ με γλήναις
    ὄλβον χεύων εὐαγῆ
    τῷ σῷ, Παιάν, βακχευτᾷ.
    εἰς σὲ ζωὰν γὰρ τείνω
    γυίοις ἐνναίων ῥευστοῖς·
    οἴκτειρον τόσσον, Τιτάν,
    ἀνθρώπου δειλοῦ δεσμόν.

    εἰς τὴν Ἶσιν
    Εἷς ὕμνος ἀνά τε γᾶν
    ἀνά τε νηῦς ἁλιπόρους
    ᾄδεται, πολυτρόποις
    ἓν τέλος ἐν ὀργίοις·
    ἁ βαθύκερως Ἶσις
    ἅτ' ἔαρος ἅτε θέρεος
    ἅτε χείματος ἄγει
    νεογόνους ἡνίας.
    τὲ καλεῦσι πῦρ Ἄιδος 'τε(
    καὶ χθόνιος ὑμέναιος,
    αἱ φυτῶν ὠδῖνες,
    οἱ Κύπριδος ἵμεροι,
    τὲ νηπιάχου γονά,
    πῦρ τέλεον ἄρρητον,
    οἱ Ῥέας Κούρητες
    ὅ τε Κρόνιος ἄμητος·
    ἄστρα διφρηλάτᾳ
    πάντα δι' ἀνακτόρων
    Ἴσιδι χορεύεται.

    εἰς Ἀδρίαν
    Ἀδρία βαθύπλου, πόθεν ἄρξομαι
    ὑμνεῖν σε, μεσαιπόλε πόντου;
    πῶς ἢ τίς ἔτικτέ σε παγά
    ἢ πῶς τὸ πανόλβιον ὕδωρ
    χθονὶ μὴ περικείμενον ἵσταται;
    οὐ γὰρ βλέπετ' ἔνθεν †ἀπωροφά,
    οὐ βουκόλος, οὐ γένος ὀρνέων,
    οὐ μηκάσι σύρισε ποιμήν·
    ἔνθ' ὕδατα καὶ πλατὺς ἀήρ.
    χορὸς εἰς σὲ πάλιν κέκλιτ' ἀστέρων
    καὶ κέντρα φαεινὰ σελάνας
    καὶ Πλειάδος ἀστέρες εὐγενεῖς.
    δὸς ἰδεῖν χθόνα, δέσποτα, καὶ πόλιν,
    ἀνέμους δὸς ἀπήμονας εὐδίους·
    καὶ μητέρα γῆς ἐσιδὼν πόλιν
    τότε σοι νεβρὸν εὔκερω θύσω.


     

    Ο Πυθαγόρας, “ο οποίος θα διαφέρει των άλλων ανθρώπων κατά το κάλλος και τη σοφία και θα γίνει ωφέλιμος εις το ανθρώπινο γένος”-κατά το χρησμό της Πυθίας, είναι ο μέγιστος Έλληνας μαθηματικός, φιλόσοφος και αρχηγέτης μεγάλου θρησκευτικοπολιτικού κινήματος, μίλησε για την ουσία των όντων, τους αριθμούς. Το Σύμπαν προήλθε από το υπάρχον χάος μέσα από τη μορφή, δηλαδή το μέτρο και την αρμονία. Πρώτος ο Πυθαγόρας το ονόμασε Κόσμο, δηλαδή Τάξις, εξ αιτίας της αρμονίας που επικρατούσε σε αυτό.
    Στην σχολή του, που στην είσοδό της υπήρχε ένα άγαλμα του Ερμή του Λογίου, με την επιγραφή “Εκάς βέβηλοι”, δίδασκε τους αριθμούς κατά βάση και πολλά άλλα επιστημονικής ή εσωτερικής φύσης θέματα. Οι αριθμοί, η γεωμετρία και η μουσική οδηγούν στην κατανόηση των κοσμικών φαινομένων.
    Οι βασικές γραμμές διδασκαλίας του για τους αριθμούς, ειδικά για τους πρώτους δέκα από αυτούς, είναι:
    Η Μονάδα αντιστοιχούσε με το πνεύμα, τον αιθέρα, την ενέργεια, τη δύναμη από τη οποία γίνεται το παν.
    Η δυάδα είναι η ύλη που αποτελείται από νερό και γη.
    Η τριάδα είναι ο Χρόνος σαν θεότητα, δηλαδή το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον.
    Η τετράδα είναι ο Χώρος, η τάξη του Κόσμου. Εδώ βρίσκεται η περίφημη Τετρακτύς, πάνω στην οποία δομήθηκε το καμπαλιστικό Δέντρο της Ζωής.
    Τι είναι όμως η Τετρακτύς; Δέκα συμβολικές στιγμές (τελείες).
    Τη θεωρία της τετρακτύος προώθησε ο Πυθαγόρας, η οποία συνέδεσε την ύπαρξη των δέκα σωμάτων του δικού μας Ηλιακού Συστήματος. Η επιστήμη γνώριζε μόνο επτά τέτοια σώματα, αλλά η πρόσφατη αστρονόμοι έχουν ανακαλύψει άλλα τρία σώματα: τον Ουρανό, τον Ποσειδώνας και τον Πλούτωνα.
    Το σύμβολο της τετρακτύος είναι το ακόλουθο:

    . . . . . . .
    . . . . . . .
    . . . . . . .
    . . . . . . .

    Αυτό το σχήμα όπως το χρησιμοποιούσαν οι Πυθαγόρειοι, αποτελείται από δέκα στιγμές τακτοποιημένες σε ένα τριγωνικό πρότυπο, όπως ακριβώς εδώ. Συνδέοντας τις στιγμές με διαφορετικούς τρόπους, προκύπτουν πολλά τρίγωνα και ορθογώνια σχήματα, όλα φιλικά συνδυασμένα με το Πυθαγόρειο μαθηματικό σύστημα με νοήματα και όρους μέσω των οποίων εξηγούσε το πως αντιλαμβανόταν και κατανοούσε τις αλήθειες της Παγκοσμιότητας.
    Η Τετρακτύς είναι η πηγή της Δημιουργίας. Σε αυτήν ορκιζόταν οι Πυθαγόρειοι. Είναι το άθροισμα των αριθμών 1, 2, 3, 4.
    Η τετράδασημειώνει ακόμα τα “κοσμικά σώματα” των τεσσάρων στοιχείων από τα οποία συντάχθηκε το Κοσμικό Σύμπαν, το τετράεδρο, το οκτάεδρο, το εικοσάεδρο και τον κύβο.
    Η πεντάδα συμβολίζει τα πέντε στοιχεία από τα οποία σύγκειται ο Κόσμος, δηλαδή τη γη, το νερό, τον αέρα, τη φωτιά και τον αιθέρα. Τα πέντε αντίστοιχα πολύεδρα που συμβολίζουν τα παραπάνω στοιχεία είναι κύβος, εικοσάεδρο, οκτάεδρο, τετράεδρο, δωδεκάεδρο. 

    Οι αριθμοί 3, 4, 5 είναι ιεροί αριθμοί και λαμβάνονται σαν Τριάδα. Το άθροισμα των τετραγώνων των δύο πρώτων αριθμών δίνει το τετράγωνο του τρίτου αριθμού. Το άθροισμα των αριθμών υψωμένων στον κύβο δίνει τον αριθμό 216, που παριστά το ψυχογονικό κύβο με πλευρά τον αριθμό 6. Αυτοί οι αριθμοί ή πιο συγκεκριμένα ο αριθμός 216 συνδέονται με τα τρία εδάφια της Εξόδου, όπου καθένα έχει 72 γράμματα.

    Η εξάδα συμβολίζει τα έξι είδη εμψύχων όντων. Τους θεούς, τους δαίμονες, τους ήρωες, τους ανθρώπους, τα ζώα και τα φυτά. Είναι Ιερός αριθμός και ονομάζεται Γάμος γιατί εκτός του ότι συνδέεται με τις μετεμψυχώσεις (είναι η πλευρά του ψυχογονικού κύβου), είναι τέλειος αριθμός, δηλαδή το άθροισμα των μερών του δίνει πάλι το 6. 6/6=1, 6/3=2, 6/2=3, 1+3+2=6. Είναι το εμβαδόν ορθογωνίου τριγώνου με πλευρά την Ιερή Τριάδα, 3,4,5.
    Η επτάδα παριστάνει τους επτά πλανήτες του Ηλιακού συστήματός μας και το νόμο εξέλιξης. Είναι Ιερός αριθμός και σημειώνει τις φάσεις της Σελήνης. Θεωρείται παρθένος, αμήτορας, ηγεμόνας, άρχοντας όλων, ένα θεό, “αεί όντα”, επτάφωτο, επτάψυχο, επτάπατο (πολύ εχέμυθο). Τον αφιέρωσαν στην έκφραση εκείνη του Ενός που αποκαλείται “Η Θεά Αθηνά” της οποίας κύριος αριθμός είναι το 92, που σημειώνει τα 92 στοιχεία της ύλης.
    Η οκτάδαυποδηλώνει τις οκτώ ουράνιες και τους οκτώ φθόγγους της μουσικής κλίμακας, δηλαδή την Αρμονία του Κόσμου.
    Η εννεάδα δείχνει του εννέα κοσμικούς χώρους του Στερεώματος.
    Η δεκάδα είναι αυτό καθ’ εαυτό το Σύμπαν.
    Η τετρακτύς η οποία αποτελείται από 10 σημεία, μεταφέρεται και γίνεται η βάση του Δέντρου της Ζωής, στην Καμπάλα. Ονομάζονται τα σημεία αυτά Σεφιρότ, πληθυντικός της λέξης σεφίρα. Κατά πάσα πιθανότητα τα 72 Ονόματα του Θεού ανήκουν στην τέταρτη ή στην έκτη σεφίρα αλλά υπάρχουν υπόνοιες ότι πιθανά να έχουν σχέση με την πρώτη, έκτη, ένατη και δέκατη σεφίρα. Η προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι συσχετίζονται με την πρώτη σεφίρα και τον Άγγελο Μετατρόν τον Εξουσιαστή τους ή Αυτόν που του ανήκουν τα Ονόματα. Οι πηγές της παράδοσης, λένε ότι αυτός ήταν που περιόρισε μαζεύοντας τον Ουρανό και μετασχημάτισε μέσα του έναν άγγελο από φωτιά, με 36 ζευγάρια από φτερά, για να συνεχίσει τις ημέρες του αν ένας ουράνιος γραμματέας, ένας ουράνιος νομοδιδάσκαλος.
    Επιστρέφοντας στην Ιερή Τετρακτύ, θα αναλύσω κάποια στοιχεία της: Στο σχέδιο δίπλα, παρατηρούμε ότι μέσα στο ισόπλευρο τρίγωνο που παράγεται αν ενώσουμε τις 10 στιγμές, υπάρχει εγγεγραμμένο ένα κανονικό εξάγωνο.

    Οι αριθμοί που εισέρχονται στο ισόπλευρο τρίγωνο δίπλα, δίνουν το πρώτο μαγικό τετράγωνο, αυτό του Κρόνου με 9 αριθμούς. Ένα κανονικό εξάγωνο είναι εγγεγραμμένο μέσα σε ένα ισόπλευρο τρίγωνο.

    Το 3 και το 6 έχουν βασική σημασία. Η πλευρά του εξαγώνου στα μαγικά τετράγωνα έχει αριθμό 111 και το τελικό άθροισμα είναι 666, 111*6=666, ενώ του τριγώνου η πλευρά είναι 15 και το τελικό άθροισμα 45 15*3=45. Όμως αν αφαιρέσουμε το 45 από το 666 προκύπτει ο αριθμός 621, που είναι 3*207, υπενθυμίζω ότι 207 είναι το Αίν Σοφ. Η Θεότητα του Χρόνου, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Οι ερευνητές ίσως εδώ αναγνωρίσουν τις κυριότητες του Σαββάτου και της Κυριακής.
    Έχοντας σαν κέντρο τη μεσαία στιγμή της τρίτης σειράς φέρουμε ευθείες γραμμές που να ενώνουν τις κορυφές του τριγώνου - οι ευθείες γραμμές αυτές είναι και ταυτόχρονα τα ύψη του τριγώνου- και περιγράφουμε έξι κύκλους που να εφάπτονται του σημείου τμήσης του ύψους με την βάση. Συνεχίζοντας την χάραξη ακόμα έξι κύκλων που να εφάπτονται των έξι προηγούμενων και έχουν σαν κέντρο τους τις προηγούμενες ευθείες γραμμές, σχηματίζεται τελικά το σχέδιο που βλέπετε δίπλα, το οποίο καλείται Κύβος του Μετατρόν. Είναι ο ψυχογονικός κύβος του Πυθαγόρα.

    Σε μια ελεύθερη σκιαγράφηση του κύβου αυτού, λαμβάνεται αυτό το σχέδιο που βλέπετε δίπλα, το οποίο παριστά με γλαφυρό τρόπο την παραγωγή των 72 ονομάτων από την Ιερά Τετρακτύ.
    Το σχέδιο αυτό ονομάζεται “λουλούδι της ζωής” και κάθε πέταλο δείχνει από ένα όνομα του Θεού.

    Τα “παιχνίδια της Γεωμετρίας” στην τελική τους μορφή μήπως δεν είναι καθόλου παιχνίδια;

  • ΟΡΦΕΩΣ ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΑ

    Ὦναξ Πυθῶνος μεδέων, ἑκατηβόλε, μάντι,
    ὃς λάχες ἠλιβάτου κορυφῆς Παρνασσίδα πέτρην
    σὴν ἀρετὴν ὑμνῶ· σὺ δέ μοι κλέος ἐσθλὸν ὀπάσσαις·

  • Ορφέως Λιθικά Κηρύγματα

    Λίθος κρύσταλλος ὁ πᾶσι γνώριμος. Οὗτος
    ὠνόμασται μὲν ἀπὸ τῆς κρυσταλλοειδοῦς καὶ διαυγοῦς
    ὄψεως. Ἔχει δὲ καὶ φυσικὰς ἐνεργείας τοιαύτας·

  • Περι ωροσκοπουντων ζωδιων

    Δύο τροπικὰ ζῴδιά εἰσιν Αἰγόκερως καὶ Καρκίνος. -

  • Ύμνοι Ορφέως

    ΟΡΦΕΥΣ ΠΡΟΣ ΜΟΥΣΑΙΟΝ.
    Εὐτυχῶς χρῶ, ἑταῖρε.
    Μάνθανε δή, Μουσαῖε, θυηπολίην περισέμνην,
    εὐχήν, ἣ δή τοι προφερεστέρη ἐστὶν ἁπασέων.

  • Ύμνος εις ωρολόγιον

    εἰς ὡρολόγιον
    Τίς ὁ λάινον ἄντρον Ἄρει ξέσας,
    τίς ὁ κέντρον ἐπίσκοπον ἁρμόσας
    συνοδοιπόρον εὗρε τὸν ἁλίου,

nooriya blogger facebook pinterest