Ελληνική θρησκεία

  • Αρχαια Σοφια

    Περί γραμμάτων και αριθμών

    ἓν κράτος, εἷς δαίμων γένετο, μέγας οὐρανὸν αἴθων, ἓν δὲ τὰ πάντα τέτυκται, ἐν ᾧ τάδε πάντα κυκλεῖται, πῦρ καὶ ὕδωρ καὶ γαῖα

  • Καβειρια μυστηρια

    Τα καβείρια μυστήρια μαζί με τα κρητομινωικά, τα διονυσιακά-ορφικά και ελευσίνια, είναι τα κυριότερα μυστήρια στην Αρχαία Ελλάδα.

  • Κίρκη

    Η Κίρκη, ονομαστή μάγισσα της αρχαιότητας, ζούσε στο μακρινό νησί Αία, σε ένα θαυμάσιο παλάτι κτισμένο σε ένα πολύ όμορφο δάσος. Τα περίλαμπρα ανάκτορά της ήταν γεμάτα λύκους, λιοντάρια και άλλα ζώα, στα οποία είχε μεταμορφώσει τους ανθρώπους που έρχονταν στο νησί της. Με πολλή φιλοφροσύνη κατάκτησε τους συντρόφους του Οδυσσέα και, αφού τους προσέφερε φαγητά και μαγεμένα βότανα για να λησμονήσουν την πατρίδα τους, τους μεταμόρφωσε σε χοίρους με το ραβδί της. Ο Ευρύλοχος, που βρισκόταν έξω από τα ανάκτορα, είδε το γεγονός και το εξιστόρησε στον Οδυσσέα. Αυτός, πήρε ένα βότανο που εξουδετέρωνε τις μεταμορφώσεις της Κίρκης από το θεό Ερμή και επισκέφτηκε την Κίρκη, υποχρεώνοντάς την να επαναφέρει τους συντρόφους του στην κανονική τους μορφή και έμεινε μαζί της για ένα χρόνο. Καρποί της σχέσης τους υπήρξαν ο Άγριος, η Κασσιφόνη, ο Λατίνος και ο Τηλέγονος. Λατρευόταν στη Ρώμη ως θεά, ενώ ο Βιργίλιος αναφέρει ότι ζούσε στην Τυρρηνική θάλασσα.
    Ο Λατίνος, βασιλιάς του Λατίου, ίδρυσε την πόλη Λάτιο, από την οποία κατάγονται οι Λατίνοι και οι Ρωμαίοι, ενώ αποτελούσε συνεκτικό κρίκο της Ιταλίας με την Τροία. Η Κασσιφόνη έγινε σύζυγος του Τηλέμαχου αλλά τον σκότωσε γιατί έγινε αίτιος του θανάτου της μητέρας της, Κίρκης, αιτιολογώντας την ετυμολογία του ονόματός της (κασσιφόνη = αδελφοκτόνος). Ο Τηλέγονος όταν ενηλικιώθηκε τον έστειλε η μητέρα του να αναζητήσει τον Οδυσσέα, αλλά τον σκότωσε, αγνοώντας την ταυτότητά του. Παρέλαβε την Πηνελόπη και πήγε στο νησί των Μακάρων.

     Πάντα, η γοητεία είναι που προχωρά από τα θεία θηλυκά όντα, θαυμάσια ειδικευμένα στη μαγεία και στις ιατρικές τέχνες, που ξέρουν μόνο τις αρετές ορισμένων χορταριών, ορισμένων λουλουδιών, φτιάχνοντας με αυτά φίλτρα και ποτά που δίνουν το θάνατο και τη ζωή, την ασθένεια και την υγεία στο απέραντο βασίλειο της Φύσης. Πώς μπορεί η Κίρκη να ερμηνευθεί επισημαίνοντας τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που την συνδέουν, αυτή τη μεγάλη θεά της μεσογειακής θρησκείας;

    Εξετάζοντας τις τόσες πολλές επαναστατικές αλλαγές στον τομέα της αρχαιολογίας, αναγκαζόμαστε σε μια απολύτως νέα προοπτική για την προηγούμενη ιστορία ολόκληρου του πλανήτη και ίσως αυτό να καταστήσει όλα τα σχολικά βιβλία μας ξεπερασμένα.

     Ο Μ. Marconi καθηγητής της Ιστορίας των Θρησκειών στο Μιλάνο για ένα μακρύ χρονικό διάστημα από το 1940 ως το 1970, σαφώς έβλεπε πως η περιοχή που η ερευνητική μεθοδολογία όριζε, δεν θα μπορούσε να περιοριστεί μέσα στα παραδοσιακά γεωγραφικά όρια, αλλά εκτεινόταν από τα βρετανικά νησιά ως την κοιλάδα του Ινδού ποταμού και ως το νοτιότερο μέρος της Αφρικής. Οι ειδικές θρησκευτικές αναλογίες και μια ουσιαστική θρησκευτική κοινότητα μεταξύ των ανατολικών και δυτικών μεσογειακών ακτών περιγράφουν μια πολιτιστική ενότητα στα αρχέγονα στρώματα όλων των μεσογειακών χωρών που ανήκουν στην Νεολιθική εποχή.

    Επιπλέον, μπορούμε να δούμε πώς ο μεγάλος μεσογειακός πολιτισμός, χάρη στη μελέτη μερικών θηλυκών θεοτήτων στην ελληνική και ρωμαϊκή θρησκεία, πέρασε μέσω της Μαύρης Θάλασσας, των κοιλάδων του Τίγρη και του Ευφράτη και απλώθηκε μέχρι την κοιλάδα του Ινδού ποταμού. Αποκαλύπτεται σήμερα πως οι Ανατολικές και του Αιγαίου θρησκείες και η προ-Αριανή Ινδία μας κάνουν να σκεφθούμε πως η μετέπειτα θρησκεία τους ανάγεται σε δυτική προέλευση που αναμιγνύεται με τον πρωτόγονο νεγροειδή πληθυσμό και φορέας ήταν ο φορέας ο μεσογειακός πολιτισμός στην Κεϋλάνη και σε άλλα πλησίον μέρη.

     Ήταν οι Πελασγοί, ο μεσογειακός προ-ινδοευρωπαϊκός λαός, που βεβαίωσαν την παρουσία τους μέχρι την Άνω- Παλαιολιθική, δυτικά και ανατολικά στην περιοχή της Ανατολίας και του Αιγαίου. Στην Ιταλία βρίσκονται ίχνη τους στο Βορρά και στο κεντρικό-νότιο μέρος στη Σικελία, συμπεριλαμβανομένης της Σαρδηνίας.  Δεν ήταν ναυτικοί ούτε κατακτητές, αλλά μικρές ομάδες ανθρώπων που ασκούσαν τη γεωργία, εγκατέλειψαν τα εδάφη τους πηγαίνοντας στην ανατολική πλευρά της Αδριατικής θάλασσας, ψάχνοντας για νέο έδαφος. Γύρω από τα βουνά της σημερινής Αλβανίας έχτισαν τα χωριά τους. Ζούσαν διαφορετικά από τους γηγενείς κατοίκους της Μεσογείου που ζούσαν εδώ από τους νεο-λιθικούς χρόνους και τους ήδη Αρίους Ευρωπαίους που είχαν συγκροτημένη γλώσσα, που αποδεικνύεται στις αποτεφρώσεις ως νεκρικές ιεροτελεστίες.

     Η Κίρκη είναι πολύ περισσότερο από μια θηλυκή γόησσα, είναι το αρχέτυπο του Ποντία Φωτών, το πιο πλήρες παράδειγμα των φαρμακίδων (μαγισσών), η Θεά στην πλήρη εκδήλωσή της ως Κυρία των Άγριων (Φυτών και Ζώων), θεραπεύτρια, η πιο γνωστή μάγισσα του Αρχαίου Μεσογειακού κόσμου απόλυτα συσχετισμένη με τη Μήδεια, την πλέον διάσημη μάγισσα της Ανατολίας και τόσο δημοφιλούς και βαθιά ριζωμένης στην παράδοση για να επιζήσει ως καθορισμένη και ισχυρή εικόνα ακόμη και στις γραπτές αφηγήσεις του πιο πρόσφατου πατριαρχικού πολιτισμού μέσω του Ομήρου και του Ευριπίδη.

     Η γενεαλογία της Κίρκης είναι πολλαπλάσιος: κόρη της Εκάτης και του Ηλίου ή της Περσηίδος και του Ηλίου, ή ακόμα από την Αστερόπη μια Ωκεανίδα και τον Υπερίωνα. Εάν είναι κόρη του Ηλίου, είναι όχι μόνο αδελφή της Μήδειας αλλά και της Πασιφάης και του Αιήτη. Και στις δύο περιπτώσεις, έχει παραχθεί από τον ωκεανό και από τον ουρανό. Ο Παυσανίας στα Λακωνικά, μας λέγει πως υπήρχε ιερό με μαντείο, όπου βρισκόταν ένα χάλκινο άγαλμα της Πασιφάης μαζί με τον πατέρα της τον Ήλιοp> <pΟι κάτοικοι της Μεσογείου σέβονται μια μεγάλη θεά, κυρία των ανθέων των βοτάνων, κυρία των κτηνών και των κοπαδιών, κυρίας των ναυτικών, κυρίας των παρθένων έτοιμων για γάμο και των καρπερών συζύγων (γυναικών): σε αυτόν τον διαδεδομένο κόσμο, συμπεριλαμβανομένων όλων των ζωντανών όντων στη γη, κοιτάζει με τα γενναιόδωρα και καταπραϋντικά μάτια, έτοιμη να ενθαρρύνει και να προστατεύσει την καταπληκτική συνεχή αύξησή τους. Αυτή η παντοδύναμη θεότητα λατρεύεται προ πάντων ως δωρητής της υγείας.

     Με ποια μέσα εκπληρώνει την ουσιαστική εργασία της; Μέσω της γνώσης των βοτάνων και των ανθέων, από την οποία είναι σε θέση να λάβει τους χυμούς και τις αλοιφές που αποκαθιστούν άφθονα την υγεία, τη νεότητα και τη ζωή. Συνεπώς, χάρη σε αυτήν την συνεχή ευγενή εργασία ως ποντία φυτών, προσδιορίζεται με τη γη, η καρποφόρος τροφοδότηση της ζωής, η οποία άυπνα δίνει ζωή στα προσφερόμενα βότανα, στα άφθονα φρούτα και τους ισχυρούς κορμούς. Σε αυτήν την συνεχή περιστροφή της ζωής κάθε έτος ανανεώνεται στις σκιές των ξύλων όπως στα ανοικτά χωράφια που οργώνονται τρεις φορές.

     Η αρσενική δύναμη του Ήλιου συνεργάζεται φέρνοντας φως και θερμότητα στη γη, η οποία το λιπαίνει. Αρχικά ήταν ο Ήλιος που θεωρήθηκε από τους κατοίκους της Μεσογείου ως χορηγός ζωής, λειτουργώντας δίπλα στη μεγάλη θεά, την αληθινή Ποντία της οικουμένης, της οποίας αυτός ήταν πάρεδρος (συνέταιρος). Η Πασιφάη και ο ταύρος Ήλιος στην Κρήτη (η Πασιφάη φίλησε τον ταύρο και έγινε ο Μινώταυρος) είναι το χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η επόμενη μετάβαση από πάρεδρος στον πατέρα - επίσης εξετάζει την εναλλαγή των διαφορετικών ρόλων στα θεία ζεύγη της Μινωικής θρησκείας - δεν είναι δύσκολο να εξηγηθεί.

    Με το διαχωρισμό της μεγάλης θεάς σε πολλές θείες προσωπικότητες, κάθε μια από αυτές με το καλά καθορισμένο όνομά της αλλά πάντα κρατώντας την ιδιαίτερη δυνατότητα των φαρμακίδων.

     Ο Ήλιος έγινε αντιληπτός όχι μόνο ως πατέρας του φυτικού κόσμου αλλά και των ευατών τους, οι οποίες είχαν μια τέτοια οικειότητα με όλες τα φυτά και ήταν οι θεματοφύλακες του κρυμμένου μυστικού σε κάθε στεφάνη άνθους, φρούτο, ρίζα κλπ.

    Όπως η μητέρα της Εκάτη, η Κίρκη έζησε αρχικά στην Κολχίδα, όπως λέει ο Όμηρος, στον κήπο στο δάσος στην Κολχίδα που ήταν ήδη ιερό στη μητέρα της και καλείτο Αιαίη. Αλλά όταν συναντά τον Οδυσσέα ζει σε έναν άλλο καταπληκτικό κήπο, την Τυρρηνία Αιαίη ή Κολχική Αιαίη, την οποία ο Όμηρος τοποθετεί πλησίον του Άιδου. Έτσι έχουμε δύο Αιαίης Κιρκαιδίας, το όρος Κίρκαιον πολυφάρμακον στην Ιταλία και το Κίρκαιον πεδίον της Κολχίδας, όπου "η πρώτη ακτίνα του Ηλίου το πρωί ξυπνά τη ζωή στο μυστικό κήπο, φωτίζοντας το θαυμάσιο πρόσωπο της θεάς.

     Αυτός ο διπλός κήπος ερμηνεύεται ως μια από την επεκτεινόμενη διάδοσης προς δυτικά των Πελασγών. Σε μια λαογραφική και ιστορική έρευνα το 1934, βρέθηκαν τα ονόματα Κερκέται στην Καυκάσια ζώνη, για να αποκαλύψει πως ο τοπικός πληθυσμός τώρα καλείται Circassian, το Gergithes στην Τρωάδα της Ανατολίας, το Gergesaias στην Παλαιστίνη, όλα τα ονόματα αποκαλύπτουν τους "ανθρώπους της Κίρκης". 

     Ο Μ. Marconi που έκανε την πιο πάνω έρευνα, υπογραμμίζει ότι η ρίζα Κιρ-, Κερκ- επίσης θεωρείται πως βρίσκεται από την Κέρκυρα ως την Ανδριατική Θάλασσα ως το Kirkesion στη Μεσοποταμία και από την Αίγυπτο ως τη Θράκη και την Ιλλυρία. Και, ακολουθώντας το Fozio και το Esichio, μακρύτερα ανατολικά, υπήρξαν λαοί γνωστοί ως Κερκίται Kerkitai (έθνος Ινδικόν) και Κολκοί Ινδικοί (Kolkoi Indicoi), μεταξύ των ινδικών πληθυσμών.

     Το Kolkoi (Korkai, Kolkai) ήταν το όνομα μιας σημαντικής εμπορικής και θαλάσσιας πόλης στο βορειοανατολικό μέρος του ακρωτηρίου Cormorinστο νότο της Ινδίας, ήταν η αρχαία πρωτεύουσα του βασιλείου των Pandjas, το λίκνο του νότιων πολιτισμού της Ινδίας και του σπιτιού τριών μυθικών αδελφών, οι οποίοι λέγεται πως είναι οι ιδρυτές, Pandja, Khera και Khola στα Ιμαλάια. Υπάρχουν πολλά άλλα τοπωνύμια που αναφέρονται από Μ. Marconi, τα οποία διαβάζονται μέσα στον Στράβωνα και άλλους για να αποδειχθεί η ακριβής σχέση μεταξύ της απώτατης ανατολικής και δυτικής διάχυσης των Πελασγών, ακτινοβολώντας από την περιοχή της Μαύρης Θάλασσας.

     Επιπλέον, υπάρχουν άλλες όψεις της Κίρκης και της Μήδειας που, εκτός από την ιδιαίτερη αντιπροσώπευση των Θεών όπως αναπτύσσεται στο κεντρικό-δυτικό μέρος της Μεσογείου και της Ευρώπης, τις συνδέουν με τα κύρια γνωρίσματα της Θεάς: είναι επίσης "παρθένα, μητέρα και γριά" και η Κίρκη έχει τη σκοτεινή πλευρά της ως κυρία των νεκρών όπως τη μητέρα της, Εκάτη. Και στα νησιά Φαρμακούσσες στο Σαρωνικό κοντά στη Σαλαμίνα, είναι η θέση του ενταφιασμού της Κίρκης.

     Η Κλασσική Εποχή, άλλαξε και μεταβλήθηκε από νέες κοινωνικές και πνευματικές συνθήκες, οι ιδιότητες των θεών ελαττώθηκαν, αλλά δεν χάθηκαν εντελώς, συνέχισαν να αρμόζουν και να ριζώνουν βαθιά στις θρησκευτικές λειτουργίες και πίστεις. Αβέβαια, η μεσαιωνική μαγεία έχει την πηγή της στο Μεσογειακό υπόστρωμα που, λίγο ή πολύ κρυφά, ήρθε στην επιφάνεια στον Κελτικό κόσμο, δίνοντας θέση σε ιδιαίτερα δηλωτικές σχέσεις και συμπτώσεις. Αναφέροντας την Κυρία της Λίμνης και τον Λάνσελωτ, την Μοργκάνα και το βασιλιά Αρθούρος εξακριβώνεται πως όπως η Κίρκη είχε τον Πίκο (Ζευς) σαν πάρεδρό της έτσι η Βιβιάνα / Ντιάνα / Ντάνου είχε το Μέρλιν.

     Υπάρχει μια απλούστερη ρίζα -*danu σε όλες τις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες (σημαίνει "νερό") και επίσης της ρίζας -dru* (σημαίνει "βελανιδιά"). Σημειώνεται ότι οι λέξεις "Δρυς", "Δωδώνη" και "Δίας" δεν έχουν καμία απολύτως σχέση. Σημείωσε ακόμα, πως οι Κέλτες και οι Αρχαίοι Έλληνες είχαν επαφές. Είναι ένα πολύ κοινό θέμα στην Κελτική μυθική λογοτεχνία, η υπερφυσική κυρία που εκπαιδεύει μία νέα ηρωίδα, που είναι συγχρόνως η μητέρα της, ο δάσκαλός της, ο εραστής της. Η μεσαιωνική νεράιδα είναι, επομένως, η βόρεια και πιο πρόσφατη έκδοση του Μεσογειακού μάγου με τον οποίο μοιράζεται τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία: το ξύλο (δάση), τα φυτά και τα βότανα, τη δυνατότητα να μετασχηματιστούν τα άτομα (σε κτήνη όπως στους πολεμιστές), τον ποταμό ή τη λίμνη κ.λπ. Η νεράιδα, η Κυρία της Λίμνης, επίσης μέσω αυτού του μυστήριου και υποδηλωτικού ονόματος αποκαλύπτεται σαν μια ανώτερη, θεία ύπαρξη.

     Στην πραγματικότητα, οι Βρετανικοί Νήσοι πριν από την άφιξη των Κελτών, είχαν κατοίκους από Μεσογειακές φυλές, που έχτισαν τα μεγαλιθικά μνημεία και λάτρεψαν την Ντάνου ως επώνυμη μητέρα τους. Το όνομα Ντάνου έχει την ίδια ρίζα με το Ντιάνα (Diana) τη θεά των δασών και των υδάτων, η αρχαία ρίζα του ονόματος της μεσαιωνικής Κυρίας της Λίμνης.

     Σήμερα είναι γνωστό από ερευνητές πως στην Ιταλία, στη Βρετανία και στη Γαλλία αλλά και στη Γερμανία, η λέξη μήλο οδηγεί στη Μήδεια, στην Κίρκη και στον Απόλλωνα. Οι λέξεις για το μήλο, δείχνουν ένα μόρφωμα που έχει Μεσογειακό υπόστρωμα και διασκορπίζεται επίσης στη νότια Ιταλία (είναι μια πόλη στην Καμπανία που είναι γνωστή για την παραγωγή μήλων) και επαναλαμβάνεται επίσης στο όνομα του Θεού Abellio στη γαλλική περιοχή Garonna, που ήταν κύριο κέντρο λατρείας του Aulon, χωρίς να ξεχάσομε ότι στην Κρήτη και τη Σικελία βρίσκομε το διαφορετικό Απέλλωνα για τον Απόλλωνα. Επομένως, τότε η Κίρκη και τώρα η Μοργκάνα, ζουν σε ένα νησί από μήλα με πολύ πλούσια παραγωγή, όπως η Αφροδίτη που μεγάλωσε ένα δέντρο μηλιάς στον κήπο της στην Ταμασσό στην Κύπρο. Η μηλιά βρίσκεται ομοίως στο μακρινό δυτικό κήπο των Εσπερίδων ή στα Ηλύσια Πεδία (Champs Elisees), πέρα από τα σύνορα της Μεσογείου.  Η Αία (το αρχαίο όνομα της Κολχίδας)έχει βρει εδώ το τελευταίο δυτικό καταφύγιό της.
     

     Ο Αισχύλος έγραψε το σατυρικό δράμα «Κίρκη».

    Το όνομά της Κίρκης φέρει ο αστεροειδής αρ. 34. Το όνομά του Αγρίου φέρει ο αστεροειδής αρ. 8241.

  • Κύφι

    Οι χρήσεις των βοτάνων ήταν ποικίλες στην αρχαιότητα. Κάθε τμήμα του βοτάνου είχε τη δική του χρησιμότητα, ανήκε σε κάποια συγκεκριμένη μαγική δύναμη και χρησιμοποιούταν σαν θυμίαμα, αλλά και σαν φάρμακο. Υπάρχουν πολλά αρχαία κείμενα που δηλώνουν ακόμα και με πιο τρόπο πρέπει να μαζευτεί το μαγικό φυτό.

    Οι μορφές που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Έλληνες ήταν οι αλοιφές, τα μύρα, τα κηρώματα, τα αποζέματα, τα γαργαρίσματα, τα διαπάσματα, τα επιχρίσματα, τα θυμιάματα, τα παραπαστά κλπ. Ένα πολύ γνωστό θυμίαμα που αναφέρεται στους μαγικούς Πάπυρους, αλλά και στα αρχαία κείμενα, όπως του Διοσκουρίδη, Γαληνού κλπ, είναι το Κύφι (ή Κοίφι). Στο βιβλίο του ο Πλούταρχος, που ήταν ιερέας του Απόλλωνα στους Δελφούς, «περί Ίσιδος και Οσίριδος», αναφέρει:

    «το Κύφι είναι ένα μίγμα που αποτελείται από 16 συστατικά. Από μέλι και κρασί, σταφίδες και κύπερο, (πεύκο) ρητίνη και σμύρνα, ασπάλαθρος και σέσελι. Επιπλέον της μαστίχας και άσφαλτο, θρύο και λάπαθο (ξινήθρα, οξαλίς), μαζί με τα δύο είδη των καρπών ιουνιπέρου, από τους οποίους ο ένας ονομάζεται μεγάλος και ο άλλος μικρός, κάρδαμο και αρωματικό κάλαμο. Και όλα αυτά τα συστατικά δεν αναμιγνύονται κατά τύχη αλλά σύμφωνα με τις οδηγίες που αναφέρονται στα ιερά βιβλία, το οποία διαβάζονται από τους κατασκευαστές των θυμιαμάτων ενώ τα αναμιγνύουν». Το κείμενο είναι:

    "εἰ δὲ δεῖ καὶ περὶ τῶν θυμιωμένων ἡμέρας ἑκάστης εἰπεῖν, ὥσπερ ὑπεσχόμην, ἐκεῖνο διανοηθείη τις ἂν πρότερον, ὡς ἀεὶ μὲν οἱ ἄνδρες ἐν σπουδῇ μεγίστῃ τίθενται τὰ πρὸς ὑγίειαν ἐπιτηδεύματα, μάλιστα δὲ ταῖς ἱερουργίαις καὶ ταῖς ἁγνείαις καὶ διαίταις οὐχ ἧττον ἔνεστι [τουτὶ] τοῦ ὁσίου τὸ ὑγιεινόν. οὐ γὰρ ᾤοντο καλῶς ἔχειν οὔτε σώμασιν οὔτε ψυχαῖς ὑπούλοις καὶ νοσώδεσι θεραπεύειν τὸ καθαρὸν καὶ ἀβλαβὲς πάντῃ καὶ ἀμίαντον. ἐπεὶ τοίνυν ὁ ἀήρ, ᾧ πλεῖστα χρώμεθα καὶ σύνεσμεν, οὐκ ἀεὶ τὴν αὐτὴν ἔχει διάθεσιν καὶ κρᾶσιν, ἀλλὰ νύκτωρ πυκνοῦται καὶ πιέζει τὸ σῶμα καὶ συνάγει τὴν ψυχὴν εἰς τὸ δύσθυμον καὶ πεφροντικὸς οἷον ἀχλυώδη γινομένην καὶ βαρεῖαν, ἀναστάντες εὐθὺς ἐπιθυμιῶσι ῥητίνην θεραπεύοντες καὶ  καθαίροντες τὸν ἀέρα τῇ διακρίσει καὶ τὸ σύμφυτον τῷ ώματι πνεῦμα μεμαρασμένον ἀναρριπίζοντες ἐχούσης τι τῆς ὀσμῆς σφοδρὸν καὶ καταπληκτικόν. αὖθις δὲ μεσημβρίας αἰσθανόμενοι σφόδρα πολλὴν καὶ βαρεῖαν ἀναθυμίασιν ἀπὸ γῆς ἕλκοντα βίᾳ τὸν ἥλιον καὶ καταμιγνύοντα τῷ ἀέρι τὴν σμύρναν ἐπιθυμιῶσι· διαλύει γὰρ ἡ θερμότης καὶ σκίδνησι τὸ συνιστάμενον ἐν τῷ περιέχοντι θολερὸν καὶ ἰλυῶδες. καὶ γὰρ οἱ ἰατροὶ πρὸς τὰ λοιμικὰ πάθη βοηθεῖν δοκοῦσι φλόγα πολλὴν ποιοῦντες ὡς λεπτύνουσαν τὸν ἀέρα· λεπτύνει δὲ βέλτιον, ἐὰν εὐώδη ξύλα καίωσιν, οἷα κυπαρίττου καὶ ἀρκεύθου καὶ πεύκης.

    "Και, αν πρέπει να μιλήσω και για τα θυμιάματα της κάθε μέρας, όπως ακριβώς το υποσχέθηκα, αυτό θα μπορούσε πρώτα ο καθένας να σκεφθεί, ότι δηλαδή πάντα οι άνθρωποι δίνουν πολύ μεγάλη σημασία στις ασχολίες που υπηρετούν την υγεία και ότι στις ιεροτελεστίες και καθάρσεις και τρόπους διατροφής εξίσου υπάρχει το όσιο και υγιεινό. Γιατί, θεωρούσαν ότι είναι αδιανόητο να λατρεύουν το καθαρό και αβλαβές ολικά και το αμόλυντο με σώματα και ψυχές τραυματισμένες και νοσηρές. Επειδή λοιπόν ο αέρας που κατεξοχήν χρησιμοποιούμε και με τον οποίο συνυπάρχουμε δεν έχει πάντοτε την ίδια σύνθεση και θερμοκρασία, αλλά τη νύχτα συμπυκνώνεται και πιέζει το σώμα και δημιουργεί ψυχοπλάκωμα και φροντίδες, έτσι που να γίνει βαρύθυμο και μελαγχολικό, μόλις σηκωθούν, αμέσως θυμιατίζουν με ρητίνη λατρεύοντας και εξαγνίζοντας τον αέρα με το θυμίαμα και αναζωογονούν την ψυχή που έχει μελαγχολήσει μέσα στο σώμα, γιατί η μυρουδιά έχει κάτι δυνατό και τονωτικό. Το μεσημέρι πάλι, επειδή αναπνέουν πολλές και βαριές αναθυμιάσεις, γιατί ο ήλιος με τη βία (με τις ζεστές του ακτίνες) τις προκαλεί από τη γη και τις αναμειγνύει με τον αέρα, θυμιατίζουν με σμύρνα. Γιατί, η θερμότητα διαλύει και διασκορπίζει τη δημιουργημένη στην ατμόσφαιρα θολότητα και ομίχλη σα λάσπη. Και οι γιατροί εξάλλου για τα λοιμώδη νοσήματα πιστεύουν πως τα βοηθούν, ανάβοντας μεγάλη φωτιά που καθαρίζει τον αέρα. Και καθαρίζει καλύτερα, αν κάψουν μυρωδάτα ξύλα, όπως είναι το κυπαρίσσι και η άρκευθος και το πεύκο.

    Ἄκρωνα γοῦν τὸν ἰατρὸν ἐν Ἀθήναις ὑπὸ τὸν μέγαν λοιμὸν εὐδοκιμῆσαι λέγουσι πῦρ κελεύοντα παρακαίειν τοῖς νοσοῦσιν· ὤνησε γὰρ οὐκ ὀλίγους. Ἀριστοτέλης δέ φησι καὶ μύρων καὶ ἀνθέων καὶ λειμώνων εὐώδεις ἀποπνοίας οὐκ ἔλαττον ἔχειν τοῦ πρὸς ἡδονὴν τὸ πρὸς ὑγίειαν, ψυχρὸν ὄντα φύσει καὶ παγετώδη τὸν ἐγκέφαλον ἠρέμα τῇ θερμότητι καὶ λειότητι διαχεούσας. εἰ δὲ καὶ τὴν σμύρναν παρ' Αἰγυπτίοις σὰλ καλοῦσιν, ἐξερμηνευθὲν δὲ τοῦτο μάλιστα φράζει τῆς ληρήσεως ἐκσκορπισμόν, ἔστιν ἣν καὶ τοῦτο μαρτυρίαν τῷ λόγῳ τῆς αἰτίας δίδωσιν.

    Λένε λοιπόν ότι ο γιατρός Άρκωνας διακρίθηκε στην περίοδο του μεγάλου λοιμού στην Αθήνα, συνστώντας να ανάβουν φωτιές κοντά στους αρρώστους. Γιατί, ωφέλησε πολλούς. Και ο Αριστοτέλης υποστηρίζει ότι οι ωραίες μυρουδιές των μύρων και των λουλουδιών και των λιβαδιών, πέρα από την ευχαρίστηση, συμβάλλουν και στην υγεία, καθώς διασκορπίζουν ήρεμα τη θερμότητα και την απλότητά τους στον ψυχρό και παγωμένο από τη φύση του εγκέφαλο. Και, αν ονομάζουν στην Αίγυπτο τη σμύρνα σαλ, που μεθερμηνευόμενο σημαίνει την απρόσκοπτη ομιλία (τη θεραπεία της μελαγχολίας) παρέχει και αυτό κάποια εξήγηση στην ομιλία για την αιτία (της επανάκτησής της).

    τὸ δὲ κῦφι μῖγμα μὲν ἑκκαίδεκα μερῶν συντιθεμένων ἐστί, μέλιτος καὶ οἴνου καὶ σταφίδος καὶ κυπέρου ῥητίνης τε καὶ σμύρνης καὶ ἀσπαλάθου καὶ σεσέλεως, ἔτι δὲ σχίνου τε καὶ ἀσφάλτου καὶ θρύου καὶ λαπάθου, πρὸς δὲ τούτοις ἀρκευθίδων ἀμφοῖν (ὧν τὴν μὲν μείζονα τὴν δ' ἐλάττονα καλοῦσι) καὶ καρδαμώμου καὶ καλάμου. συντίθενται δ' οὐχ ὅπως ἔτυχεν, ἀλλὰ γραμμάτων ἱερῶν τοῖς μυρεψοῖς, ὅταν ταῦτα μιγνύωσιν, ἀναγιγνωσκομένων.

    Το κύφι πάλι είναι μίγμα από δεκαέξι συνηθισμένα είδη, από μέλι δηλαδή και κρασί και σταφίδα και κύπερο και ρητίνη και σμύρνα και ασπάλαθο και σέσελι και σχίνο και άσφαλτο και θρύο και λάπαθο με πρόσμειξη και με δύο ειδών άρκευθο, το μεγαλύτερο και το μικρότερο, καρδάμωμο και καλάμι. Και δεν τα αναμειγνύουν έτσι τυχαία, αλλά οι παρασκευαστές του διαβάζουν και ιερές ευχές όταν τα ανακατεύουν.

    τὸν δ' ἀριθμόν, εἰ καὶ πάνυ δοκεῖ τετράγωνος ἀπὸ τετραγώνου καὶ μόνος ἔχων τῶν ἴσων ἰσάκις ἀριθμῶν τῷ χωρίῳ τὴν περίμετρον ἴσην ἀγαπᾶσθαι προσηκόντως, ἐλάχιστα ῥητέον εἴς γε τοῦτο συνεργεῖν, ἀλλὰ τὰ πλεῖστα τῶν συλλαμβανομένων ἀρωματικὰς ἔχοντα δυνάμεις γλυκὺ πνεῦμα καὶ χρηστὴν μεθίησιν ἀναθυμίασιν, ὑφ' ἧς ὅ τ' ἀὴρ τρεπόμενος καὶ τὸ σῶμα διὰ τῆς πνοῆς κινούμενον λείως καὶ προσηνῶς ὕπνου τε κρᾶσιν ἐπαγωγὸν ἴσχει καὶ τὰ λυπηρὰ καὶ σύντονα τῶν μεθημερινῶν φροντίδων ἄνευ μέθης οἷον ἅμματα χαλᾷ καὶ διαλύει· καὶ τὸ φανταστικὸν καὶ δεκτικὸν ὀνείρων μόριον ὥσπερ κάτοπτρον ἀπολεαίνει καὶ ποιεῖ καθαρώτερον οὐδὲν ἧττον ἢ τὰ κρούματα τῆς λύρας, οἷς ἐχρῶντο πρὸ τῶν ὕπνων οἱ Πυθαγόρειοι, τὸ ἐμπαθὲς καὶ ἄλογον τῆς ψυχῆς ἐξεπᾴδοντες οὕτω καὶ θεραπεύοντες.

    Και ο αριθμός (δεκαέξι), αν και φαίνεται ότι αγαπιέται εξαιρετικά ως ο κατεξοχήν τετράγωνος που προκύπτει από τετράγωνο και που έχει μόνος αυτός την περίμετρο ίση με το εμβαδόν των τεσσάρων ίσων πλευρών του, ελάχιστα πρέπει να ομολογήσομε ότι συμβάλλει στην παρασκευή αυτού (του κύφι), αλλά τα περισσότερα φυτά που μπαίνουν στη πρόσμειξη, καθώς έχουν αρωματική δύναμη, αφήνουν γλυκιά ευωδιά και δημιουργούν ωφέλιμη ατμόσφαιρα, λόγω της οποίας ο αέρας ανακυκλώνεται, και το σώμα κινούμενο με την αναπνοή ελαφρά και άνετα δημιουργεί συνθήκες ύπνου και ξελύνει σαν κόμπους και εξαφανίζει τις στενοχώριες και εντάσεις των καθημερινών φροντίδων χωρίς να σε μεθά. Και το τμήμα μας ανοιχτό στη φαντασία και στο όνειρο το λειαίνει σαν καθρέπτη και το κάνει καθαρότερο και από τους ήχους της λύρας, που τους χρησιμοποιούσαν πριν από τον ύπνο οι Πυθαγόρειοι, εξορκίζοντας έτσι και καταπραΰνοντας τα πάθη και τους παραλογισμούς της ψυχής.

    τὰ γὰρ ὀσφραντὰ πολλάκις μὲν τὴν αἴσθησιν ἀπολείπουσαν ἀνακαλεῖται, πολλάκις δὲ πάλιν ἀμβλύνει καὶ κατηρεμίζει διαχεομένων ἐν τῷ σώματι τῶν ἀναλωμάτων ὑπὸ λειότητος· ὥσπερ ἔνιοι τῶν ἰατρῶν τὸν ὕπνον ἐγγίνεσθαι λέγουσιν, ὅταν ἡ τῆς τροφῆς ἀναθυμίασις οἷον ἕρπουσα λείως περὶ τὰ σπλάγχνα καὶ ψηλαφῶσα ποιῇ τινα γαργαλισμόν. τῷ δὲ κῦφι χρῶνται καὶ πόματι καὶ χρίματι· πινόμενον γὰρ δοκεῖ τὰ ἐντὸς  καθαίρειν,.... χρῖμα μαλακτικόν. ἄνευ δὲ τούτων ῥητίνη μέν ἐστιν ἔργον ἡλίου καὶ σμύρνα πρὸς τὴν εἵλην τῶν φυτῶν ἐκδακρυόντων, τῶν δὲ τὸ κῦφι συντιθέντων ἔστιν ἃ νυκτὶ χαίρει μᾶλλον, ὥσπερ ὅσα πνεύμασι ψυχροῖς καὶ σκιαῖς καὶ δρόσοις καὶ ὑγρότησι τρέφεσθαι πέφυκεν· ἐπεὶ τὸ τῆς ἡμέρας φῶς ἓν μέν ἐστι καὶ ἁπλοῦν καὶ τὸν ἥλιον ὁ Πίνδαρος ὁρᾶσθαί φησιν  ‘ἐρήμης δι' αἰθέρος’, ὁ δὲ νυκτερινὸς ἀὴρ κρᾶμα καὶ σύμμιγμα πολλῶν γέγονε φώτων καὶ δυνάμεων οἷον σπερμάτων εἰς ἓν ἀπὸ παντὸς ἄστρου καταρρεόντων. εἰκότως οὖν ἐκεῖνα μὲν ὡς ἁπλᾶ καὶ ἀφ' ἡλίου τὴν γένεσιν ἔχοντα δι' ἡμέρας, ταῦτα δ' ὡς μικτὰ καὶ παντοδαπὰ ταῖς ποιότησιν ἀρχομένης νυκτὸς ἐπιθυμιῶσι."

    Γιατί, οι ευωδιές (ό,τι οσφραινόμαστε) πολλές φορές επαναφέρουν τις αισθήσεις μας που μας εγκαταλείπουν και πολλές φορές μας χαλαρώνουν και μας ηρεμούν, καθώς οι μικροουσίες τους εισχωρούν στο σώμα μας λόγω της λεπτότητάς τους, όπως ακριβώς υποστηρίζουν μερικοί από τους γιατρούς ότι μας πιάνει ο ύπνος, όταν η αναθυμίαση της τροφής προκαλεί κάποιο γαργαλισμό, καθώς μοιάζει να κινείται απαλά γύρω από τα σπλάχνα και να τα ψηλαφεί. Το κύφι το χρησιμοποιούν και ως ποτό και ως αλοιφή. Γιατί, όταν πίνεται, μοιάζει να καθαρίζει το εσωτερικό μας και ως αλοιφή είναι μαλακτικό. Έξω από αυτά, η ρητίνη προκαλείται από τον ήλιο και τη σμύρνα την παράγουν τα φυτά σα δάκρυ και μερικά από αυτά που συμμετέχουν στη σύνθεση του κύφι ευδοκιμούν τη νύχτα περισσότερο, όπως όσα από την φύση τους μεγαλώνουν σε συνθήκες ψυχρών ανέμων και σκιάς και δροσιάς και υγρασίας. Γιατί, ο φως της ημέρας είναι ένα και απλό και ο Πίνδαρος, γράφει ότι ο ήλιος φαίνεται «με καθαρή ατμόσφαιρα», ενώ ο νυχτερινός αέρας είναι κράμα και πρόσμειξη πολλών φώτων και δυνάμεων, που μοιάζουν με σπέρματα που ρέουν από όλα τα άστρα σε ένα μέρος. Εύλογα λοιπόν τα πρώτα, ως απλά και οφείλοντα τη δημιουργιά τους στον ήλιο, τα καίνε την ημέρα, με τα δεύτερα όμως ως μεικτά και ποικίλα στις ποιότητες θυμιατίζουν με την έναρξη της νύχτας."

     Για το Κύφι, ο Διοσκουρίδης αναφέρει:

    Το Κύφι είναι η σύνθεση ενός αρώματος, ευπρόσδεκτο στους θεούς: οι ιερείς στην Αίγυπτο το χρησιμοποίησαν άφθονα. Είναι μίγμα επίσης με Αντίδοτα και δινόταν σε ασθματικούς στο ρόφημα. Υπάρχουν πολλοί τρόποι παραγωγής που υποστηρίζουν την κατασκευή του, στους οποίους είναι αυτός επίσης. Πάρε μισό σέξτο από κύπερο, πλήρης καρπούς ιουνίπερου όπως πριν, σταφίδων από ξερών 12 λίβρες [δύο 3-οβολούς κομμάτια ζυγισμένα 1 δραχμή ή περίπου 66.5 κόκκους. 100 δραχμές = 1 μνα ή λίβρα ή 15,2 ουγγιές]. Ρητίνη 5 λίμπρες από κάλαμο Αρωματικό, από ασπάλαθο και από Iuncusodoratus, από κάθε ένα, μία λίβρα από σμύρνα 12 δραχμές, από παλιό κρασί 9 σέξτους, από Ιερό 2 λίβρες. Βγάλε τα κουκούτσια από τις σταφίδες, κάνε σκόνη τις σταφίδες και επεξεργάσου τα μαζί με κρασί και σμύρνα και κάνε τα σκόνη και κοσκίνισε τα άλλα πράγματα ενώνοντάς τα μαζί με αυτά, και άφησέ τα να ρουφήσουν το υγρό για μια μέρα. Μετά βράσε το Ιερό, μέχρι αυτό γίνει ένα κολλώδες σταθερό, ανάμιξε τη ρητίνη που είναι λιωμένη προσεκτικά με αυτό και τότε κάνε σκόνη όλα τα άλλα πράγματα μαζί με επιμέλεια, βάλε τα σε ένα βάζο κεραμικό.
    Επιμένω στο Κύφι για ένα μοναδικό λόγο. Είναι χαρακτηριστική η τελετουργία της παρασκευής του, κάτι που δείχνει άμεσα τους κανόνες που διέπουν την δημιουργία ενός θυμιάματος.
    Η λέξη «Κύφι» είναι η ελληνική ονομασία της αρχαίας Αιγυπτιακής «kapet», που σημαίνει «λιβάνι». Υπάρχουν τρία Κύφι. Αρχικά, εμφανίζεται στα κείμενα των πυραμίδων και μνημονεύεται στον ιατρικό πάπυρο του EbersPapyrus (1500 BC). Αποτελείται από εννέα υλικά βρασμένα σε μέλι (LiseManniche, Sacredluxuries, σελίδα 55). Περίπου 1300 έτη μετά, η συνταγή για το Κύφι φαίνεται να έχει αλλάξει. Τώρα περιλαμβάνει δεκατρία υλικά και η βάση για τον πολτό δεν είναι αποκλειστικά μέλι, αλλά επίσης σταφίδες, οίνος και οίνος οάσεως (πιθανά φτιαγμένος από χουρμάδες). Υπάρχει μια συνταγή χαραγμένη στο ναό του Ένφου και μια στο ναό του Φιλαί. Τα υλικά είναι ακριβώς τα ίδια σε όλες τις τρεις περιπτώσεις και αλλάζει μόνο η αναλογία τους.

  • Ορφέας, Ορφικά και Θράκη

    Πώς αναταράσσονται μέσα στο απέραντο σύμπαν, πώς στριφογυρίζουν και αλληλοζητούνται αυτές οι αμέτρητες ψυχές που αναβρύζουν απ’ τη μεγάλη ψυχή του κόσμου! Πέφτουν από πλανήτη σε πλανήτη και κλαίνε μέσα στην άβυσσο την ξεχασμένη πατρίδα. Είναι τα δάκρυά σου Διόνυσε.... Ω μεγάλο Πνεύμα, ώ Θείε Λυτρωτή, ξαναπάρε τις κόρες σου στον φωτεινό σου κόλπο.

    Όρφικό απόσπασμα

    Η Θράκη κατά τη μυθολογία είναι μια περιοχή πολύ ευρύτερη από το γνωστό γεωγραφικό χώρο. Για τους Έλληνες του νότου η Θράκη ήταν ο τόπος που γεννήθηκε και κατοικούσε ένας από τον δώδεκα θεούς ο Άρης ο τρομερός θεός του πολέμου. Απόγονοι του Άρη υπήρξαν οι βασιλιάδες της Θράκης Τηρέας, Λυκούργος και Διομήδης. Από την Θράκη ωστόσο κατάγονται ο Ορφέας, ο Μουσαίος, ο Εύμολπος, η Καλλιόπη, η Ευτέρπη και η Τερψιχόρη, πρόσωπα τα οποία δημιουργούν την κορωνίδα της μουσικής τέχνης το ανυπέρβλητο κάλλος των ποιημάτων και ασμάτων που ξεπερνά το ανθρώπινο γίνεται θετικό και έχει μαγικές ικανότητες που ημερεύει πλέον κάθε τι το άγριο.

    Μέσα στα Ιερά του Απόλλωνα, μια μυστηριώδη γιορτή γινόταν στην εαρινή Ισημερία. Ήταν η γέννηση του Ορφέα, γιου του Οιάγρου και της μούσας Καλλιόπης, που γεννήθηκε στην Πίμπλεια, μια κωμόπολη πλησίον της πόλης Δίον, στην Πιερία περίπου την 13η χιλιετία πΧ. Ο Ορφέας, το όνομά του προέρχεται από τη ρίζα ερεφ- ή ρεφ- που σημαίνει το σκότος της νύχτας, έλαβε μέρος στην Αργοναυτική Εκστρατεία, είχε άμεση σχέση με τους Καβείρους από τους οποίους επηρεάστηκε και μυήθηκε.

    Ο Ορφέας έγινε το έμψυχο πνεύμα της Ιερής Ελλάδας, αφύπνισε τη Θεία ψυχή. Η επτάχορδη λύρα του αγκαλιάζει όλο το σύμπαν. Φημισμένος ιδιαίτερα για την επίδοση του στο άσμα ο Ορφέας μαγεύει τα πουλιά που γοητευμένα πετούν γύρω του, τα ψάρια πετούν έξω από το νερό για να τον ακούσουν και τα άγρια ζώα μαζεύονται γύρω του να τον ακούσουν. Εκτός από αοιδός ο Ορφέας ήταν ο μέγας κιθαρωδός με έμβλημά του τη λύρα στην οποία πρόσθεσε δύο ακόμα χορδές από τις πέντε που είχε πρώτα. Ο Ορφέας θεωρείται πως μαζί με τον Πυθαγόρα είναι οι μέγιστοι Μάγοι της Ελλάδας. Αναφέρεται ως ιδρυτής μυστηρίων και ιερών τελετών (Ορφικά μυστήρια) που θεωρήθηκαν ως αίρεση, στην εκστασιακή Διονυσιακή λατρεία. Οι τελετές των Ορφικών λάμβαναν μέρος την νύκτα. Η ουσία των Μυστηρίων είναι η μετάβαση από το σκότος στο φως με διάφορους αλληγορικούς και συμβολικούς τρόπους. Στο άδυτο του ναού ο Ιεροφάντης άναβε την τελετουργική Πυρά από μία συνεχώς καίουσα Ιερά Πηγή και εμφανιζόταν μπροστά στους μυημένους. Οι ναοί των Ορφικών είτε ήταν κτιστοί, είτε απλά σπήλαια. Οι Ορφικοί Ύμνοι των τελετών είναι πανάρχαιοι και ανάγονται στην 11η χιλιετία π.Χ. Εξυμνούν διάφορες θεότητες και περιγράφουν στοιχεία της Ορφικής Κοσμολογίας, για τη γένεση του Σύμπαντος, την θεωρία του Κοσμικού Ωού, την πίστη στην Συμπαντική Αρμονία, την αναφορά στο Ζωδιακό Κύκλο, την αστρονομία, τις Ισημερίες και τα Ηλιοστάσια. Η Αρχαία Ελληνική Θεολογία προήλθε από τους Ορφικούς και επηρέασε τόσο τον Πυθαγόρα όσο και τον Πλάτωνα, ο οποίος μάλιστα στον αποκαλεί «Θεολόγο».

     Ο Ορφέας, ο ξανθομάλλης Δωριεύς με τα βαθυγάλανα μάτια, μίλησε για το αρχικό Ύδωρ και την ύλη από την οποία σχηματίστηκε η Γη. Για την απόρρητη φύση της αρχεγόνου ύλης, δεν μίλησε, για την Άρρητη Αρχή δεν ανέφερε τίποτα.
    Από αυτά δημιουργείται μια νέα αρχή, ο Χρόνος που δεν είναι υλικό στοιχείο, αλλά μια νέα προκοσμική κατάσταση ενοποίησης των πάντων και μία νέα δημιουργική αρχή, από όπου προκύπτει ο Αιθέρας και το Χάος. Μέσα στο Χάος από τον Χρόνο και τον Αιθέρα προήλθε το Κοσμογονικό Ωόν από το οποίο εμφανίζεται ο Θεός Φάνης.

    Η αριθμολογική αξία του ονόματος Φάνης είναι 759, πολλαπλάσιο 69*11.
    Από τον Φάνητα προέρχεται η Νυξ, που σημειοδοτεί μια περίοδο σκότους που ακολούθησε αυτή του θεϊκού φωτός. Εκ της Νυκτός προήλθαν η Γαία και ο Ουρανός και εκ τούτου ο Ωκεανός και η Τηθύς και μετά γεννήθηκαν όλα τα όντα, όπως οι Μοίρες, οι Εκατόγχειρες, οι Κύκλωπες και οι Τιτάνες κλπ, όπως αναφέρεται στη Θεογονία του Ησίοδου.

    Η θεολογική μορφή της διδασκαλίας του Ορφέα διαμορφώνει διαδοχικές καταστάσεις διαχωρισμού και ενοποιήσης, μιας η δυο αρχών. Η κάθε αρχή μαζί με τις προηγούμενες η ακολούθως με τις δύο επόμενες, σχημάτιζαν δημιουργικές τριάδες αρχών, οι ενέργειες των οποίων αναπτύσσονταν λεπτομερώς μέσα στο όλο σύστημα.
    Ο Ερμείας κάνει αναφορά στην εξέλιξη, πως με την εμφάνιση του Ζηνός όλες οι διεργασίες αναφέρονται σε θεϊκά επίπεδα. Λέγει λοιπόν, στο «Των εις τον Πλάτωνος Φαίδρον Σχολίων», στη σελίδα 138, γραμμή 11 – σελίδα 139 γραμμή 8: « Επειδή ο αριθμός 12 είναι εκ του τέλειου τρία και του γενεσιουργού τέσσερα που γεννήθηκε από την συγκράτηση (το ένα μέσα στο άλλο, πολλαπλασιασμός), περιέχει όλο το Θείο διάκοσμο των θεών, οι δε αρχές είναι του τρία η μονάδα, του τέσσερα η δυάδα, ενώ είναι η μονάδα ο Αιθέρας, η δυάδα το Χάος, η τριάδα το Ωόν (διότι είναι ακέραιο), η τετράδα ο Φάνης, όπως λέγει και ο Ορφέας. Βλέποντας με τέσσερις οφθαλμούς, εκεί και εκεί.

    Άλλο εξάλλου είναι το πλήρες για να λέγεται στο διάκοσμο των θεών, στη δωδεκάδα ότι απαρτίζεται σαν τέλειος αριθμός από τους πρώτους αριθμούς σε ένωσης γινόμενο και όσα άλλα κατά το συνηθισμένο τρόπο λέγεται, άλλο πάλι είναι να λέγεται για το δώδεκα τους ηγεμόνες του κόσμου με αυτόν το αξίωμα θεωρούμενους. Διότι όλοι είναι υπέρ το σύμπαν. Και λέγεται η μεν Εκάτη έλκει μαζί της το δώδεκα, ως τα τέλη του θείου αριθμού ορίζουσα. Στο δε Διόνυσο το δεκατρία καταλήγει καθότι είναι μετά τους θεούς και των θεοποιημένων. 

    ……………… μερικοί δε και αριθμητικά σε καθένα του δέκα εφάρμοσαν στης δεκάδας τους αριθμούς, βγάζοντας τις δύο μονάδες, και αυτήν την τετάρτη το Δία και αυτή της Εστίας, δίνοντας το ένα στον Απόλλωνα, το δύο στην Ήρα, το τρία στον Ποσειδώνα (για αυτό και τριαινούχος), το τέσσερα στον Ερμή, το πέμπτο στον Άρη, το έξι στην Αφροδίτη, το επτά στην Αθηνά, το οκτώ στην Δήμητρα, το εννιά στην Άρτεμη, το δέκα στον Ήφαιστο».

    Ἐπειδὴ δὲ ὁ δωδέκατος ἀριθμὸς ἐκ τοῦ τελείου ἀριθμοῦ τοῦ τρίτου καὶ τοῦ γενεσιουργοῦ τοῦ τετάρτου κατὰ σύγκρασιν ἀπεγεννήθη, ὅλον τὸν τῶν θεῶν περιέχων θεῖον διάκοσμον, τοῦ δὲ τρίτου καὶ τετάρτου ἀρχαὶ μονὰς καὶ δυὰς, εἴη ἂν μονὰς μὲν ὁ αἰθὴρ, δυὰς δὲ τὸ χάος, τριὰς δὲ τὸ ᾠὸν τέλειον γάρ ἐστι, τετρὰς δὲ ὁ Φάνης, ὡς καὶ Ὀρφεύς φησι· τετράσιν ὀφθαλμοῖσιν ὁρώμενος ἔνθα καὶ ἔνθα.
    Ἄλλο δέ ἐστιν ὅλον τὸν τῶν θεῶν διάκοσμον εἰς τὴν δωδεκάδα λέγειν ἀπαρτίζεσθαι ὡς τέλειον ἀριθμὸν καὶ ἐκ τῶν πρώτων ἀριθμῶν κατὰ σύγκρασιν ἀπογεννώμενον καὶ ὅσα ἄλλα εἴωθε λέγεσθαι, ἄλλο πάλιν τὸ λέγειν δώδεκα εἶναι τοὺς ἡγεμόνας τοῦ κόσμου ὡς ἐν τῇ αὐτῇ τάξει θεωρουμένους· πάντες γὰρ ὑπερκόσμιοί εἰσι· καὶ ἡ μὲν Ἑκάτη τὸν δώδεκα λέγεται συνελίσσειν, ὡς τὰ πέρατα τοῦ θείου ἀριθμοῦ παντὸς ἀφορίζουσα· ὁ δὲ Διόνυσος τὴν τρισκαιδεκάτην εἰληχέναι ὡς μετὰ θεοὺς ὢν καὶ τῶν ἐκθεουμένων. Ἐνταῦθα δὲ οὐκ ἐν ἑνὶ ὁ δώδεκα, ἀλλ' ἕτερον τρόπον τῆς ἐν πᾶσι τάξεως ἐνδεικτικόν. Ἡ δὲ τάξις οὐχ ὡς ἄλλη ἐν ἄλλοις, ἀλλ' αὐτὸ τὸ εἶναι τῶν θεῶν ἡ τάξις αὐτῶν ἐστι. Τριττὴ δὲ ἡ τάξις· ἢ γὰρ ὡς ἐξῃρημένη, οἵα ἡ ἐν τῷ ἐξῃρημένῳ Διὶ, ἀφ' ἧς τάξεως καὶ αὐτὴ ἡ ἐν τοῖς δώδεκα ἐνδίδοται· ἢ ὡς ἐν αὐτοῖς τοῖς τεταγμένοις, οἷον ἡ ἐν αὐτοῖς τοῖς δώδεκα·
    ἡ τρίτη ὡς ἡ ἐν μεταδόσει, οἷον ἡ ἀπ' αὐτῶν τῶν δώδεκα καὶ εἰς τὰ καταδεέστερα ἐνδιδομένη καὶ εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Τινὲς δὲ καὶ ἀριθμητικῶς ἑκάστῳ τῶν ἐν τῷ δεκάτῳ ἐφήρμοσαν τοὺς ἐν τῇ δεκάδι ἀριθμοὺς, ἐξελόντες τὰς δύο μονάδας, τήν τε τετάρτην Διίαν καὶ τὴν τῆς Ἑστίας,
    μονάδα μὲν Ἀπόλλωνι δόντες, δυάδα Ἥρᾳ, τριάδα Ποσειδῶνι διὸ καὶ τριαινοῦχοσ, τέταρτον Ἑρμῇ, πέμπτον Ἄρῃ, ἕκτον Ἀφροδίτῃ, ἕβδομον Ἀθηνᾷ, ὄγδοον Δήμητρι, ἔνατον Ἀρτέμιδι, δέκατον Ἡφαίστῳ.

    Ο Πρόκλος αναφέρει πως η Ορφική θεολογία κυριάρχησε για αιώνες στον Ελληνικό χώρο και άσκησε τεράστια επίδραση. Στο έργο του «Η πολιτεία του Πλάτωνα», αναφέρει πως ο θεολόγος Ορφέας έδωσε τρία γένη στους ανθρώπους, το χρυσό, το αργυρό και το τιτανικό από το οποίο κυριάρχησε ο Δίας.

     Ὁ μὲν θεολόγος Ὀρφεὺσ τρία γένη παραδέδωκεν ἀνθρώπων· πρώτιστον τὸ χρυσοῦν, ὅπερ ὑποστῆσαι τὸν Φάνητά φησιν· δεύτερον τὸ ἀργυροῦν, οὗ φησιν ἄρξαι τὸν μέγιστον Κρόνον· τρίτον τὸ Τιτανικόν, ὅ φησιν ἐκ τῶν Τιτανικῶν μελῶν τὸν Δία συστήσασθαι· συννοήσας ὡς ἐν τρισὶν ὅροις τούτοις πᾶν εἶδος περιέχεται τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς. ἢ γὰρ νοερόν ἐστιν καὶ θεῖον, αὐτοῖς τοῖς ἀκροτάτοις τῶν ὄντων ἐνιδρυμένον, ἢ πρὸς ἑαυτὸ ἐπέστραπται καὶ νοεῖ ἑαυτὸ καὶ ἀγαπᾷ τὴν τοιαύτην ζωήν, ἢ πρὸς τὰ
    χείρονα βλέπει καὶ μετ' ἐκείνων ἐθέλει ζῆν ἀλόγων ὄντων.
    τριττῆς οὖν οὔσης τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς τὸ μὲν πρώτιστον ἀπὸ τοῦ Φάνητός ἐστιν, ὃς πᾶν τὸ νοοῦν συνάπτει τοῖς νοητοῖς, τὸ δὲ δεύτερον ἀπὸ τοῦ Κρόνου τοῦ πρώτου, φησὶν ὁ μῦθος, <ἀγκυλομήτου> καὶ πάντα πρὸς ἑαυτὰ ποιοῦντος ἐπιστρέφειν, τὸ δὲ τρίτον ἀπὸ Διὸς τοῦ τῶν δευτέρων προνοεῖν καὶ διακοσμεῖν τὰ χείρονα διδάσκοντος· τοῦτο γὰρ ἴδιον δημιουργίας.
    «…Ήταν λένε, η ώρα της θυσίας. Οι ιερείς της Ροδόπης κάνουν τη θυσία της φωτιάς, κάνουν μια προσφορά με αρωματικό ξύλο. Στο τέλος, ο ποντίφηκας βγαίνει από το ναό, ντυμένος όπως και οι άλλοι με άσπρα λινά ρούχα, στεφανωμένος με μυρτιά και κυπαρίσσι. Κρατάει σκήπτρο από έβενο με κεφάλι από ελεφαντόδοντο και φοράει χρυσή ζώνη της οποίας τα κρύσταλλα ρίχνουν θαμπές φωτιές, σύμβολα μιας μυστηριακής βασιλείας. Είναι ο Ορφέας.

    Οδηγεί από το χέρι ένα μαθητή, παιδί των Δελφών, που περιμένει ωχρός, φοβισμένος και μαγεμένος, με το ρίγος των μυστηρίων, τα λόγια του μεγάλου εμπνευσμένου.

    Ο Ορφέας εφησυχάσει τον εκλεκτό της καρδιάς του μύστη και με ύφος επίσημο του λέει: «Διπλώσου ως το βάθος τού εαυτού σου για να υψωθείς στην Αρχή των πραγμάτων, στην μεγάλη Τριάδα πού ακτινοβολεί μέσα στον άρχοντα Αιθέρα. Κατανάλωσε το σώμα σου με τη φλόγα της σκέψης σου αποσπάσου από την ύλη όπως η φλόγα από το ξύλο που το κατατρώει. Τότε το Πνεύμα σου θα ορμήσει προς τον αγνό αιθέρα των αιώνιων Αιτιών, όπως ο αετός στο θρόνο τού Δία.

    Θα σου αποκαλύψω το μυστικό των κόσμων, τη ζωή της φύσης, την ουσία τού Θεού. Άκουσε πρώτα το μεγάλο μυστικό. Ένα μονάχα όν βασιλεύει στο βαθύ ουρανό και μέσα στην άβυσσο της γης, ο βροντερός Δίας, ο αιθέριος Δίας.

    Αυτός είναι και η βαθιά σκέψη, και το ισχυρό μίσος κι’ η γλυκιά αγάπη. Βασιλεύει μέσα στα βάθη της γης και στα ύψη του έναστρου ουρανού: πνοή των πραγμάτων, φλόγα αδάμαστη, αρσενικό και θηλυκό, ένας βασιλιάς, μια εξουσία, ένας Θεός, ένας μεγάλος δάσκαλος.

    Ο Δίας είναι ο Θείος κι η Θεία σύζυγος. Άντρας και Γυναίκα, Πατέρας και Μητέρα. Απ’ τον Ιερό τους γάμο, άπ’ τον αιώνιο υμέναιό τους βγαίνουν αδιάκοπα η φωτιά και το νερό, η Γη κι ο Αιθέρας, η Νύχτα κι η Μέρα, οι περήφανοι Τιτάνες, οι ανίκητοι Θεοί και το κινούμενο σπέρμα των ανθρώπων.

    Οι έρωτες του Ουρανού και της Γης δεν είναι γνωστοί στους βέβηλους. Τα μυστήρια του Συζύγου και της Συζύγου αποκαλύπτονται μόνο στους θείους ανθρώπους. Εγώ θα φανερώσω μόνο αυτό που είναι αληθινό. Πριν από λίγο η βροντή συγκλόνιζε τους βράχους αυτούς. Ο κεραυνός έπεφτε σαν ζωντανή φωτιά, σαν φλόγα που σκορπάει. Κι οι αντίλαλοι των βουνών μούγκριζαν από χαρά. Συ όμως έτρεμες, γιατί δεν γνώριζες από πού προέρχεται η φωτιά αυτή ούτε πού χτυπάει. Είναι το πύρ το αρσενικό, σπέρμα του Δία κινείται μέσα σε όλα τα όντα. Όταν πέφτει ο κεραυνός το πύρ εκπορεύεται απ’ το δεξί του χέρι.

    Και τώρα, δες το στερέωμα. Κοίτα εκείνο το λαμπρό κύκλο με αστερισμούς που είναι ριγμένη πάνω του η λεπτή εσάρπα του γαλαξία, σκόνη από ήλιους και κόσμους. Δες πως φεγγοβολάει ο Ωρίων, πως τρεμοσβήνουν οι Δίδυμοι, πως αστράφτει η Λύρα. Είναι το σώμα της Θείας Συζύγου που γυρίζει μέσα σ’ αυτόν τον αρμονικό ίλιγγο απ’ τα τραγούδια του ιλίγγου.

    Δες με τα μάτια του πνεύματος, και θα δεις το αναποδογυρισμένο της κεφάλι, τα τεντωμένα της μπράτσα και θα ανασηκώσεις τον πέπλο της, τον διασκορπισμένο με αστέρια..

    Ο Δίας είναι ο Θείος κι η Θεία σύζυγος. Να το πρώτο μυστήριο.

    Τώρα όμως παιδί των Δελφών προπαρασκευάσου για την δεύτερη μύηση. Ανατρίχιασε, κλάψε, ευχαριστήσου, λάτρεψε! Γιατί το πνεύμα σου θα βυθισθεί στη φλογερή ζώνη όπως ο μεγάλος Δημιουργός ανακατώνει την ψυχή με τον κόσμο μέσα στο κύπελλο της ζωής. Όταν ποτισθούν στο μεθυστικό αυτό κύπελλο, όταν τα όντα λησμονούν την Θεία διαμονή τους και κατεβαίνουν μέσα στην επίπονη άβυσσο των γεννήσεων.

    Ο Δίας είναι ο μεγάλος Δημιουργός. Ο Διόνυσος είναι ο γιός του, ο εκδηλωμένος Λόγος του. Ο Διόνυσος, το ακτινοβόλο πνεύμα, η ζωντανή διάνοια, φεγγοβολούσε μέσα στο σπίτι του πατέρα του, στο ανάκτορο του ακίνητου Αιθέρα. Μια μέρα, βυθισμένος μέσα απ’ τούς αστερισμούς στις αβύσσους του ουρανού είδε μέσα στα γαλάζια βάθη την αντανάκλαση της ίδιας του εικόνας που του πρότεινε τα χέρια. Γοητευμένος απ’ το όμορφο αυτό φάντασμα, ερωτευμένος με το ομοίωμά του, όρμησε για να τ’ αρπάξει. Η εικόνα όμως απομακρύνονταν, απομακρύνονταν συνεχώς. Στο τέλος βρέθηκε σε μια σκιερή και αρωματισμένη κοιλάδα, απολαμβάνοντας τις γλυκιές αύρες που χάιδευαν το σώμα του. Μέσα σε μια σπηλιά διέκρινε την Περσεφόνη. Η Μαία ύφαινε ένα πέπλο που φαίνονταν να κυματίζουν οι εικόνες όλων των όντων. Μπροστά στη θεϊκή παρθένα σταμάτησε βουβός από γοητεία. Εκείνη τη στιγμή οι περήφανοι Τιτάνες, οι πρώτοι ζηλότυποι για την ομορφιά του, ρίχτηκαν πάνω του και τον έκαναν κομμάτια. Έπειτα, αφού μοιράστηκαν τα μέλη του, τα έβρασαν μέσα σε νερό και έθαψαν την καρδία του. Ο Δίας κατακεραύνωσε τους Τιτάνες κι η Αθηνά μετέφερε την καρδιά του Διόνυσου στους αιθέρες κι έγινε ένας καυτός ήλιος. Απ’ τον καπνό του σώματός του βγήκαν όμως, οι ψυχές των ανθρώπων που προχωρούν προς τον ουρανό. Όταν οι ωχρές σκιές θα ξανασμίξουν με τη σπινθηροβόλα καρδιά του Διόνυσου, θα ανάψουν σαν φλόγες, ο Διόνυσος θα αναστηθεί στα ύψη του εμπύρειου, πιο ζωντανός από κάθε άλλη φορά.

    Να το μυστήριο του θανάτου του Διόνυσου…..»

    «……. Ήπιες απ’ τις βρύσες του άγιου φωτός, είπε ο Ορφέας, μπήκες μέσα στα άδυτα των μυστηρίων με αγνή καρδιά. Ήρθε η σημαντική ώρα που θα σε κάνω να εισχωρήσεις ως τις πηγές της ζωής και του φωτός. Εκείνοι που δεν σήκωσαν το πυκνό πέπλο που σκεπάζει απ’ τα μάτια των ανθρώπων τα θαυμαστά αόρατα, αυτοί δεν έγιναν γιοι των Θεών.

    Άκουσε λοιπόν τις αλήθειες που πρέπει να αποκρύβεις απ’ το πλήθος, αυτές που συνιστούν την Ισχύ των Ιερών Αδύτων.

    Ο Θεός είναι ένας και όμοιος με τον εαυτό του. Βασιλεύει παντού. Οι Θεοί όμως είναι πάρα πολλοί και αδιάφοροι, γιατί ή Θεότητα είναι αιώνια και άπειρη. Οι μεγαλύτεροι θεοί είναι οι ψυχές των αστέρων. Ήλιοι, αστέρες, γαίες και σελήνες, κάθε αστέρι έχει τη δικιά του ψυχή και όλες τους είναι βγαλμένες μέσα απ’ την ουράνια φωτιά του Δία κι απ’ το αρχικό φως. Απροσπέλαστα, αμετάβλητα, κυβερνούν το μεγάλο παν με τις κανονικές κινήσεις. Λοιπόν, κάθε αστέρι που κυλάει σέρνει μέσα στην αιθέρια σφαίρα του φάλαγγες από ημίθεους ή ψυχές ακτινοβολούσες.

    Αυτά κάποτε ήταν άνθρωποι και αφού κατέβηκαν τα σκαλοπάτια των βασιλείων μετά ανέβηκαν δοξασμένα τους κύκλους για να γλιτώσουν τελικά απ’ τον κύκλο των γεννήσεων. Μέσω αυτών των Θεϊκών πνευμάτων αναπνέει ο Θεός, ενεργεί, παρουσιάζεται. Είναι η πνοή της ζωντανής του ψυχής, οι ακτίνες της αιώνιας συνείδησή ς τους. Διοικούν τις στρατιές των κατώτερων πνευμάτων που δίνουν ζωή στα στοιχεία. Διευθύνουν τους κόσμους. Μας κυκλώνουν κι από κοντά κι από μακριά κι είναι φτιαγμένα από Θεία ουσία, ντύνονται όμως με μορφές που αλλάζουν πάντοτε, ανάλογα με τους λαούς, τους χρόνους και τους τόπους.

    Ο άσεβής που τα αρνείται, τα τρέμει. Ο ευσεβής τα λατρεύει χωρίς να τα γνωρίζει. Ο μύστης τα γνωρίζει, τα τραβάει και τα βλέπει.

    "Αν αγωνίσθηκα να βρω αυτούς τους θεσμούς, αν αψήφησα το θάνατο, αν κατέβηκα όπως λένε στον Άδη, αυτά όλα τα έκανα για να δαμάσω τους δαίμονες της αβύσσου, για να σμίξει ο Ουρανός με τη Γη, για ν’ ακούει η γοητευμένη Γη τις Θείες φωνές. Η ουράνια ομορφιά θα ενσαρκωθεί μέσα στη σάρκα των γυναικών, η φωτιά του Δία θα διαποτίσει το σώμα των ηρώων, και πολύ πριν ανεβούν προς τα αστέρια, οι γιοι των Θεών θα ακτινοβολήσουν σαν τους αθάνατους.";

     

    Ξέρεις τι είναι η Λύρα τού Ορφέα; Είναι ο απόηχος των εμπνευσμένων ναών. Γιατί χορδές έχει Θεούς.

    Και τώρα θα επικαλεσθώ τους Θεούς μας…..

    ………..«Κυβέλη! Κυβέλη! Μεγάλη μητέρα, άκουσέ με! Πρωτότυπο φως, φλόγα ευκίνητη, αιθέρια, που πάντοτε αναπηδάς μέσα στα διαστήματα, που κλείνεις μέσα σου τις απηχήσεις και τις εικόνες όλων των πραγμάτων! Ω παγκόσμια ψυχή των αβύσσων που σπέρνεις ήλιους, που αφήνεις να κυλιέται μέσα στον αιθέρα ο κάτασπρος μανδύας σου φως λεπτότατο κρυμμένο, αόρατο στα μάτια της σάρκας μεγάλη μητέρα των Κόσμων και των Θεών, εσύ που κλείνεις μέσα σου τους αιώνιους τύπους! Αρχαία Κυβέλη, σ’ εμένα! Σ’ εμένα! Στο όνομα του μαγικού μου σκήπτρου, στο όνομα της συμφωνίας μου με τις Δυνάμεις, στην ψυχή της Ευρυδίκης!... Σε επικαλούμαι, πολύμορφε Σύζυγε, πειθαρχική που δονείσαι με τη φωτιά του Αιώνιου Άρρενος. Απ’ το πιο ψηλό μέρος των διαστημάτων, από το πιο βαθύ μέρος της αβύσσου, απ’ όλα τα μέρη, έλα πλημμύρισε, γέμισε τη σπηλιά αυτή με τα ρευστά σου. Τριγύρισε τον γιο των Μυστηρίων με οχυρό διαμαντένιο και κάνε τον να δει στους βαθύς σου κόλπους τα Πνεύματα της Αβύσσου, της Γης και των Ουρανών!»

    Στα λόγια αυτά μια υπόγεια βροντή τράνταξε τα βάθη της αβύσσου και κουνήθηκε ολόκληρο το βουνό. Κρύος ιδρώτας πάγωσε το σώμα του μαθητή. Δεν έβλεπε πια τον Ορφέα, παρά μόνο μέσα από ένα καπνό που όλο και μεγάλωνε. Σε μια στιγμή προσπάθησε να παλέψει με μια φοβερή δύναμη που τον σύντριβε…...

    ……..  «Παιδί των Δελφών, από πού έρχεσαι;» ρώτησε ο Ιεροφάντης.

    «Δάσκαλε των μυστών, ουράνιε μαγευτή, θαυμαστέ Ορφέα, είδα ένα Θείο όνειρο. Μήπως ήταν καμιά γοητεία της μαγείας, κάποιο δώρο των Θεών; Τι συνέβη λοιπόν; ‘Ο κόσμος άλλαξε; Πού βρίσκομαι τώρα;»

    «Κατάκτησες το στέμμα της μύησης και έζησες το όνειρό μου: την αθάνατη Ελλάδα! Ας βγούμε όμως από εδώ γιατί για να εκπληρωθεί αυτό πρέπει, εγώ να πεθάνω και συ να ζήσεις.»

     Τα Ορφικά κείμενα, όσα υπάρχουν, είναι μεγάλης σπουδαιότητας γιατί περιέχουν πληροφορίες για την ζωή των Ελλήνων και τις επιστήμες τους, όπως η αστρονομία και άλλα. Τα Ορφικά έργα είναι τα «Αργοναυτικά>», οι «Ύμνοι», τα «Λιθικά», τα «Αστρονομικά», τα «Αποσπάσματα» και τα «Ανέκδοτα». Ωστόσο, πολλές πληροφορίες έχουν διασώσει και διάφοροι συγγραφείς στα έργα τους.

    Είναι άξιο σημείωσης, πως στα Ορφικά υπάρχουν πληροφορίες για κλίμα της Γης, κάτι για το οποίο ο Πρόκλος λέει: «ο Ορφέας έτσι όρισε, όρισε δε στους ανθρώπους χωριστά να ρέει από το θρόνο των αθανάτων, να κατευθύνεται ο μέσος άξονας του ηλίου, να μην είναι ψυχρός, ούτε θερμός, αλλά το μέσον.»

    Ὀρφεὺσ οὑτωσὶ διορίζων· διώρισε δ' ἀνθρώποισι χωρὶς ἀπ' ἀθανάτων ναίειν ἕδος, ᾗ μέσος ἄξων ἠελίου τρέπεται ποτινεύμενος οὔτε τι λίην ψυχρὸς ὑπὲρ κεφαλῆς οὔτ' ἔμπυρος, ἀλλὰ μεσηγύσ.
    Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις των επιστημόνων, δίνονται αστρονομικές πληροφορίες για φυσικά φαινόμενα που έγιναν περίπου το 3600 πΧ, το 5000 πΧ και το 11585 πΧ.

    Ο σπουδαίος αστρονόμος Κωνσταντίνος Χασάπης με βάση τον στίχο : "μίξας χειμώνος θέρεός τ' ίσον αμφοτέροισιν, ταίς υπάταις χειμώνα, θέρος νεάταις διακρίνας" "μίξας χειμώνος θέρεός τ' ίσον αμφοτέροισιν, ταίς υπάταις χειμώνα, θέρος νεάταις διακρίναςστον ύμνο στον Απόλλωνα, δηλώνει πως γίνεται λόγος περί ισότητος των εποχών και υπολόγισε σύμφωνα με την μετάπτωση των εποχών, τις δύο ημερομηνίες που συνέβηκε αυτό το φαινόμενο, δηλαδή το 1.366 π.Χ. ή 1.361 π.Χ. διορθωμένη ημερομηνία από υπολογιστή, το 11.835 π.Χ. ή 11.809 π.Χ. διορθωμένη ημερομηνία από υπολογιστή. Καθότι ο Ορφέας πήρε μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία, η δεύτερη ημερομηνία που αναφέρεται, δικαιολογεί το κείμενο. Αυτό γιατί ο Ορφέας έζησε πολύ πριν τον Τρωικό πόλεμο, που σύμφωνα με τους επιστήμονες είναι το 1450 π.Χ.
    Υπήρξε Ισότητα Εποχών, δηλαδή ισότητα Θέρους – Φθινοπώρου με ταυτόχρονη ισότητα Χειμώνα - Άνοιξης, 2.612 έτη πριν το 1361 π.Χ. δηλαδή το 3.973 π.Χ.. Πηγαίνοντας πιο πίσω άλλα 2.162 έτη, βρισκόμαστε στο 6.585 π.Χ. όπου ισχύει το ίδιο. Κάνοντας το ίδιο, φθάνουμε το 9.197 π.Χ., όπου ισχύει πάλι το ίδιο.  Και ακόμα 2.162 έτη πίσω, φτάνουμε στο 11.809 π.Χ. που έχουμε ξανά το ίδιο Φαινόμενο.

  • ΟΡΦΕΩΣ ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΑ

    Ὦναξ Πυθῶνος μεδέων, ἑκατηβόλε, μάντι,
    ὃς λάχες ἠλιβάτου κορυφῆς Παρνασσίδα πέτρην
    σὴν ἀρετὴν ὑμνῶ· σὺ δέ μοι κλέος ἐσθλὸν ὀπάσσαις·
    πέμπε δ' ἐπὶ πραπίδεσσιν ἐμαῖς ἐτυμηγόρον αὐδήν
    ὄφρα πολυσπερέεσσι βρότοις λιγύφωνον ἀοιδήν
    ἠπύσω Μούσης ἐφετμαῖς καὶ πηκτίδι πυκνῇ.
    Νῦν γάρ σοι, λυροεργὲ, φίλον μέλος ἀείδοντι
    θυμὸς ἐποτρύνει λέξαι τάπερ οὔποτε πρόσθεν
    ἔφρασ' ὅταν Βακχοῖο καὶ Ἀπόλλωνος ἄνακτος
    κέντρῳ ἐλαυνόμενος, φρικώδεα κῆλ' ἐπίφαυσκον
    θνητοῖς ἀνθρώποισιν ἄκη· μετὰ δ' ὅρκια μύσταις·
    ἀρχαίου μὲν πρῶτα χάους ἀμέγαρτον ἀνάγκην
    καὶ Κρόνον ὃς ἐλόχευσεν ἀπειρεσίοισιν ὑφ' ὁλκοῖς
    Αἰθέρα καὶ διφυῆ περιωπέα κυδρὸν Ἔρωτα
    Νυκτὸς ἀειγνήτης πατέρα κλυτόν· ὃν ῥα Φάνητα
    ὁπλότεροι καλέουσι βροτοί· πρῶτος γὰρ ἐφάνθη·
    Βριμοῦς τ' εὐδυνάτοιο γονὰς, ἠδ' ἔργ' ἀΐδηλα
    Γηγενέων, οἳ λυγρὸν ἀπ' οὐρανοῦ ἐστάξαντο
    σπέρμα γονῆς, τὸ πρόσθεν ὅθεν γένος ἐξεγένοντο
    θνητῶν, οἳ κατὰ γαῖαν ἀπείριτον ἀιὲν ἔασι·
    θητείαν τε Ζηνὸς, ὀρεσσιδρόμου τε λατρείαν
    μητρὸς ἅτ' ἐν Κυβέλοις ὄρεσιν μητίσατο κούρην
    Φερσεφόνην περὶ πατρὸς ἀμαιμακέτου Κρονίωνος·
    εὐμήλου θ' Ἡρακλῆος περίφημον ἄμυξιν·
    ὅρκιά τ' Ἰδαίων, Κορυβάντων τ' ἄπλετον ἰσχύν.
    Δήμητρός τε πλάνην, καὶ Φερσεφόνης μέγα πένθος,
    θεσμοφόρος θ' ὡς ἦν· ἠδ' ἀγλαὰ δῶρα Καβείρων,
    χρησμούς τ' ἀρρήτους Νυκτὸς περὶ Βάκχου ἄνακτος,
    Λῆμνόν τε ζαθέην ἠδ' εἰναλίην Σαμοθράκην,
    αἰπεινήν τε Κύπρον, καὶ Ἀδωναίην Ἀφροδίτην
    ὄργια Πραξιδίκης, καὶ ἀρείνης νυκτὸς Ἀθήνης
    θρήνους τ' Αἰγυπτίων καὶ Ὀσίριδος ἱερὰ χύτλα.
    Ἀμφὶ δὲ μαντείης ἐδάης πολυπείρονας οἴμους
    θηρῶν οἰωνῶν τε καὶ ἣ σπλάγχνων θέσις ἐστίν·
    ἠδ' ὅσα θεσπίζουσιν ὀνειροπόλοισιν ἀταρποῖς
    ψυχαὶ ἐφημερίων, ὕπνῳ βεβολημέναι ἦτορ·
    σημείων τεράτων τε λύσεις, ἄστρων τε πορείας·
    ἁγνοπόλον τε καθαρμὸν ἐπιχθονίοις μέγ' ὄνειαρ·
    ἱλασμούς τε θεῶν, φθιμένων τ' ἐπινήχυτα δῶρα.
    Ἄλλα δέ σοι κατέλεξ' ἅπερ εἴσιδον ἠδ' ἐνόησα,
    Ταίναρον ἡνίκ' ἔβην σκοτίην ὁδὸν, Ἄϊδος εἴσω,
    ἡμετέρῃ πίσυνος κιθάρῃ δι' ἔρωτ' ἀλόχοιο·
    ἠδ' ὅσον Αἰγυπτίων ἰερὸν λόγον ἐξελόχευσα,
    Μέμφιν ἐς ἠγαθέην περάσας, ἱεράς τε πόληας
    Ἄπιδος ἃς πέρι Νεῖλος ἀγάρροος ἐστεφάνωται·
    πάντα μάλ' ἀτρεκέως ἀπ' ἐμῶν στέρνων δεδάηκας.
    Νῦν δ' ἐπεὶ ἀερόφοιτος ἀπέπτατο δήϊος οἶστρος,
    ἡμέτερον δέμας ἐκπρολιπὼν εἰς οὐρανὸν εὐρύν,
    πεύσῃ ἀφ' ἡμετέρης ἐνοπῆς ὅσσα πρὶν ἔκευθον.
    Ὥς ποτε Πιερίην Λειβήθρων τ' ἄκρα κάρηνα
    ἡρώωντε καὶ ἡμιθέων πρόμος ἐξεπέρησε
    λισσόμενός μ' ἐπίκουρον ἑοῦ νόστοιο γενέσθαι
    ποντοπόρῳ σὺν νηῒ πρὸς ἄξενα φῦλ' ἀνθρώπων,
    ἔθνος ἐς ἀφνειὸν καὶ ἀτάσθαλον ᾧ ἐνὶ κραῖνεν
    Αἰήτης υἱὸς φαεσιμβρότου ἠελίοιο.
    Θέσφατα γὰρ Πελίας δειδίσσετο μή οἱ ὄπισθεν
    χειρὸς ὕπ' Αἰσονίδα καθέλῃ βασιλήϊον ἀρχήν.
    Καί οἱ ὑπὸ πραπίδεσσι δόλου τρίβον ἠπερόπευε·
    τάσσε γὰρ ἐκ Κόλχων χρύσειον κῶας ἐνεῖκαι
    Θεσσαλίην εὔπωλον. Ὁ δ' ὡς κλύεν ἔκνομον αὐδήν
    χεῖρας ἐπαντείνας ἐπεκέκλετο πότνιαν Ἥρην·
    τήνδε γὰρ ἐκ μακάρων περιώσια κυδαίνεσκεν.
    Ἡ δὲ παρ' εὐχωλῇσιν ἐφέσπετο κηδομένη περ·
    ἔξοχα γὰρ μερόπων ἠγάζετο καὶ φιλέεσκεν
    δεινοβίην ἥρωα, περικλυτὸν Αἴσονος υἷα,
    καί ῥα καλεσσαμένη ἐπετέλλετο Τριτογενείη.
    Καί οἱ φηγινέην πρῶτον τεκτήνατο νῆα,
    ἣ καὶ ὑπ' εἰλατίνοις ἐρετμοῖς ἁλιμυρέα βένθη
    πρώτην ὑπεξεπέρησε, τρίβον δ' ἤνυσσε θαλάσσης.
    Ἀλλ' ὅτε δὴ συνάγειρεν ἀγακλειτοὺς βασιλῆας,
    Θρῄκην εἰς εὔπωλον ἐπείγετο δῖος Ἰήσων,
    καί μ' ἔκιχεν κιθάρην πολυδαίδαλον ἐντύνοντα,
    ὄφρα κέ σοι μέλπων προχέω μελίγηρυν ἀοιδήν,
    κηλήσω δέ τε θῆρας ἰδ' ἑρπετὰ καὶ πετεηνά.
    Ἡνίκα δ' εἰς ἄντρον πολυήρατον εἰσεπέρησε,
    μείλιχον ἐκ λασίων στέρνων ἀνενείκατο φωνήν·
    Ὀρφεῦ Καλλιόπης τε καὶ Οἰάγρου φίλε κοῦρε,
    Βιστονίῃ Κικόνεσσι πολυρρήνοισιν ἀνάσσων
    χαῖρ' ἐπεὶ Αἱμονίους ὀχεὰς πρώτιστον ἱκάνω,
    Στρυμονίους τε ῥοὰς, Ῥοδόπης τ' αἰπεινὰ πρὸς ἄγκη.
    Εἰμὶ δ' ἐγὼ Μινύαισι πανέξοχον αἷμα λελογχώς
    Θεσσαλὸς Αἰσονίδης· ξεῖνος δέ τοι εὔχομαι εἶναι.
    Ἀλλὰ, φίλος, πρόφρων μ' ὑποδέχνυσο καὶ κλύε μῦθον
    μειλιχίαις ἀκοαῖς, καὶ λισσομένῳ ὑπάκουσον
    Ἀξείνου Πόντοιο μυχοὺς καὶ Φᾶσιν ἐρυμνόν
    νηῒ σὺν Ἀργῴῃ πελάσαι δεῖξαί τε θαλάσσης
    παρθενίης ἀτραποὺς, ἐπιήρατον ἡρώεσσιν,
    οἵ ῥα τεὴν μίμνουσι χέλυν καὶ θέσφατον ὀμφήν
    ἐλπόμενοι ξυνὸν πελάγει ἐπαρηγόνα μόχθων.
    Οὐ γὰρ δὴ πλῶσαι πρὸς βάρβαρα φῦλα μέδονται
    νόσφι σέθεν· καὶ γάρ ῥα ποτὶ ζόφον ἠερόεντα
    νείατον εἰς κευθμῶνα, λιτῆς εἰς πυθμένα γαίης,
    μοῦνον ἀπ' ἀνθρώπων πελάσαι καὶ νόστον ἀνευρεῖν·
    ὧν ἕνεκεν ξυνήν τε δύην Μινύαισιν ἀρέσθαι
    καὶ κλέος ἀνθρώποισιν ἐπ' ἐσσομένοισι πυθέσθαι.
    Τὸν μὲν ἐγὼ μύθοισιν ἀμειβόμενος προσέειπον·
    Αἰσονίδη, τί με ταῦτα παραιφάμενος ἐρεείνεις,
    ὄφρα κεν ἐς Κόλχους Μινύαις ἐπιήρανος ἔλθω,
    νηῒ σὺν εὐσέλμῳ πλεύσας ἐπὶ οἴνοπα πόντον;
    ἤδη γάρ μοι ἅλις καμάτων, ἅλις ἔπλετο μόχθων,
    ὧν ἱκόμην ἐπὶ γαῖαν ἀπείριτον ἠδὲ πόληας
    Αἰγύπτῳ Λιβύῃ τε βροτοῖς ἀνὰ θέσφατα φαίνων.
    Καί με ἀλητείης τε καὶ ἐξ οἴστρου ἐσάωσε
    μήτηρ ἡμετέρη καί ῥ' εἰς δόμον ἤγαγεν ἄλλον
    ὄφρα τέλος θανάτοιο κίχω μετὰ γήραϊ λυγρῷ.
    Ἀλλ' οὐκ ἔσθ' ὑπαλύξαι ἃ δὴ πεπρωμένα κεῖται.
    Μοιρῶν ἐννεσίῃσιν ἐπείγομαι· οὐ γὰρ ἄτιμοι
    ἱκεσίου Ζηνὸς κοῦραι Λιταί· ἵξομαι ἤδη
    ὁπλοτέροις βασιλεῦσι καὶ ἡμιθέοις ἐνάριθμος.
    Καὶ τότε δὴ λίπον ἄντρον ἐπήρατον ἠδ' ἐπέρησα
    αὐτῇ σὺν φόρμιγγι καὶ εἰς Μινύας ἀφίκανον
    λαιψηροῖσι πόδεσσιν, ὑπὲρ Παγασηΐδας ἀκτάς.
    Ἔνθα δ' ἀριστήων Μινυῶν λόχος ἠγερέθοντο
    στεῖνον δὴ ψαμάθους ὁμάδῳ, ῥηγμῖνα τ' Ἀναύρου.
    Ἀλλ' ὅτε δή μ' ἐνόησαν ἀταρπιτὸν ἐξανύοντα,
    ἀσπασίως ἤγερθεν· ἐγήθεε δ' ἦτορ ἑκάστῳ·
    αὐτὰρ ἐμυθεόμην, ἐρεείνων ἄνδρας ἀρίστους.
    Πρῶτα δὲ εἶδα βίην Ἡρακλῆος θείοιο
    ὃν τέκεν Ἀλκμήνη Ζηνὶ Κρονίωνι μιγεῖσα
    ἦμος ὅτε τρισσὴν μὲν ἐλείπετο Σείριος αἴγλην
    Ἠέλιος, δολιχὴ δ' ἐπεμαίετο πάντοθεν ὄρφνη·
    Τῖφύν τ' Ἀγνιάδην, δολιχῆς ἰθύντορα νηός·
    Θεσπιέων δ' ὅγε τῆμος ἐφ' ὕδασι Τελμισσοῖο
    ἄγχουρος λαοῖς Σιφάεσι ῥεῖθρον ἄμειβεν·
    ὃς περὶ μὲν βύκταισι καὶ ἀργήεσσιν ἀέλλαις
    νῆα κατιθύνειν δέδαεν πολυμήτιδι τέχνῃ·
    Κάστορά θ' ἱππόδαμον Πολυδεύκεά τ' εἰσενόησα
    καὶ Μόψον Τιταρῆθεν, ὃν Ἄμπυκι νυμφευθεῖσα
    Χαονίην ὑπὸ φηγὸν Ἀρηγονὶς ἐξελόχευσε·
    Πηλέα τ' Αἰακίδην, Αἰγίνης ἀγλαὸν υἱόν
    ὃς Δολόπεσσιν ἄνασσεν ἐνὶ Φθίῃ ἐριβώλῳ.
    Τρισσὴν δ' Ἑρμείαο κλυτὴν εἰσέδρακα γένναν,
    Αἰθαλίδην, ὃν ἔτικτε περικλυτὴ Εὐπολέμεια,
    Μυρμιδόνος θυγάτηρ, Ἀλόπῃ ἐνὶ πετρηέσσῃ
    ἠδ' Ἔρυτον, καὶ καλὸν Ἐχίονα, τούς ποτε Νύμφῃ
    Λαοθόῃ Μενετοῖο παρευνηθεὶς ἐλόχευσε
    Κυλλήνης μεδέων χρυσόρραπις Ἀργειφόντης.
    Αὐτίκα δ' Ἀκτορίδης καὶ βουφάγος ἦλθε Κόρωνος.
    Ἴφικλος αὖ Φυλάκου δῖον γένος ἀντετόρησεν
    Βούτης τ' Αἰνειάδης, ἴκελος χρυσάορι Φοίβῳ.
    Κάνθος δ' Εὐβοίηθεν Ἀβαντιάδης ἐπέρησεν
    ὃν δὴ μοῖρ' ἐδάμασσε, τέλος δ' ἐπέθηκεν ἀνάγκη
    φθίσθαι ὑπὲρ Λιβύης, νόστον δ' οἴκοιο λαθέσθαι.
    Ἄλκωνος δὲ Φάληρος ἀπ' Αἰσήποιο ῥοάων
    ἤλυθεν, ὃς Γύρτωνος ἁλιστεφὲς ἔκτισεν ἄστυ.
    Ἴφιτος αὖ μετὰ τοῖσιν ἐφέσπετο Ναυβόλου υἱός
    Φωκίδος ὅς ῥ' ἤνασσε καὶ εὐπύργοιο Τανάγρης.
    Λαοδόκος, Ταλαὸς καὶ Ἀρήϊος, υἱοὶ ἄμωμοι
    ἦλθον Ἀβαντιάδαι περιώνυμοι οὓς τέκε Πηρώ.
    Ἰφιδάμας δ' Ἀλέου παῖς ἤλυθε· πέμψε γὰρ αὐτόν
    ἴφθιμος γενέτης, Τεγέης ὅρια προλιπόντα.
    Ἤλυθε δ' Ἐργῖνος, Βράγχου πολύπυρον ἄρουραν
    ἐκπρολιπὼν καὶ τύρσιν ἐρυμνῆς Μιλήτοιο,
    ἔνθα ῥοαὶ κλύζουσι πολυπλανέος Μαιάνδρου.
    Ἐν δὲ Περικλύμενος Νηλήϊος εἰσαφίκανεν,
    ἀγχόθι Πελλήνης τε καὶ εὐύδροιο Λιπάξου
    ἄστυ λιπὼν ἀφνειὸν ὀρειονόμους τε Κολώνας.
    Ἐκ δὲ λιπὼν Καλυδῶνα θοὸς Μελέαγρος ἔβαινεν.
    Οἰνεὺς τόν ῥ' ἐλόχευσε καὶ Ἀλθαίη ῥοδόπηχυς.
    Ἴφικλος αὖτ' ἐπέρησε λιπὼν Ἀτρακηίδα λίμνην,
    σύγγονος Ἀλθαίης· περὶ δ' αὖ τίεν ἔξοχα πάντων
    εὐειδῆ Μελέαγρον, ἰδ' ἀγλαὰ ἔργ' ἐδίδασκεν.
    Ἀστερίων δ' ἐπέρησε πάϊς κλεινοῖο Κομήτου,
    Πειρεσίην ὃς ἔναιεν ἐπ' Ἀπιδανοῖο ῥεέθροις·
    Πηνειὸς μίσγων ξυνὸν ῥόον εἰς ἅλα πέμπει.
    Εὐρυδάμας δ' ἐπόρευσε λιπὼν Βοιβηΐδα λίμνην,
    ἀγχόθι Πηνειοῖο καὶ εὐπελαγέος Μελιβοίης.
    Αὐτὰρ ἔπειτ' Ἐλάτοιο πάϊς Πολύφημος ἵκανεν
    ὅς σφιν ἐν ἠνορέῃσι μετέπρεπεν Ἡρώεσσιν·
    Ἠνειὸς Καινῆος ἀφίκετο, τόν ῥά τε φασί
    μισγόμενον Λαπίθαις ὑπὸ Κενταύροισι δαμῆναι,
    θεινόμενον πεύκαισι τανυφλοίοις τ' ἐλάτῃσι,
    καὶ οἱ ἀνατλῆναι καὶ ἀκαμπέα γούνατ' ἐρεῖσαι
    ζῳόν τ' ἐν φθιμένοισι μολεῖν ὑπὸ κεύθεα γαίης.
    Ἄδμητος δ' ἀφίκανε Φεραιόθεν, ᾧ ποτε Παιὰν
    θητεύων ὑπόεικε· Διὸς δ' ἠλεύατο μῆνιν
    οὕνεκά τοι Κύκλωπας ἀμαιμακέτοισιν ὀϊστοῖς
    ἐν φθιτοῖσιν ἔτευξ' Ἀσκληπιοῦ εἵνεκα λώβης.
    Ἤλυθε δ' Εὐρυτίων Ἴρου παῖς Ἀκτορίωνος
    τρηχείην Ὀπόεντα λιπὼν, σὺν δ' ἤλυθεν Ἴδας
    Λυγκεύς θ', ὃς τήλιστα δι' αἰθέρος ἠδὲ θαλάσσης
    βένθεα, καὶ Πλουτῆος ὑποχθονίοιο ῥέεθρα
    μοῦνος ἀπ' ἀνθρώπων δεινοῖσιν ὀπώπεεν ὄσσοις.
    Αὐτὰρ ἐπεὶ Τελαμὼν συνεφέσπετο, τόν ῥ' ἐλόχευσεν
    Αἰακῷ ἀτρύτῳ κούρη κλυτοῦ Ἀσωποῖο
    Αἴγιν' ἐν κροκάλῃσιν ἀλιστεφέος Σαλαμῖνος.
    Δὴ τότ' Ἄβαντος παῖς νόθος ἤλυθε καρτερὸς Ἴδμων,
    τόν ῥ' ὑποκυσσαμένη τέκεν Ἀπόλλωνι ἄνακτι
    Ἀμφρύσου παρὰ χεῦμα Φερητιὰς Ἀντιάνειρα.
    Τῷ καὶ μαντοσύνην ἔπορεν καὶ θέσφατον ὀμφήν
    Φοῖβος, ἵν' ἀνθρώποισιν ἀρηρότα μυθίζοιτο.
    Ἤλυθε δ' αὖ μετὰ τοῖσι Μενοίτιος ἐξ Ὀπόεντος,
    σύγχορτος Μινύαις· ἐπὶ δ' ἤλυθε δῖος Ὀϊλεύς.
    Φλίας δ' ἐξίκανε περικλυτός ὅν ποτε Βάκχῳ
    νύμφη ὑποκλινθεῖσα παρ' Ἀσωποῖο ῥοῇσι
    τίκτεν, ἄμωμον ἔχοντα δέμας καὶ ἐπίφρονα μῆτιν.
    Κηφεύς τ' Ἀρκαδίηθε μεθ' ἡρώεσσι πελάσθη.
    Ἀλκαῖον δ' ἄν' ὅμιλον ἀπ' Ἀρκαδίης πολυμήλου
    πέμψε πατὴρ γηραιὸς ἐπὶ πλόον Ἀξείνοιο·
    οὗτος δ' οὔποτε χλαῖναν ἐπὶ στιβαροῖς βάλεν ὤμοις,
    ἀλλ' ἄρκτου λάσιον στέρνοις ἀμπίσχετο δέρμα.
    Ναύπλιος αὖθ' ἵκανεν, Ἀμυμώνης φίλος υἱός,
    ὃν τέκεν εὐνηθεῖσα περικλυτῷ Ἐννοσιγαίῳ
    ἀγλαὸν ἠνορέην δέμας εἴκελον ἀθανάτοισι.
    Ταιναρίευς δ' Εὔφημος ἔβη Μαλεάτιδος ἄκρης
    ἐκπρολιπὼν αὐλῶνας, ἁλικλύστους τε θεράπνας.
    Ἀγκαῖός τ' ἔμολε Πλευρώνιος, ὅς ῥα πορείας
    οὐρανίας ἄστρων ἐδάη, κύκλους τε πλάνητας.
    Δίζετο γὰρ τά τ' ἐόντα τά τ' ἐσσόμεν' ἀνθρώποισιν.
    Ἐν δὲ Παλαιμόνιος Λέρνου νόθος ἤλυθεν υἱός·
    σίνετο δὲ σφυρὰ δισσὰ πόδας δ' οὐκ ἦεν ἀρηρώς·
    τοὔνεκεν Ἡφαίστοιο γόνον καλέεσκον ἅπαντες.
    Ἤλυθε δ' Ἀλφειοῖο λιπὼν Πισάτιδας ὄχθας
    Αὐγείης, υἱὸς πυριφεγγέος Ἠελίοιο.
    Ναὶ μὴν καὶ δίσσοι ὅρπηκες ἀμύμονες ἧκον,
    Ἀμφίων κλυτόφημος ἰδ' Ἀστέριος μενεχάρμης
    Πελλήνην προλιπόντ' ἠδ' ἤθεα πατρίδος αἴης.
    Δισσὸν δ' αὖ Βορέου καλὸν στάχυν εἰσενόησα,
    οὓς τέκ' Ἐρεχθῆος θείου κλυτὴ Ὠρείθυια
    Ἰλισσοῦ παρὰ χεῦμα θεοῦ φιλότητι μιγεῖσα·
    οἳ δὴ καὶ ταρσοῖσιν ὑπουατίοις πεπότηντο,
    Ζήτης καὶ Κάλαϊς δέμας εἴκελοι ἀθανάτοισιν.
    Αὐτὰρ δὴ Πελίαο Φεραιόθεν ἤλυθ' ἄνακτος
    ἀγχιστεύς· νηὸς γὰρ ἐπ' Ἀργῴας γεγένητο
    ἄξεινον ποτὶ Φᾶσιν ἅμ' ἡρώεσσιν ἐλάσσαι.
    Σὺν δέ οἱ ἦλθ' ἕταρος Ἡρακλέεος θείοιο
    καλὸς Ὕλας· τὸν δ' οὔπω ὑπὲρ δροσεροῖο γενείου
    ἀργεννὰς ἐρύθηνε παρηίδας ἁβρὸς ἴουλος,
    ἀλλ' ἔτι κοῦρος ἔην, πολὺ δ' ἤνδανεν Ἡρακλῆϊ.
    Οὗτοι μὲν ποτὶ νῆα καὶ ἐς λόχον ἠγερέθοντο.
    Καί ῥά οἱ ἄλλοθεν ἄλλος ἐκέκλετο ἠδ' ἀγόρευε.
    Δεῖπνα δ' ἐπορσύνοντο πολυξείνοιο τραπέζης,
    Αὐτὰρ ἐπεὶ σίτοιο ποτοῦ θ' ἅλις ἔπλετο θυμός,
    ἥμενοι ἑξείης πόθεεν μέγα ἔργον ἕκαστος.
    Ἀνστάντες δ' ἅμα πάντες ἀπὸ ψαμάθοιο βαθείης
    ἤϊον, ἔνθά τ' ἔμιμνεν ὑπὲρ ψαμάθου ἁλίη ναῦς,
    τήν ῥά ποτ' εἰσορόωντες ἐθάμβεον· αὐτὰρ ἔπειτα
    Ἄργος ἐφημοσύναισι νόου πόρσυνεν ὀχλίζειν,
    δουρατέαισι φάλαγξι καὶ εὐστρέπτοισι κάλωσι
    πρυμνόθεν ἀρτήσας. Κάλεεν δ' ἐπὶ μόχθον ἱκάνειν
    πάντας κυδαίνων. Οἱ δ' ἐσσυμένως ὑπάκουσαν·
    τεύχεα δ' ἐκδύνοντο, περὶ στέρνοισι δ' ἀνῆπτον
    σειραίην μήρινθον. Ἐπέβριθεν δ' ἄρ' ἕκαστος
    αἶψα θοὸν ποτὶ κῦμα κατειρύσαι εὔλαλον Ἀργώ.
    Ἣ δέ οἱ ἐγχριφθεῖσα ποτὶ ψαμάθῳ βεβάρητο,
    αὐαλέοις φυκέεσσιν ἐρυκομένη ποτὶ χέρσῳ
    ἡρώων παλάμῃσιν ὑπὸ στιβαρῇσιν ἀπειθής.
    Παχνώθη δ' αὖ θυμὸς Ἰάσονος· αὐτὰρ ἔμοιγε
    νεῦσεν ὀπιπτεύων ἵνα οἱ θάρσος τε βίην τε
    μολπῇ ὑφ' ἡμετέρῃ κεκμηόσιν αἰὲν ὁρίνω.
    Αὐτὰρ ἐγὼ φόρμιγγα τιτηνάμενος μετὰ χερσί,
    μητρὸς ἐμῆς ἐκέρασσ' εὐτερπέα κόσμον ἀοιδῆς,
    καί οἱ ἀπὸ στηθέων ὄπα λείριον ἐξελόχευσα·
    Ἔξοχον Ἡρώων Μινυήιον αἷμα γενέθλης,
    εἰ δ' ἄγε νῦν στερροῖσιν ὑπὸ στέρνοισι κάλωας
    βρίσαθ' ὁμορροθέοντες, ἐρείσατε δ' ἴχνια γαίῃ
    ταρσοῖσιν ποδὸς ἄκρον ὑπερβλήδην τανύσαντες·
    καὶ χαροπὸν ποτὶ χεῦμα γεγηθότες ἕλξατε νῆα.
    Ἀργὼ πεύκῃσιν τ' ἠδὲ δρυσὶν γομφωθεῖσα
    ἄι' ἐμῆς ἐνοπῆς καὶ γὰρ πάρος ἔκλυες ἤδη
    ἡνίκα δένδρε' ἔθελγον ἐν ὑλήεντι κολώνῃ
    πέτρας τ' ἠλιβάτους, καί μοι κατὰ πόντον ἔβαινες
    οὔρε' ἀποπρολιποῦσα, ἐπέσπεο δ' αὖτε θαλάσσης
    παρθενίης ἀτραπούς· σπέρχου δ' ἐπὶ Φᾶσιν ἀμείβειν,
    ἡμετέρῃ πίσυνος κιθάρῃ καὶ θεσκέλῳ ὀμφῇ.
    Δὴ τότ' ἐπιβρομέουσα Τομαριὰς ἔκλυε φηγός
    ἥν οἱ ὑποτροπίην Ἄργος θέτο νηῒ μελαίνῃ
    Παλλάδος ἐννεσίῃσιν· ἀνηέρθη δὲ μάλ' ὦκα
    δούρατ' ἐλαφρίζουσα, θοὴ δ' ὠλίσθανε πόντῳ·
    καί οἱ ἐπειγομένη θαμινὰς ἐκέδασσε φάλαγγας
    αἵ οἱ ὑπὸ τρόπι κεῖντο μιᾶς σχοίνοιο ταθεῖσαι.
    Ἐν δ' ἄρ' ἔβη, λιμένος χαροπὸν δ' ἀνεχάσσατο κῦμα·
    Θῖνες δ' ἀμφέκλυσθεν· ἐγήθει δὲ φρέν' Ἰήσων,
    ἆλτο δ' ἔσω νεὸς Ἄργος, ἐφέσπετο δ' ἀγχόθι Τῖφυς
    καί οἱ ἐπάρτια θῆκαν ἀρηρότα πορσύνοντες,
    ἱστόν τ' ἠδ' ὀθόνας· ἐπὶ δ' αὖτ' οἴηκας ἔδησαν,
    πρυμνόθεν ἀρτήσαντες, ἐπεσφίγξαντο δ' ἱμᾶσιν.
    Αὐτὰρ ἔπειθ' ἑκάτερθεν ἐρετμοὺς ἡπλώσαντο,
    εἰσβαίνειν δ' ἐκέλευον ἐπειγομένους Μινύηας.
    τοῖσιν δ' Αἰσονίδης ἔπεα πτερόεντα προσηύδα·
    Κέκλυτέ μευ, βασιλῆες ἀμύμονες, οὐ γὰρ ἔμοιγε
    ἁνδάνει ἐν πραπίδεσσιν ἀρειοτέροισιν ἀνάσσειν.
    Ὑμεῖς δ', ὅντιν' ἄρα κραδίη θυμὸς τε μενοινᾷ
    ἡγεμόνα στήσασθε· καὶ ᾧ περὶ πάντα μελήσει
    σημανέειν ὅ τι κεν ῥέξαι ἔπος ἠδὲ καὶ ἔργον
    πόντον ἐπιπλώσουσιν ἀφιξομένοις τ' ἐπὶ γαῖαν,
    εἴτε καὶ ἐς Κόλχους καὶ ἐς ἀλλοδαποὺς ἀνθρώπους.
    Καὶ γὰρ δὴ μοῦνοι σὺν ἐμοὶ πόλεες τε καὶ ἐσθλοί,
    οἵ ῥα καὶ ἀθανάτου ῥίζης γένος εὐχετάασθε,
    ξυνὸν ἀνηρείψασθε πόνον, κλέος ὄφρ' ἂν ἄροισθε.
    Ἀλλ' οὐ δὴ κάρτιστον ἀρειότερόν τε γενέσθαι
    Ἡρακλῆος ἄνακτος οἴομαι· ἴστε καὶ αὐτοί.
    Ὣς ἔφαθ', οἱ δ' ἄρα πάντες ἐπῄνεον· ἐν δ' ἄρα φωνῇ
    λαὸς ἐπερρόθεεν, Μινύαις ἐπικοίρανον εἶναι
    Ἀλκείδην, ὃς πᾶσι μέγ' ἔξοχος ἦεν ἑταίροις.
    Ἀλλ' οὐ πεῖθον ἄνακτα πεπνυμένον, ὅς ῥά οἱ ᾔδη
    Ἥρης ἐννεσίῃσι τετιμένον Αἴσονος υἱόν,
    ὥς δή οἱ κλέος ἐσθλὸν ἐπεσσομένοισιν ὄπαζεν·
    ὡς ῥά οἱ αὐτὸς ἔνισπεν, Ἰήσονα κοίρανον εἶναι
    πεντήκοντ' ἐρέταισιν, ἀνὰ τραφερήν τε καὶ ὑγρήν.
    Καὶ τότε δὴ μάλα πάντες ἐπῄνεον, ὡς ἐκέλευεν
    Ἡρακλέης, καὶ θῆκαν Ἰήσονα κοίρανον εἶναι.
    Ἦμος δ' ἠέλιος τὸν ἀπείριτον αἰθέρα τέμνων
    ἵπποις ὠκυπόδεσσι κελαινὴν ἔντυε νύκτα,
    τῆμος ἐνὶ πραπίδεσσιν ἐμήτιεν Αἴσονος υἱός
    πίστιν ἐφ' ἡρώεσσι καὶ ὅρκια συνθεσιάων
    θέσθαι ὄφρ' ἔμπεδα πάντα φυλασσόμενοι πεπίθοιντο·
    καὶ τότε τοι, Μουσαῖε, φίλον τέκος Ἀντιοφήμου,
    πορσύναι μ' ἐκέλευε θοῶς ἱερήϊα καλά.
    Αὐτὰρ ἐγὼ ψαφαραῖσιν ἐπ' ἠϊόνεσσιν ἐνεῖκα
    κᾶλα, τά τ' ἐκ δρυός ἐστι φερεσβίου· ἐν δ' ἄρ' ὕπερθε
    πέπλῳ παρκατέθηκα θεοῖς ἐπινήχυτα δῶρα.
    Καὶ τότε δὴ κραντῆρα βοῶν περιμηκέα ταῦρον
    σφάζον, ἀνακλίνας κεφαλὴν εἰς αἰθέρα δῖαν,
    ζωόταμον· περὶ δ' αἷμα πυρῇ χέον ἔνθα καὶ ἔνθα.
    Αὐτὰρ ἐπεὶ κραδίην θραύσας ποπάνοισιν ἔθηκα,
    λείψας ὑγρὸν ἔλαιον, ἐπ' αὐτῷ δὲ γλάγος ἄμνης.
    Ἥρωας δ' ἐκέλευσα περισταδὸν ἀμφιχυθέντας
    δούρατ' ἐπαμπήξασθαι ἰδ' ἄορα κωπήεντα,
    βύρσῃ τε σπλάγχνοισι τ' ἐρειδομέναις παλάμῃσι.
    Θῆκα δ' ἄρ' ἐν μέσσῳ τεῦχος κυκεῶνος ἐρείσας
    ὀστράκεον, τῷ πάντα περιφραδέως ἐμέμικτο,
    Δήμητρος μὲν πρῶτα φερέσβιος ἀλφίτου ἀκτή,
    αἷμα δ' ἐπὶ ταύροιο, θαλάσσης θ' ἁλμυρὸν ὕδωρ.
    Στέψασθαι δ' ἐκέλευσα κύκλους ἐρόεντας ἐλαίης·
    καὶ τότε χρυσείην φιάλην χείρεσσιν ἐμαῖσιν
    ἀμπλήσας κυκεῶνος, ἐφεξείης ἐπένειμον
    γεύειν ἄνδρα ἕκαστον ἐρισθενέων βασιλήων.
    Πυρκαϊῇ δ' ἐκέλευον Ἰήσονα λαμπάδα θέσθαι
    πεύκης ἀζαλέης· ὑπὸ δ' ἔδραμε θεσπεσίη φλόξ.
    Δὴ τότ' ἐγὼ πρὸς χεῦμα πολυφλοίσβοιο θαλάσσης,
    χεῖρας ἐπαντείνας, τάδ' ἀπὸ γλώσσης ἀγόρευσα,
    Ὠκεανοῦ μεδέοντες ἁλικλύστοιό τε πόντου
    ἐμβύθιοι μάκαρες, καὶ ὅσοι ψαμμώδεας ἀκτάς
    ναίεθ' ἁλικροκάλους, καὶ Τηθύος ἔσχατον ὕδωρ.
    Νηρέα μὲν πρώτιστα καλῶ πρέσβυστον ἁπάντων,
    ἄμμιγα πεντήκοντα κόραις πάσαισιν ἐρανναῖς·
    Γλαυκὴν δ' ἰχθυόεσσαν, ἀπείριτον Ἀμφιτρίτην,
    Πρωτέα καὶ Φόρκυνα, καὶ εὐρυβίην Τρίτωνα,
    λαιψηρούς τ' ἀνέμους, αὔραις μίγα χρυσεοτάρσαις,
    ἄστρα τε τηλεσίφαντα, καὶ ἀχλύα νυκτὸς ἐρεμνῆς
    αὐγήν τ' ἠελίοιο ποδῶν προποδηγέτιν ἵππων
    δαίμονας εἰναλίους τε μιγαζομένους ἥρωσιν,
    ἀκταίους τε θεοὺς, ποταμῶν θ' ἁλιμυρέα ῥεῖθρα·
    αὐτόν τε Κρονίδην σεισίχθονα κυανοχαίτην,
    κύματος ἐκπροθορόντα μολεῖν ἐπιτάρροθον ὅρκων.
    Τόφρα μὲν οὖν ἐπίκουροι Ἰάσονος ἔμπεδον αἰεί
    μίμνωμεν προφρόνως ξυνῶν ἐπαρηγόνες ἄθλων,
    ζῳοὶ νοστήσωμεν ἑὰ πρὸς δώμαθ' ἕκαστος·
    ὃς δέ κε συνθεσίης δηλήσεται οὐκ ἀλεγίζων
    ὅρκον ὑπερβάσιον, τούτου δ' ἐπιμάρτυροι ἔστων
    ἰθύντειρα Δίκη καὶ Ἐριννύες αἰνοδότειραι.
    Ὣς ἐφάμην· οἱ δ' αὖτις ὁμοφροσύνῃ κατένευσαν
    ὅρκια δειμαίνοντες, ἐσημήναντο δὲ χερσίν.
    Αὐτὰρ ἐπεί ῥ' ὄμοσάν τε τελεύτησαν τε τὸν ὅρκον,
    δὴ τότε νηὸς ἑῆς κοῖλον κύτος εἰσεπέρησαν
    πάντες ἐφεξείης, ὑπὸ δὲ ζυγὰ τεύχε' ἔθεντο,
    χεῖρας ἐρετμώσαντες· ἐκέκλετο δ' αὐτόθι Τῖφυς
    ἐκταδίοις ὅπλοις δῆσαι παρὰ κλίμακα μακρήν
    ἱστία δ' ἁπλῶσαι, λιμένος δ' ἐκ πείσματα θέσθαι.
    Καὶ τότε δὴ λίγυν οὖρον ἐπιπροέηκε νέεθαι
    Ἥρη, Ζηνὸς ἄκοιτις, ἐπείγετο δ' ἐς πλόον Ἀργώ.
    Οἱ δ' ἄρ' ἐπ' εἰρεσίην ἔπεχον χεῖράς τε νόον τε
    ἄκμητοι βασιλῆες, ἐτέτμετο δ' ἄσπετος ἅλμη,
    ἀφροῦ ἅμ' οἰδαίνοντος ὑπὸ τρόπιν ἔνθα καὶ ἔνθα.
    Τῆμος δ' ἱερὸς ὄρθρος ἀπ' Ὠκεανοῖο ῥοάων
    ἀντολίας ἤνοιγεν, ἐπέσπετο δ' Ἠριγένεια
    ἡδὺ φάος θνητοῖσι καὶ ἀθανάτοισι φέρουσα·
    καὶ τότε δὴ σκοπιαί τε καὶ ἠνεμόεσσα κολώνη
    Πηλίου ὑλήεντος ἀπ' ἠϊόνος κατέφαινε.
    Τῖφυς δ' ἀμπαύσας δισσῆς οἰήια χειρός
    τυτθὸν ὑπειρεσίῃσιν ἐκέκλετο κῦμα χαράσσειν·
    καί ῥα θοῶς ἀκτῇσιν ὑπέδραμον· ἐκ δ' ἄρα νηός
    κλίμακα δαυρατέην λιμένων ἔντοσθε χάλασσαν.
    Ἐκ δ' ἔβαν ἥρωες Μινύαι, παύσαντο δὲ μόχθου·
    τοῖσι δὲ μύθων ἦρχεν ὁμιλαδὸν ἱππότα Πηλεύς·
    Ὦ φίλοι, ἀθρεῖτε σκοπιῆς προὔχοντα κολωνόν,
    μέσσῳ ἐνὶ πρηῶνι κατάσκιον, ἐνθάδε Χείρων
    ναίει ἐνὶ σπήλυγγι, δικαιότατος Κενταύρων
    οἳ τράφεν ἐν Φολόῃ, Πίνδου τ' αἰπεινὰ κάρηνα,
    ὅς ῥα δικασπολίῃ μέλεται καὶ ἀκεύμασι νούσων·
    ἄλλοτε δ' αὖ Φοίβου κιθάρην μετὰ χερσὶν ἀράσσων,
    ἢ λιγυρὴν φόρμιγγα χελυκλόνον Ἑρμάωνος,
    πᾶσι περικτιόνεσσι δικασπολίας ἀναφαίνει.
    Τόφρα καὶ ἡμέτερον κοῦρον Θέτις ἀργυρόπεζα
    νήπιον, ἀρτιγένεθλον, ἐν ἀγκαλίδεσσι λαβοῦσα,
    Πήλιον εἰνοσίφυλλον ἔβη, Χείρωνί τ' ἔδωκεν
    εὖ καὶ ἐπισταμένως ἀγαπαζέμεν ἠδ' ἀτιτάλλειν.
    Ὃν δή μοι πόθος ἐστὶ περὶ φρένα θηήσασθαι.
    Ἀλλὰ, φίλοι, πελάσωμεν ἐπὶ σπέος, ὄφρα ἴδωμαι
    ἕξιν παιδὸς ἐμοῖο, καὶ ἤθεσιν οἷσι κέκασται.
    Ὣς εἰπὼν ἐξῖκεν ἀταρπιτόν· οἷ δ' ἑπόμεσθα·
    Αὐτὰρ ἐπ' εἰς αὐλὴν εἰσήλθομεν ἠεροειδῆ
    καὶ προσκεκλιμένος μὲν ἐπ' οὐδαίοιο χαμεύνης
    κεῖτο μέγας Κένταυρος, ἀπηρήρειστο δὲ πέτρῃ
    ἱππείαισιν ὁπλαῖσι τανυσσάμενος θοὰ κῶλα.
    Ἀγχοῦ δ' ἱστάμενος Θέτιδος καὶ Πηλέος υἱός
    χειρὶ λύραν ἤρασσε, φρένας δ' ἐπετέρπετο Χείρων.
    Ἀλλ' ὅτε δή ῥ' ἄθρησεν ἀγακλειτοὺς βασιλῆας
    ἀσπασίως ἀνόρουσε, κύσεν δ' ἄρα φῶτα ἕκαστον·
    δαῖτά τ' ἐπόρσυνεν· μέθυ δ' ἀμφιφορεῦσι κόμισσεν,
    ῥωγαλέαις τ' ἔστρωσεν ὑπὸ στιβάδεσσι πέτηλα·
    κλινθῆναι δ' ἐκέλευσεν, ἀδαιδάλτοις δ' ὑπὸ πλακταῖς
    κρεῖα χύδην προὔθηκε συῶν ἐλάφων τε ταχειῶν·
    αὐτὰρ ἔπειτ' ἐπένειμε ποτὸν μελιηδέος οἴνου.
    Ἀλλ' ὅτε δὴ δόρποιο ποτοῦ θ' ἅλις ἔπλετο θυμός
    χερσὶν ἐπικροτέοντες ὁμόκλεον, ὄφρ' ἂν ἔγωγε
    δηρίσω Χείρωνι διωλύγιον κιθαρίζων.
    Ἀλλ' ἐγὼ οὐ πιθόμην· περὶ γάρ με ἐπήλυθεν αἰδώς,
    ὁπλότερον γεγαῶτα γεραιτέρῳ ἰσοφαρίζειν·
    μέσφ' αὐτὸς Χείρων ἐλιλαίετο καί μ' ἀέκοντα
    ἠνώγει ᾄδων ἐριδαινέμεν εἵνεκα μολπῆς.
    Πρῶτος δ' αὖ Κένταυρος ἀείρατο πηκτίδα καλήν
    ἥν ῥα τότ' ἐν χείρεσσι φέρων ὤρεξεν Ἀχιλλεύς.
    Ὅς δ' ἄρ' ἄειδε μάχην Κενταύρων ὀμβριμοθύμων,
    οὓς Λαπίθαι κατέπεφνον ἀτασθαλίης ἕνεκα σφῶν
    ἠδ' ὥς Ἡρακλῆϊ καταντία μαιμώοντες
    ἐν Φολόῃ δήρισαν· ἐπεὶ μένος οἴνου ἔγειρεν.
    Αὐτὰρ ἔγωγε μετ' αὐτὸν ἑλὼν φόρμιγγα λιγεῖαν,
    ἐκ στόματος μελίγηρυν ἱεὶς ἀνέπεμπον ἀοιδήν·
    Πρῶτα μὲν ἀρχαίου χάεος μελανήφατον ὕμνον,
    ὡς ἐπάμειψε φύσεις, ὥς τ' οὐρανὸς ἐς πέρας ἦλθε·
    γῆς τ' εὐρυστέρνου γένεσιν, πυθμένας τε θαλάσσης·
    πρεσβύτατόν τε καὶ αὐτοτελῆ πολύμητιν Ἔρωτα,
    ὅσσα τ' ἔφυσεν ἅπαντα, διέκρινε δ' ἄλλον ἀπ' ἄλλου·
    καὶ Κρόνον αἰνολέτην, ὥς τ' ἐς Δία τερπικέραυνον
    ἤλυθεν ἀθανάτων μακάρων βασιλήϊος ἀρχή.
    Μέλπον θ' ὁπλοτέρων μακάρων γένεσίν τε κρίσιν τε·
    καὶ Βριμοῦς, Βάκχοιο, Γιγάντων τ' ἔργ' ἀΐδηλα,
    ἀνθρώπων τ' ὀλιγοδρανέων πολυεθνέα φύτλην
    ἤειδον· στεινὸν δὲ διὰ σπέος ἤλυθεν αὐδή,
    ἡμετέρης χέλυος μελιχρὴν ὄπα γηρυούσης.
    Ἔστατο δ' ἄκρα κάρηνα καὶ ἄγκεα δενδρήεντα
    Πηλίου, ὑψηλάς τε μετὰ δρύας ἤλυθε γῆρυς.
    Καί ῥ' αἱ μὲν πρόρριζοι ἐπ' αὔλιον ἐθρώσκοντο
    πέτραι τ' ἐσμαράγουν· Θῆρες δ' ἀΐοντες ἀοιδῆς,
    σπήλυγγος προπάροιθεν ἀλυσκάζοντες ἔμιμνον·
    οἰωνοί τ' ἐκυκλοῦντο βοαύλια Κενταύροιο
    ταρσοῖς κεκμηῶσιν, ἑῆς δ' ἐλάθοντο καλιῆς.
    Αὐτὰρ ὁρῶν Κένταυρος ἐθάμβεε, χεῖρ' ἐπὶ καρπῷ
    πυκνὸν ἐπισσείων, οὖδας δ' ἤρασσεν ὁπλῇσι.
    Τῖφυς δ' εἰσεπέρησε νεὼς ἄπο, καί ῥ' ἐκέλευσεν
    ὦκα περᾶν Μινύαισιν· ἐγὼ δ' ἄμπαυον ἀοιδῆς,
    οἳ δὲ θοῶς ἤγερθεν, ἔδυνε δὲ τεύχε' ἕκαστος.
    Παῖδα δ' ἐν ἀγκαλίδεσσιν ἀνίσχανεν ἱππότα Πηλεύς,
    καί ῥ' ἔκυσεν κεφαλήν τε καὶ ἄμφω φώεα καλά,
    δακρυόεν γελόων· κηλήθη δὲ φρέν' Ἀχιλλεύς.
    Αὐτὰρ ἐμοὶ Κένταυρος ἑῇ γέρας ὤπασε χειρί,
    νεβρὴν παραλέην ξεινήιον ὄφρα φέροιμι.
    Ἀλλ' ὅτε δὴ σπήλυγγος ἄπο προθορόντες ἔβημεν
    ἄκρης ἐκ σκοπιῆς ὁ γέρων ἀνὰ χεῖρας ἀείρων
    Φιλλυρίδης ἠρᾶτο, θεοὺς δ' ἐπεκέκλετο πάντας
    νόστον μὲν Μινύαισιν, ἰδὲ κλέος ἐσθλὸν ἀρέσθαι
    ὁπλοτέροις βασιλεῦσι καὶ ἐσσομένοις μερόπεσσιν.
    Αὐτὰρ ἐπεί τ' ἐπὶ θῖνα καὶ ἐς νέα πάντες ἔβησαν,
    ἐν προτέροις θώκοισι καθίζανον· ἐν δ' ἄρ' ἐρετμοῖς
    χεῖρας ἐφαπλώσαντες, ἐπί ῥ' ἅλα τύπτον ἕκαστος,
    Πήλιον ἐκνεύσαντες· ὑπὲρ μέγα λαῖτμά τε πόντου
    ἀφρὸς ἐπιζείων χαροπὴν λεύκαινε θάλασσαν.
    Πισσαίη δ' ἀπέκρυφθεν ἄκρη καὶ Σηπιὰς ἀκτή,
    φάνθη δὲ Σκίαθος, Δολοπός τ' ἀνεφαίνετο σῆμα,
    ἀγχίαλός θ' Ὁμόλη, ῥεῖθρόν θ' ἁλιμυρὲς ἐναύλου
    ὃς διὰ πολλὴν γαῖαν ἱεῖ μεγαλόβρομον ὕδωρ.
    Οὐλύμπου δὲ βαθυσκοπέλου πρηῶνας ἐρυμνούς
    εἰσέδρακον Μινύαι, καὶ Ἄθω δενδρώδεα κάμψαν,
    Πελλήνην τ' εὐρεῖαν· ἰδὲ ζαθέην Σαμοθρῄκην,
    ἔνθα καὶ ὅρκια φρικτὰ θεῶν ἄρρηκτα βροτοῖσιν,
    ἄσμενοι εἰσεπέρησαν ἐμῇς ὑποθημοσύνῃσιν
    ἥρωες· μέγα γάρ σφιν ὀφέλσιμον ἀνθρώποισι
    τῆσδε θυηπολίης, ἄμοτον πλωτῆρσιν ἑκάστοις.
    Σιντιακαῖς δ' ὀφρῦσιν ἐκέλσαμεν ὠκύαλον ναῦν
    Λήμνῳ ἐν ἠγαθέῃ· τόθι περ κακὰ ἔργα μεμήλει
    θηλυτέραις· αἳ γάρ κεν ἀϊστώσαντο συνεύνους
    σφῇσιν ἀτασθαλίῃσι, καὶ ἡ κλυτὴ Ὑψιπύλεια
    ἐλδομέναις κραίνεσκε, γυναικῶν εἶδος ἀρίστη.
    Ἀλλὰ τί σοι περὶ τῶνδε πόλυν λόγον ἀμφαδὸν εἰπεῖν,
    ὅσσον ἐφ' ἵμερον ὦρσεν ἀγαυαῖς Λημνιάδεσσι
    Κύπρις ἐρωτοτρόφος, Μινύαις εἰς λέκτρα μιγῆναι;
    φίλτροις Ὑψιπύλην ἐρατοῖς ἐδάμασσεν Ἰήσων·
    ἄλλῃ δ' ἄλλος ἔμικτο· καὶ ἐκλελάθοντο πορείης,
    εἰ μὴ ἀποτροπίοις ἐνοπαῖς θελξίφρονι θυμῷ
    ἡμετέρῳ θελχθέντες ἔβαν ποτὶ νῆα μέλαιναν,
    εἰρεσίην ποθέοντες ἐπεμνήσαντο δὲ μόχθου.
    Ἔνθεν ἐς Ἑλλήσποντον ἅμ' ἠῴους φέρεν οὖρος
    ἀκραὴς Ζέφυρος, στεινῆς ἀπάτερθεν Ἀβύδου,
    Ἴλιον Δαρδανίην, Πιτύην τ' ἐπὶ δέξι' ἔχοντας,
    οὗ καὶ Ἀβαρνιάδος Περκώτης τ' εὔσταχυν αἶαν
    ἀργυρέαις Αἴσηπος ἐπικλύζει προχοῇσιν.
    Αἶψα δ' ἐπιθρώσκουσα θέεν πολυηγόρος Ἀργώ.
    Αὐτὰρ ἐπεὶ ψαμάθοισιν ἐκέλσαμεν, ἐν δ' ἄρα Τῖφυς
    ἰθύντωρ ἀκάτοιο, καὶ ἀγλαὸς Αἴσονος υἱός,
    σύν τ' ἄλλοι Μινύαι γλαυκώπιδι Τριτογενείῃ
    θῆκαν ἀείραντες βριθὺν λίθον, ἔνθα δὲ νύμφαι
    κρήνῃ ὑπ' Ἀρτακίῃ καλὰ νάματα πλημμύρουσιν·
    οὕνεκά οἱ πλώουσιν ἀνὰ πλατὺν Ἑλλήσποντον
    εὔδιος ἀντεβόλησε μυχοῦ ἔντοσθε γαλήνη,
    οὐδ' εἰς γαῖαν ἔριψαν ἐϋγνάμπτους ἀγκύρας,
    κύμασι θεινόμενοι ὑπὸ χειμερίαισιν ἀήταις.
    Ἐνθάδε προσύνοντες ἐπὶ κροκάλαις προυχούσαις
    δεῖπνά τε καὶ κλισίην, δόρπου μεμνήμεθ' ἕκαστοι.
    Δὴ τότε κεκλιμένοισιν ἐπήλυθε Κύζικος ἥρως,
    ὃς Δολόπων ἤνασσε περικτιόνων ἀνθρώπων.
    Αἰνῆος φίλος υἱὸς ὅν οἱ τέκε δῖα γυναικῶν
    Εὐσώρου θυγάτηρ Αἰνίππη καλλιπάρῃος·
    ὅς ῥα φιλοξενίῃ Μινύας ἐγέρηρεν ἅπαντας,
    σφάζων πῖά τε μῆλα καὶ εἱλίποδας ἕλικας βοῦς,
    ἀγροτέρους τε σύας· δῶκεν δ' ἔπι οἶνον ἐρυθρόν,
    σῖτον δ' ἄφθονον ἧκεν ἀποπλώουσι φέρεσθαι,
    χλαίνας τ' ἠδὲ τάπητας, ἐϋννήτους τε χιτῶνας.
    Φίλετο δ' αὖ παρεόντας ὁμηλικίης ἕνεκα σφῆς·
    καί ῥα πανημερίῃσιν ἐν εἰλαπίναισιν ὅμαρτεν.
    Ἀλλ' ὅτε γ' Ὠκεανοῖο ῥόον βαπτίζετο Τιτάν,
    μήνη δ' ἀστροχίτων ἔπαγεν μελαναυγέα ὄρφνην,
    τῆμος ἀρηίφατοι κίον ἀνέρες, οἵ ῥα νέμοντο
    ἀρκτῴοις ἐν ὄρεσσι, τεθηπότες εἴκελα θηρσί
    Τιτᾶσι, βριαροῖς τ' ἐναλίγκιοι ἠδὲ Γίγασιν·
    ἓξ γὰρ χεῖρες ἑκάστῳ ἀπ' ὤμων ἀΐσσοντο.
    Οὓς τότ' ἐσαθρήσαντες ἀμαιμάκετοι βασιλῆες,
    ἐς μόθον ὁρμαίνοντες ἀρήϊα τεύχε' ἔδυνον.
    Καὶ ῥ' οἳ μὲν πευκῇσιν ἀμύνονθ' οἳ δ' ἐλάτῃσιν·
    ἐν δ' ἔπεσαν Μινύαισι κατὰ σκοτόεσσαν ὁμίχλην.
    Οὕς τοι ἐπειγομένους κτεῖνεν Διὸς ἄλκιμος υἱός,
    τόξῳ ὀϊστεύων· σὺν δ' Αἰνέος ὤλεσε παῖδα
    Κύζικον, οὔτι ἑκὼν, ἀλλ' ἀφραδίῃσι πεδηθείς·
    τῷ δ' ἄρα μόρσιμον ἧεν ὑφ' Ἡρακλῆι δαμῆναι.
    Αἶψα δέ οἱ Μινύαι κοίλης ἔντοσθεν ἔβησαν
    νηὸς τευχήρεις, ποτὶ δὲ ζυγὸν ἷζον ἕκαστος.
    Τῖφυς δὲ πρύμνηθεν ἐπήπυεν ἠδ' ἐκέλευε
    κλίμακα νηὸς ἔσω ἐρύσαι, καὶ πείσματα λῦσαι.
    Ἀλλ' οὔ οἱ λύοντο κάλοι, δεσμοῖσι δ' ἀφύκτοις
    ὠκείης στροφάλιγγος ἀρηρότες ἐσφίγγοντο,
    νῆα κατείργοντες· θάμβησε δὲ Τῖφυς ἀμύμων,
    ἄφθογγος δέ οἱ ἧκε χερῶν οἰήϊα νηός
    Ἀργῴης· οὐ γάρ οἱ ἐέλπετο κῦμα περῆσαι.
    Ῥείη γὰρ κοτέεσκε δεδουπότος εἵνεκα λαοῦ·
    Ἀλλ' ὅτε πρὸς μέσατον νυκτὸς προὔβαινεν ἀταρπός,
    ἄστρα τε τηλεφανῆ δῦνεν ῥόον Ὠκεανοῖο,
    ὄσσε κυβερνήτῃ προσεπέστιχε νήδυμος ὕπνος.
    Τῷ δὲ βαθὺ κνώσσοντι θεὰ μενέδουπος Ἀθήνη
    ἄγχι παρισταμένη παρ' ἐτήτυμα σήματ' ἔφαινεν·
    ὧδε δ' ὁμοκλήσασα θεηγόρον ἔννεπε μῦθον·
    Εὕδεις Ἀγνιάδη, γλυκερῷ βεβολημένος ὕπνῳ,
    κῶμα περὶ βλεφάροισι βαλών· ἀλλ' ἔγρεο Τῖφυ,
    κέκλεο δ' ἡρώεσσι μολεῖν ἐπὶ νήνεμον ἀκτήν,
    νηὸς ἄπο προθορόντας, ὅθι ξένος ἐν ψαμάθοισι
    κεῖται ἀποφθίμενος· τῷ οἱ κτέρεα κτερεΐξαι
    παμμήτειρα Ῥέη κέλεται γέρα, ἠδέ τε λοιβάς
    δοῦναι ὑποχθονίοισι καὶ δάκρυα λειβέμεν ὄσσων,
    αἰδομένους Θέμιν ἀγνοτελῆ ξενίην τε τράπεζαν·
    ὅν ῥ' ἀέκων ἔκτεινε βαλὼν διὰ νύκτερον ὄρφνην
    Ἡρακλέης, θυμὸν δὲ θεᾶς ἐχολώσατε Ῥείης.
    Ἀλλ' ὁπόταν θεσμοῖς ξεῖνον σεβάσησθε θανόντα
    Δίνδυμον αὐτίκ' ἔπειτα Ῥέης ἕδος εἰσαναβάντες
    ἱλασμοῖς ἱεροῖς Γαίης ἀρέσασθε θύγατρα,
    πείσματα δ' ἀράμενοι, τότε δὴ μνώεσθε πλοοῖο.
    Ὣς εἰποῦσα θεὰ πάλιν ἐτράπετ', ἶσον ὀϊστῷ
    οὐρανὸν ἐσσυμένη. Τοῦ δ' αὐτίκα κῶμ' ἐκεδάσθη,
    πρύμνης δ' ἆλτο θοῶς· ἀνέγειρε δὲ λαὸν ἀϋτῇ
    τοίχων ἔνθα καὶ ἔνθα παρακλιδὸν ὑπνώοντας,
    ψυχῇ ὑποτρομέων· ἄφαρ ἡρώεσσι δ' ὀνείρου
    φάσματα πᾶσιν ἔειπεν, ἐπιδρομάδην ἀγορεύων.
    Οἱ δὲ θοῶς ἤγερθεν, ἐπ' ᾐόνα δ' ἆλτο ἕκαστος.
    Ἡ δὲ κατ' ὀρφναίοιο πόλου χρυσήνιος ἠὼς
    ἀντολίας ἤνοιγεν, ἐδέχνυτο δ' οὐρανὸς ὄρθρον·
    καὶ τότ' ἀριστῆες Μινύαι νέκυν εἰσενόησαν
    αἵματι καὶ κονίῃ πεπαλαγμένον· ἀμφὶ γὰρ ἄλλοι
    δήϊοι ἀμφὶς ἔκειντο, πελώρια σώματα θηρῶν.
    Ἀλλ' οἳ μὲν βασιλῆα περισταδὸν ἀμφιχυθέντες
    Κύζικον εὐξέστοισιν ὑπὸ πλακέεσσιν ἔθηκαν,
    ἂν δ' ἄρα τύμβον ἔχευαν, ἐδωμήσαντο δὲ σῆμα.
    Φιτροὺς δ' αἶψα κόμιζον, ἰδ' ἔντομα πορσύνοντες
    παμμέλαν' ἐν βόθροις μετεκίαθον· αὐτὰρ ἔγωγε
    ψυχὴν ἱλασάμην, σπένδων μειλίγματα χύτλων
    ὕδατί τ' ἠδὲ γάλακτι, μελισσορύτων ἀπὸ νασμῶν
    λοιβαῖς συμπροχέων, καὶ ἐμοῖς ὕμνοισι γεραίρων.
    Αὐτὸς δ' Αἰσονίδης προυθήκατο πᾶσιν ἄεθλον,
    τυμβιδίου ἐπ' ἀγῶνος ἑταίροις ἔμμεν' ἄεθλα,
    δῶρα τά οἱ πόρεν Ὑψιπύλη Λήμνοιο φέρεσθαι.
    Ἀγκαίῳ μὲν δῶκε πάλης γέρας ἀμφικύπελλον
    χρύσειον πολυχανδὲς ἔχειν· Πηλῆι δ' ἔδωκε
    θάσσοντι σταδίοισι, ποδωκείης ἕνεκα σφῆς
    χλαῖναν φοινικέην, πολυδαίδαλον ἔργον Ἀθήνης.
    Αὐτὰρ παγκρατίοιο δόκεν γέρας Ἡρακλῆϊ
    ἀργύρεον κρητῆρα παναίολον· ἱππασίης δέ
    Κάστορι, χρυσείων φαλάρων πολυτεχνέα κόσμον·
    πυγμαχίης δὲ τάπητα λιανθέα δῶκε φέρεσθαι
    ἀθλοφόρῳ Πολυδεύκει· ὃ γὰρ κλυτὸν ᾔρατο νῖκος.
    Αὐτὸς δ' εὐκαμπὲς τόξον λάβεν ἠδ' ἄρ' ὀϊστούς,
    τεινάμενος δέ οἱ ἧκε βέλος, τὸ δ' ἀπέπτατο τηλοῦ·
    Δῶκε δ' ἄρ' Αἰσονίδῃ Μινύης λόχος εἵνεκα τιμῆς
    πλέξας εὐανθῆ στέφανον τανυφύλλου ἐλαίης.
    Αὐτὰρ ἐμοὶ μολπῆς γέρας ὤπασε δῖος Ἰήσων
    ἐμβάδα χρυσείην γε τιταινομένην πτερύγεσσι.
    Λῦτο δ' ἀγὼν, φήμη δὲ διέπτατο δώματος εἴσω
    Κυζίκου οἰχομένου· τοῦ δ' ὡς κλύε σύγγαμος αἰνή
    στήθεα δρυπτομένη λίγ' ἐκώκυεν· ἀμφὶ δὲ δειρῆς
    ἀψαμένη μήρινθα, βρόχῳ ἀπὸ θυμὸν ὄλεσσε.
    Γῆ δ' ὑποδεξαμένη πλακὶ δάκρυα, πίδακος ἧκε
    βλύζουσ' ἀργυροειδὲς ὕδωρ κρήνης ἀπὸ μέσσης
    ἀέναον· Κλείτην δὲ περικτίονες καλέουσι.
    Καὶ τότε δὴ βασιλῆες ὀνειροπόλον διὰ πύστιν,
    κνημὸν ἐπὶ ζάθεον καὶ Δίνδυμον ἀκρώρειαν,
    ὄφρα κε μειλίξαιντ' εὐοινίστοις ἐπὶ λοιβαῖς
    Ῥείην πρεσβυγενῆ, θυμὸν δ' ἀλέαιντο ἀνάσσης.
    Αὐτὰρ ἐγὼν ἑπόμην, φόρμιγγα δὲ χερσὶν ἄειρον,
    Ἄργος δ' αὖθ' ἵκανε, λιπὼν εὐεργέα νῆα,
    ὅσγε τανυφλοίου ἐλάτης ἀμφιπλεκὲς ἔρνος
    ἀμπέλου αὐαλέης ὀξεῖ ἀπέκερσε σιδήρῳ·
    Ξέσσε δ' ἐπισταμένως βρέτας ἱερὸν ἰδμοσύνῃσι,
    μίμνειν ἔμπεδον αἰὲν ἐπεσσομένοις ἀνθρώποις·
    λάασι δ' εὐτύκτοις δωμήσατο οἶκον ἀνάσσῃ.
    Ἐν δ' ἄρ' ἐπειγόμενοι Μινύαι μέγα δ' ἔξοχα πάντων
    Αἰσονίδησ λιθάκεσσιν ἀρηρότα βωμὸν ἔτευξαν
    ᾧ ἔπι ταυροθύτους λοιβὰς ἠδ' ἱερὰ καλά
    ῥέξαν ἀριστῆες· σπονδαῖσι δ' ἐτέρπετο Ῥείη.
    Αὐτὰρ ἔμ' ἤνωγον κλῇσαι θεὸν ἠδὲ γερῆραι,
    ὄφρα κεν ἀντομένοις νόστον μελιηδέ' ὀπάσσοι.
    Ἀλλ' ὅτε δὴ θυέεσσι λιταῖσί τε γουνασάμεσθα,
    Ἀργῴην ποτὶ νῆα κατήλθομεν· ἐν δ' ἄρα Τῖφυς
    ἥρωας πρύμνηθεν ἐκέκλετο· σὺν δ' ἄρα πάντες
    ἐσσύμενοι θώκοισιν ἐπὶ προτέροισι κάθιζον,
    βάντες ὑπὲρ θώκοιο, καὶ εἰρεσίης μνώοντο.
    Ἀπροφάτως δ' ἀπὸ γῆς λεπτοὶ λύοντο κάλωες
    πείσματα δ' ἡπλώθη· κραιπνὸν δ' ἀπὸ Δινδύμου ἄκρης
    ἴκμενον οὖρον ἐφῆκε Ῥέη λιπαροκρήδεμνος.
    Ἡμεῖς δ' αὖτ' ἐπὶ νηὶ γεράσμια πέμπομεν ἱρά,
    Βωμὸν ἐπιστέψαντες ἐπεσσομένοισι πυθέσθαι
    Πεισματίην τόθι πείσματ' ἐεργομένης λύθεν Ἀργοῦς.
    Αὐτὰρ ἐπεί γ' ὀθόνας ἀκάτου πλήρωσεν ἀήτης,
    θῦνε διαπρήσσουσ' ἁλιμυρέα κύματα πόντου,
    Μύσια δὲ σχεδόθεν παραμείβετο πείρατα γαίης·
    αἶψα δὲ Ῥυνδακίους προχοὰς ἤμειψε θέουσα,
    καλούς τ' ἐς λιμένας ψαμαθώδεας εἰσεπέρησε,
    κέλσε δ' ἐπ' αἰγιαλῷ· προτόνοις δ' ἐπὶ χεῖρα βαλόντες,
    ἱστία μηρύσαντο καὶ ἀμφ' ἱμᾶσιν ἔδησαν,
    κλίμακα δ' ἐξώκειλαν ἐπὶ χθονὸς, ἐκ δ' ἔβαν αὐτοί,
    σίτου καὶ πόσιος λελιημένοι· ἀμφὶ δὲ κναμός
    Ἀργάνθου κατέφαινε, βαθυσκόπελοί τε κολῶναι.
    Ἡρακλέης δ' ἠπείγετ' ἀν' ὑλήεντας ἐναύλους,
    τόξον ἔχων παλάμαις ἰδὲ τριγλώχινας ὀϊστούς
    ὄφρα κε θηρήσαιτο, πόροι δ' ἐπὶ δόρπον ἑταίροις,
    ἢ σύας, ἢ πόρτιν κεραὴν, ἢ ἄγριον αἶγα.
    Τοῦ δ' ἀφομαρτήσαντος Ὕλας ἐξίκετο νηός
    λάθρα ἐπισπόμενος· σκολιῆς δ' ἀλίτησεν ἀταρποῦ
    ὕλῃ ἔνι πλαγχθεὶς, ἐν δὲ σπέος ἥλυθε Νυμφῶν
    Λιμνακίδων· αἱ δέ σφιν ἐσαθρήσασαι ἰόντα
    κοῦρον ἔτ' ἀντίθεον κατερύκανον, ὄφρα σὺν αὐταῖς
    ἀθάνατός τε πέλῃ καὶ ἀγήραος ἤματα πάντα.
    Ἀλλ' ὅτε πρὸς μεσάτην ἠῶ φέρεν ὠκέας ἵππους
    Ἠέλιος, κραιπνὸς δ' ἐξ οὔρεος ἔπνεεν οὖρος,
    ἐν δ' ἔπεσ' ἀργενναῖς ὀθόναις, Τῖφυς δ' ἐγεγώνει
    νηὸς ἔσω περάαν, θινὸς δ' ἐκ πείσματα λύειν·
    οἳ δὲ κυβερνητῆρος ἐφημοσύναις ἐπίθοντο.
    Εἰλατίδης δ' ἀνὰ πρῶνα θοῶς Πολύφημος ἔβαινεν,
    ὄφρα κεν Ἡρακλῆα θοῶς ἐπὶ νῆα καλέσσοι·
    ἀλλ' οὔ οἱ ξύμβλητο· μολεῖν γάρ οἱ οὔτι πέπρωτο
    Φᾶσιν καλλίροον μένος ὄβριμον Ἡρακλῆος.
    Αὐτὰρ ἐπηῶοι λυγρὴν ἐπεράσσαμεν αἶαν,
    ἔνθ' Ἄμυκος Βεβρύκεσσιν ὑπερφιάλοισιν ἄνασσεν·
    ὅστε Πανομφαίου Ζηνὸς θέμιν οὐκ ἀλεγίζων
    ἆθλον ἐπὶ ξείνοισι περικτιόνων ἀνθρώπων,
    ὅστις ἐπὶ σταθμοὺς ἠδ' ἀστεμφῆ δόμον ἵξῃ,
    θήκατο, πυγμαχίης ὑπερόπλου πειρηθῆναι.
    Τὸν μὲν ἄρ' ἠΐστωσε βίῃ κρατερὸς Πολυδεύκης,
    τύψας ἀπροφάτως κεφαλὴν σκληροῖσιν ἱμᾶσι·
    λαοὺς δ' αὖ Βεβρύκων Μινύαι χαλκῷ κατένηραν·
    Ἔνθα δ' ἀφορμηθέντες, ὑπ' εἰρεσίῃ δὲ καμόντες,
    Βιθυνῶν μέγα ἄστυ βαθείῃ κέλσαμεν ἀκτῇ
    σπεύδοντες προχοαῖς ἠδ' ἐν νιφαργέσιν ὕλαις,
    ἕσπεροι αὐλισθέντες ἐφωπλισσάμεθα δόρπον.
    Ἔνθα ποτ' αἰνόγαμος Φινεὺς ὑπερήνορι θυμῷ
    δοιοὺς ἐξαλάωσε γόνους, προβλῆσί τε πέτραις
    θηρσὶν ἕλωρ προὔθηκε γυναίων εἵνεκα φίλτρων·
    τοὺς δὲ καὶ ἀσκηθεῖς καὶ ὀπωπότας αὖθις ἔτευξαν
    παῖδε κλυτοῦ Βορέου· Φινεῖ δέ οἱ ὤπασαν ἄτην
    ἀργαλέοιο κότου, φωτὸς δ' ἀπενόσφισαν αὐγάς.
    Αὐτὰρ ἐπεὶ ζαμενὴς Βορέης στροφάδεσσιν ἀέλλαις
    ἁρπάξας ἐκύλινδεν διὰ δρυμὰ πυκνὰ καὶ ὕλας
    Βιστονίης, ἵνα κῆρ ὀλοὴν καὶ πότμον ἐπίσπῃ.
    Αὐτὰρ ἐπεὶ Φινῆος Ἀγηνορίδαο λιπόντες
    αὖλιν, ὑπὲρ μέγα λαῖτμα θαλάσσης ἐξικόμεσθα
    ἀγχοῦ Κυανέαις πέτραις, ἅς μοι ποτὲ μήτηρ
    ἡμετέρη κατέλεξε περίφρων Καλλιόπεια.
    Οὐ γάρ οἱ ἐξυπάλυξις ὀϊζυροῖο πόνοιο,
    ἀλλὰ κατειρύμεναι ἀνέμων ἀργῇσιν ἀέλλαις
    ξυμβλῆτες πίπτουσιν ἐπ' ἀλλήλαισιν ἰοῦσαι·
    δοῦπός τ' ἂμ πέλαγός τε καὶ οὐρανὸν εὐρὺν ἵκανεν
    ῥηγνυμένοιο κλύδωνος, ὀρινομένης τε θαλάσσης·
    κύματι παφλάζοντι περιβρέμει ἄσπετος ἅλμη.
    Ἀλλ' ἐγὼ Ἀγνιάδῃ τάδ' ἀπὸ γλώσσης ἀγόρευσα,
    πρύμναν ἔπειθ' ὁρόειν ὄφρ' ἂν πεφυλαγμένος εἴη.
    Τοῦ δὲ καὶ εἰσαΐοντος ἐπαχνώθη φίλον ἦτορ,
    ἐν στέρνοισι δὲ κεῦθεν, ἅ οἱ τελέεσθαι ἔμελλεν,
    μοῦνος ἀφ' ἡρώων· ἀλλὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη
    Ἥρης ἐννεσίῃσιν ἐρωδιὸν ἧκε φέρεσθαι
    ἄκρην ἱστοκεραῖαν· ὃ δ' ἀσχαλόων πεπότητο,
    πέτραις δ' ἐν μυχάταισιν ὑπὸ πτερύγεσσιν ἀερθείς
    δινεῖται· ταὶ δ' αἶψα κραδαινόμεναι ἑκάτερθεν
    σύμπεσον ἀλλήλαισι, καὶ οὐρῆς ἄκρον ἔκερσαν
    ὄρνιθος· περὶ δέ σφιν ἐτώσιον ἠρείσαντο.
    Τῖφυς δ' ἐκπρολιπόντος ἐρωδιοῦ αἰπὺν ὄλεθρον
    σῖγα μὲν ἡρώεσσιν ἐκέκλετο· τοὶ δ' ἀΐοντες,
    ἱέμενοι θοὰ κύμαθ' ὑπειρεσίῃσι χάρασσον·
    αὐτὰρ ἐγὼ μολπῇσι παρήπαφον ἡμετέρῃσι
    πέτρας ἠλιβάτους· αἱ δ' ἀλλήλων ἀπόρουσαν.
    Κῦμα δ' ἀνερρόχθησε· βυθὸς δ' ὑποείκαθε νηί,
    ἡμετέρῃ πίσυνος κιθάρῃ, διὰ θέσκελον αὐδήν.
    Ἀλλ' ὅτε δὴ πορθμοῖο κατὰ στόμα καὶ διὰ πέτρας
    Κυανέας ἤμειψε λάλος τρόπις, αὐτίκ' ἄρ' αἵ γε
    βυσσόθεν ἐρριζοῦντο, καὶ ἔμπεδον αἰὲν ἔμιμνον.
    Οὕτω γὰρ Μοῖραι τάδ' ἐπεκλώσαντο βαρεῖαι.
    Καὶ τότε δὴ προφυγόντες ἀδευκέα πήματ' ὀλέθρου,
    Ῥηβανοῦ προχοαῖσι μέλαιν' ἐξικόμεθ' ἀκτήν,
    νῆσον ὑπὲρ δολιχὴν Θυνηίδα, τῆς ἀπάτερθεν
    Τέμβριος ἰχθυόεις θαλεραῖς πλημμύρεται ὄχθαις,
    Σαγγάριός θ' ὃς κύματ' ἐπιτρέχει Εὐξείνοιο.
    Ἀλλ' ὅτ' ἐπ' αἰγιαλὸν ἐπενεισάμεθ' εἰρεσίῃσιν,
    ἀμφὶ Λύκοιο ῥέεθρον ἐκέλσαμεν, ᾧ ἔπι λαοῖς
    κραῖνε Λύκος ποταμοῖο φερώνυμος, ὅς ῥ' ὑπέδεκτο
    ἥρωας Μινύας, ξενίῃ δ' ὑπέδεκτο τραπέζη,
    φίλετο δ' αὖ νύκτας τε καὶ ἤματα συνεχὲς αἰεί.
    Ἔνθα καὶ αἶσα παρέσχε καταφθίσθαι δύο φῶτας,
    Ἀμπυκίδην Ἴδμωνα, κυβερνητῆρά τε Τῖφυν.
    Τοῦ μὲν δὴ κατὰ σῶμα λυγρὴ ἠρείσατο νοῦσος,
    τὸν δ' ἔκτεινεν θὴρ, σῦς ἄγριος· αὐτὰρ ὃ τοῖς γε
    τύμβους χευάμενοι πολιὴν ἐπένησαν θῖνα
    Ἀγκαίῳ πίσυνοι· τὸν γὰρ φάσαν ἴδριν ἅπαντες
    ναυτιλίης σφετέρῃσι δαημοσύνῃσι κεκάσθαι.
    Αὐτὰρ πηδαλίων οἰήια λάζετο χειρί
    νῆα κατιθύνων ἐπὶ Παρθενίοιο ῥέεθρα,
    ὃν δὴ Καλλίχορόν μιν ἐπώνυμόν οἱ καλέουσιν,
    ὅν τοι ἐγὼ μύθοισιν ἐπὶ προτέροισιν ἔλεξα.
    Ἔνθεν ἄκραν προβλῆτα παραπλώσαντες ἔβημεν
    γῆν ἐπὶ Παφλαγόνων, τὴν δὴ παράμειψε θέουσα
    Ἀργὼ ὑπὲρ μέγα λαῖτμα· Καραμβιακὴν δ' ἵκετ' ἄκρην,
    ᾗ ἐνὶ Θερμώδων κεῖται Ἅλυος τε ῥέεθρον,
    βάλλον ἐπ' αἰγιαλὸν, δίνας ἁλιμυρέας ἕλκον.
    Νέρθε δ' ὑποθρώσκουσι βορειάδος ἀντίον ἄρκτου
    μακρὰ Θεμισκύρης Δοιαντίδος ἅψεα κεῖται
    ἄγχι δ' Ἀμαζονίδων δαμνίππων ἄστεα κεῖται,
    καὶ Χάλυβες, Τιβαρηνά τ' ἔθνη, λαοί τε Βέχειρες
    μίγδην ἐν Μοσύνοισι πέδον περιναιετάουσι·
    λαιὰ δ' ἐπιπλώσαντες ἐκέλσαμεν αἰγιαλοῖσι
    ἧχι τε Μάκροι ἔσαν Μαριανδύνοισιν ὅμουροι.
    Νέρθε δέ τοι Ἑλίκης δολιχὸς παρακέκλιται αὐχὴν
    ἔνθα δ' ὑπωρείῃσιν ἐπὶ προβλῆσι κυκλοῦνται
    τηλεφανεῖς αὐλῶνες ὑπὲρ μυχὸν εὐρέα κόλπου·
    οὗ Σύμης ὄρος ἐστὶ πολύς τ' εὐθαλὴς λειμών,
    ἐνθάδ' Ἀράξου ῥεῦμα μεγαβρεμέτου ποταμοῖο,
    ἐξ οὗ Θερμώδων Φᾶσις Τάναΐς τε ῥέουσιν,
    οὗ Κόλχων κλυτὰ φῦλα καὶ Ἡνιόχων καὶ Ἀραξῶν.
    Ὃν παραμειβόμενοι, μυχάτοις ἐπεπλείομεν ὅρμοις
    Οὔρων, Χιδναίων τε, Χαρανδαίων, Σολύμων τε
    Ἀσσυρίων τε λεὼν, τρηχὺν δ' ἀγκῶνα Σινώπης,
    καὶ Φίλυρας Ναπάτας τε καὶ ἄστεα πυκνὰ Σαπείρων
    Βύζηράς τ' ἐπὶ τοῖσιν, ἰδ' ἄξενα φῦλα Σιγύμνων.
    Ἷκτο δ' ὑπὸ πνοιῇς ἀνέμου πλησίστιος Ἀργὼ
    ὄρθριον, ἐρχομένης ἠοῦς ἐπ' ἀπείρονα κόσμον,
    ἐσχατ' ἔπ' Ἀξείνου Φᾶσιν κατὰ καλλιρέεθρον.
    Αὐτὰρ ἐπεὶ ποταμοῖο διὰ στόμα πρηῢ ῥέοντος
    ἱκόμεθ' αὐτίκ' ἄρα στέφανον καὶ τεῖχος ἐρυμνόν
    Αἰήτου κατέφαινε καὶ ἄλσεα τοῖς ἔπι κῶας
    χρύσεον ᾐώρητο χαλαζαίῃ ἐπὶ φηγῷ.
    Ἀγκαῖος δ' ἤνωγε παραιφάμενος ἐπέεσσι
    λαίφεά τε στέλλειν, καὶ ἐπίκριον αὖθι χαλάσσαι
    ἱστὸν ἀνακλίναντας, ὑπ' εἰρεσίῃ δὲ νέεσθαι.
    Ὣς οἳ μὲν τὰ ἕκαστα πονήατο· αὐτὰρ Ἰήσων
    αὐτίκα μερμήριζε κατὰ φρένα καὶ κατὰ θυμόν,
    ξυνὴν μὲν Μινύαισιν ἄδην ἀνενείκατο φωνήν,
    ἠέ γ' ἐπ' Αἰήταο μόλῃ δόμον οἶος ἀπ' ἄλλων,
    μειλιχίοις στέρξῃ τε παραιφάμενος ἐπέεσσιν·
    ἠὲ μεθ' ἡρώεσσι καὶ ἐς μόθον αὐτίκα λεύσσοι.
    Ἀλλ' οὐ γὰρ Μινύαισιν ἐπήνδανε πᾶσι νέεσθαι·
    δεῖμα δ' ἐνὶ φρεσὶ θῆκε θεὰ λευκώλενος Ἥρη,
    ἀμβολίην θ' ἵνα δὴ τελέσῃ, τάπερ αἶσα γενέσθαι.
    Ὦκα δ' ἄρ' οὖλον ὄνειρον ἀπ' οὐρανοῦ ἧκε φέρεσθαι
    εἰς δόμον Αἰήταο· συθεὶς δ' ὅγε δεῖμα πέλωρον
    Ἔσκηψεν βασιλῆα περὶ φρένας, ὅς νιν ἔδοξε
    παρθένου ἣν ἀτίταλλεν ἐνὶ μεγάροισιν ἑοῖσι
    Μηδείας κόλποισιν ἐν ἱμερτοῖσι συθῆναι
    ἀστέρα παμφανόωντα δι' ἠερίοιο πορείης.
    Ἣ δ' ἐπεὶ ἐν πέπλοισι λάβεν κεχαρηότι θυμῷ,
    ἧκε φέρουσ' εἰς χεύματ' ἐυρρείτου ποταμοῖο
    Φάσιδος· ἀστέρα δ' αἰὲν ἀναρπάξαντα ῥέεθρον
    οἴχεσθαι πόντοιο δι' Ἀξείνοιο φέροντα.
    Ταῦτα δ' ἐσαθρῆσας δολίου ἐξέσσυτο ὕπνου,
    ἀπροφανῆ, στυγερὸν δὲ περὶ φρένας εἵλκετο δεῖμα·
    ἆλτο δ' ἄρ' ἐξ εὐνῆς· δμωσὶ δὲ οἱ ὦκ' ἐπέτελλεν
    ἵππους ἐντύνειν, ὑπὸ δὲ ζεύξασθαι ἀπήνην,
    ὄφρα κε μειλίξαιτο κιὼν ἐπὶ ῥεῖθρον ἐραννόν
    Φᾶσι δινήεντα, σὺν ἐνδαπίῃς μίγα νύμφαις,
    ψυχάς θ' Ἡρώων, ὅσσαι τ' ἐπὶ ῥεῖθρον ἄμειβον.
    Θυγατέρας δ' ἔκλῃζε θυώδεος ἐκ θαλάμοιο,
    Χαλκιόπην σὺν παισὶν ἀποφθιμένου Φρίξοιο,
    ἠδ' ἁπαλὴν Μήδειαν ἀριπρεπὲς εἶδος ἔχουσαν
    παρθένον αἰδοίην, ὄφρ' ἂν συνέποιτο κίοντι.
    Ἄψυρτος δ' ἀπάνευθε δόμους ναίεσκε πόληος·
    ἅρμα δ' ἐπὶ χρύσειον ἔβη μίγα θυγατέρεσσιν
    Αἰήτης· τὸν δ' αἶψα δι' ἐκ πεδίου φέρον ἵπποι
    χεῖλος ὑπὲρ ποταμοῦ δονακώδεος, ἔνθα περ αἰεί
    εὐχωλὰς ῥείθροισι καὶ ἱερὰ κάλ' ἐκόμιζεν.
    Κείναισιν δ' ὄχθαισιν ὑπόδρομος ἤλυθεν Ἀργώ.
    Καί ῥα τότ' Αἰήτης εἰσέδρακεν, ἐν δ' ἄρα πολλούς,
    ἑξείης ἥρωας ὁμιλαδὸν ἑδριόωντας,
    ἀθανάτοις ἰκέλους· περὶ γάρ ῥά ἑ τεύχεα λάμπε.
    Τοῖσι δ' ἄρ' ἐν πάντεσσι μετέπρεπε δῖος Ἰήσων.
    Ἥρη γὰρ περὶ πάμπαν ἐτίετο, καί οἱ ἔδωκε
    κάλλος τε μέγεθός τε καὶ ἠνορέην ὑπέροπλον.
    Ἀλλ' ὅτε δὴ σχεδὸν ὄντες ἐπ' ἀλλήλοις βάλον ὄσσε,
    Αἰήτης Μινύαι τε, περὶ φρένα παχνώθησαν.
    Πρόσθε γὰρ Αἰήτης μὲν ἐφ' ἅρματος ἠέλιος ὣς
    λάμπετο μαρμαρυγαῖσι πέριξ χρυσέων ἀπὸ πέπλων·
    ἀμφὶ δέ οἱ στεφάνην κεφαλὴ ἔχε θυσσανόεσσαν
    ἀκτῖσιν φλογέαις· σκῆπτρον δ' ἐν χερσὶν ἐνώμα
    ἀστεροπαῖς ἴκελον· δοιὼ δ' ἑκάτερθεν ἕηστον
    θυγατέρες· ταῖς γάρ κεν ἀγαλλόμενος πεφόρητο.
    Σμερδνὸν ὑπ' ὀφθαλμοῖσιν ἐσέδρακε νηὶ πελασθείς,
    καί οἱ ἀπὸ στηθέων βριαρὴν ἀνενείκατο φωνήν
    δεινὸν ὁμοκλήσας· μέγα δ' ἀντιάχων ἐγεγώνει·
    Φράζετον οἵτινες ἐστὲ, τί δὲ χρέος ὗμας ἱκάνει,
    ἔκ ποθεν ἐλδομένοισι Κυτηΐδα γαῖαν ἀμεῖψαι,
    οὐδ' ἄρ' ἐμὴν ἀλέγοντες ἀνακτορίην πεφόβησθε,
    οὐδὲ λεὼν σκήπτροισιν ἐπήρανον ἡμετέροισι
    Κόλχων, οἵ κεν Ἄρηϊ δορυσσόῳ εἰσὶν ἀτειρεῖς,
    ἐς μόθον ἱεμένοις εὖ εἰδότες ἶφι μάχεσθαι.
    Ὣς ἔφαθ'· οἱ δ' ἄρα πάντες ἀκὴν ἐγένοντο σιωπῇ.
    Αἰσονίδῃ δ' ἄρα θάρσος ἐνὶ πραπίδεσσιν ὄπασσεν,
    Ἥρη πρέσβα θεά· μέγα δ' ἀντιάχων ἐγεγώνει·
    Οὔτέ νυ ληιστῆρες ἱκάνομεν, οὔτέ τιν' ἄλλην
    γαῖαν ἐπιστρωφῶντες, ἐγείρομεν ὕβριος αἴσῃ
    ἔργ' ἄδικ' ἀνθρώποισιν, ἃ δὴ πολέες μεμάασι
    τετλάμεν ἐν βιοτῇ κέρδους ἕνεκεν σφετέροιο.
    Ἀλλά μοι ἆθλον ἔταξε Ποσειδῶνος φίλος υἱός
    πατροκασίγνητος Πελίας, χρύσεον ποτὶ κῶας
    λαζομένους ἀφικέσθαι ἐϋκτιμένην ἐς Ἰωλκόν.
    Οὐδέ τι δὴ νώνυμνοι ἐμοὶ ἐρίηρες ἑταῖροι·
    οἳ μὲν γὰρ μακάρων, οἳ δ' ἡρώων γένος ἐσμέν.
    Οὐδέ τι μὴν πολέμου ἀδαήμονες οὐδὲ μόθοιο,
    ξεῖνοι δ' εὐχόμεθ' εἶναι ἐφέστιοι, ὣς γὰρ ἄμεινον.
    Ὣς φάτο· τοῦ δ' ἄρα θυμὸς ὀρίνετο ἶσος ἀέλλῃ
    Αἰήτεω, καὶ σμερδνὸν ἐσέδρακεν ὀφθαλμοῖσιν,
    φρικτὸν ἐφ' ἡρώεσσι δόλον καὶ μῆτιν ὑφαίνων·
    ὀψὲ δὲ δὴ Μινύαισι τοίην ἀνενείκατο φωνήν·
    Εἰ μὲν δὴ Κόλχοισιν ἀρηιφάτοισιν ἐσάντα
    μαρναμένοις ἐπιθεῖσθον, ἀποφθίσειν μένος ἀνδρῶν
    ἔλπεσθ' ὥς κεν ἀδήριτον γέρας ἔσσετ' ἐν ὑμῖν,
    κῶας ἀειρομένους ἰέναι πρὸς πατρίδα γαῖαν;
    εἰ δέ γε παῦροι ἐόντες ὑποκλίνοιτε φάλαγγι
    ἡμετέρῃ, τότε νῆα καταφθιμένοισι κεάξαι·
    εἰ δέ κέ μοι πείθοισθε, τὸ καὶ πολὺ κέρδιόν ἐστιν,
    κρίναντες τιν' ἄριστον, ἢ ὃς βασιλεύτερός ἐστιν,
    ὄφρά κε πειρηθεὶς ἀέθλων οὓς αὐτὸς ἐνίσπω,
    κῶας ἕλῃ χρύσειον, ὃ καὶ γέρας ἔσσεται ὑμῖν.
    Ὣς εἰπὼν ἵπποισιν ἐκέκλετο· τοὶ δ' ἄρ' ὀπίσσω
    βῆσαν ἀμειβόμενοι, Μινύαις δ' ἄχος ἔπλετο θυμῷ,
    καί ῥα τόθ' Ἡρακλῆος ἔχον πόθον, οὐ γὰρ ἔμιμνον
    ἔθνος ἀμαιμάκετον Κόλχων καὶ θούριον Ἄρην.
    Νῦν δέ σοι, ὦ Μουσαῖε, παραδρομάδην ἀγορεύσω
    οἷά περ αἰνόμοροι Μινύαι πάθον, ἠδ' ὅσ' ἔρεξαν·
    ὥς τ' ἄψορρος ὄρουσ' ἐκ δώματος Αἰήταο
    Ἄργος ἐϋμμελίης Φρίξου παῖς ὅν ῥα ἔτικτε
    Χαλκιόπη τῷ γὰρ παρελέξατο πατρὸς ἐνιπῇ
    ἡνίχ' ὑπὲρ νώτῳ κριοῦ Κόλχοισι πελάσθη
    ἀγγέλλων Μινύαισιν, ἃ δὴ τελέεσθαι ἔμελλε
    σφῇσιν ἀτασθαλίησι πολυφθόρου Αἰήταο·
    ἠδ' ὡς παρθενίοις αὐτοῦ φίλτροις ἐδαμάσθη
    αἰνόγαμος Μήδεια, θεᾶς Ἥρης διὰ βουλάς,
    ἐν γάρ οἱ ἵμερον ὦρσεν ἐρωτοτρόφος Κυθέρεια,
    ἧκε δ' ἄρ' ἰὸν ὑπὸ σπλάγχνοις δασπλῆτις Ἐριννύς·
    ὥς τε βόας ζεύγλαισι δαμάσσατο πυριπνέοντας
    τετράγυον θέμενος σπόρον αὔλακι, τόν ῥ' ἐκόμισσε
    Φρίξος ἐϋμμελίης, ὅτ' ἔβη δόμον Αἰήταο,
    ἕδνον ἐνυάλιόν τε δρακοντείων ἀπ' ὀδόντων·
    ἠδ' ὡς δυσμενέων σπαρτῶν στάχυν ἐξενάριξεν
    αὐτοφόνῳ παλάμῃ, πῶς δ' ἀγλαὸν ᾔρατο κῦδος
    Αἰσονίδης· ὥς δ' ἦλθε δι' ἐκ μεγάρων λελαθοῦσα
    λῖτι καλυψαμένη ἑανῷ, διὰ νύκτερον ὄρφνην,
    παρθένος αἰνολεχής· περὶ γάρ ῥά ἑ τεῖρον ἔρωτες
    νηὸς ἐπ' Ἄργῴας πελάσαι, καὶ πότνι' Ἀνάγκη
    οὔτιν' ὀπιζομένη, πατρὸς χόλον οὐκ ἀλέγουσα·
    ἠδ' ὡς ἀμφιπλακεῖσα περιπτύξασά τε μορφάς,
    στέρνα τε μαιμώωσα κύσεν χαρίεν τε πρόσωπον,
    δάκρυσι πλημμύρουσα γενειάδας· οὐδέ τιν' αἰδῶ
    ἔσχε πόθων ἥρωος, ἐλαυνομένη δ' ὑπὸ φίλτρων,
    παρθενίην ἔρριψε, γάμων τ' εὐήνορα θυμόν,
    ἄλλα τ' αὖ πολλὰ καὶ ἐσύστερον αὖθις ἀκούσῃ,
    Ἀλλ' ὅτε δὴ Μήδεια λίπεν δόμον Αἰήταο
    λαθριδίῃ καὶ νηὸς ἐφ' ἡμετέρης ἐπελάσθη,
    δὴ τότ' ἄρα κατὰ θυμὸν ἐμηδόμεθ', ὄφρα μολόντες
    ἀμφ' ἱερῆς φηγοῖο δέρας χρύσειον ἕλωμεν
    ῥᾷστα· περὶ φρεσὶ δ' ᾗσι δοκεύομεν, οὐδέ τις ἡμέων
    ἔγνω μόχθον ἄελπτον· ἐφέσπετο γὰρ μέγα ἔργον
    πᾶσιν ἐφ' ἡρώεσσι, κακῶν δ' ἀνεφαίνετο πυθμήν·
    Πρόσθε γὰρ Αἰήταο δόμων ποταμοῖό τ' ἐρυμνοῦ,
    ἐννέ' ἐπ' ὀργυιῶν ἕρκος περιμήκετον ἄντην
    φρουρεῖται πύργοισι καὶ εὐξέστοισι μύδροισιν,
    ἑπτὰ περὶ στεφάνοισι κυκλούμενον· ἐν δ' ἄρα τρισσαί
    χαλκήρεις πύλαι εἰσὶ πελώριοι· ἐν δ' ἄρα ταῖσι
    τεῖχος ἐπιθρώσκει, περὶ δ' αὖ χρύσειαι ἐπάλξεις.
    Αὐτὰρ ἐπὶ σταθμοῖο πυλῶν τηλῶπις ἄνασσα
    ἵστανεν αἰθύουσα πυρὸς σέλας, ἥν κέ νυ Κόλχοι
    Ἄρτεμιν ἐμπυλίην κελαδοδρόμον ἱλάσκονται,
    δεινήν τ' ἀνθρώποισιν ἰδεῖν δεινήν τ' ἐσακοῦσαι,
    εἰ μή τις τελεταῖς πελάσει καὶ θύσθλα καθαρμῶν,
    ὅσσα περ ἀρήτειρα καθάρματα μύστις ἔκευθε,
    δεινολεχὴς Μήδεια Κυτηιάσιν μίγα κούραις.
    Οὐδέ τις ἐνδοτέρω κείνην ὁδὸν εἰσεπέρησεν
    ἐνδάπιος, ξεῖνός τε βροτῶν ὑπὲρ οὐδὸν ἀμείψας·
    εἴργει γὰρ πάντη δεινὴ θεὸς ἡγεμόνεια,
    λύσσαν ἐπιπνείουσα ὑπὲρ γαληνοῖς σκυλάκεσσιν.
    Ἐν δέ σφιν πυμάτῳ μυχῷ ἕρκεος ἄλσος ἀμείβει,
    δένδρεσιν εὐθαλέεσσι κατάσκιον, ᾧ ἔνι πολλαί
    δάφναι τ' ἠδὲ κράνειαι ἰδ' εὐμήκεις πλατάνιστοι·
    ἐν δὲ πόαι ῥίζῃσι κατηρεφέες χθαμαλῇσιν,
    ἀσφόδελος, κλύμενός τε καὶ εὐειδὴς ἀδίαντος,
    καὶ θρύον ἠδὲ κύπειρον, ἀριστερεών τ', ἀμενηνά
    ὅρμιόν τε καὶ εἰρύσιμον, κύκλαμίς τε θεουδής,
    στοιχὰς, παιονίη τε πολύκνημόν τε κάτερνες·
    μανδραγόρης, πόλιόν τ', ἐπὶ δὲ ψαφαρὸν δίκταμνον
    εὔοδμός τε κρόκος, ἰδὲ κάρδαμον· ἐν δ' ἄρα κῆμος,
    σμίλαξ, ἠδὲ χαμαίμηλον, μήκων τε μέλαινα,
    ἄλκυα καὶ πάνακες, καὶ κάρπασον, ἠδ' ἀκόνιτον,
    ἀλλά τε δηλήεντα κατὰ χθόνα πολλὰ πεφύκει.
    Μέσσον δ' ἠερόμηκες ἐπὶ στύπος ἄλσεϊ πολλῷ
    ἥπλωται φηγοῖο πέριξ κλαδεῶσιν ἐρυμνόν,
    ἐν δ' ἄρα οἱ χρύσειον ἐπεκρέματ' ἔνθα καὶ ἔνθα
    ὅρπηκος ταναοῖο δέρας, τό κεν αἶψα δοκεύει
    δεινὸς ὄφις, θνητοῖς ὀλοὸν τέρας, οὐ φατὸν εἰπεῖν.
    Χρυσαῖς γὰρ φολίδεσσιν ἐθείρεται, ἐν δ' ἄρα πρέμνον
    ἀπλάτοις ὁλκοῖσι φορεύμενος ἀμφιπολεύει
    σῆμα χαμαζήλοιο Διὸς, ποτὶ κῶας ἀμείβων·
    φρουραῖς δ' ἀδμήτοις ἐπιμαίεται ἄμμορος ὕπνου
    γλαυκοῖς ἀμφ' ὄσσοισιν ἀναιδέα κανθὸν ἑλίσσων.
    Αὐτὰρ ἐπεὶ κλύομεν τόδ' ἐτήτυμον ὡς ἐτέτυκτο,
    ἀμφί γε Μουνυχίης Ἑκάτης φρουρῆς τε δράκοντος,
    πάνθ' ὅσα οἱ κατέλεξεν ἀριφραδέως Μήδεια,
    διζόμεθ' ἠμὲν ἄελπτον ὀϊζυροῖο πόνοιο
    ὥς κέ νιν Ἀγροτέρην μειλιξάμενοι πεπίθοιμεν,
    ἠδ' ὡς θῆρα πέλωρον ἱκοίμεθα, τόφρ' ἀνελόντες
    δέρμ' ἀπονοστήσαιμεν ἑὴν ἐς πατρίδα γαῖαν.
    Καὶ τότε δὴ μετὰ πᾶσιν ὁμόκλεεν ἡρώεσσι
    Μόψος ὁ γάρ τ' ἐδάη σφῇσιν τάδε μαντοσύνῃσιν
    ὄφρ' ἐμὲ γουνάσωνται, ἐπιστίβωσι δὲ ἔργον,
    Ἄρτεμιν ἵλασθαι, θέλξαι δ' ὑπερήνορα θῆρα.
    Ὣς οἳ μὲν λίσσοντο περισταδόν· αὐτὰρ ἔγωγε
    Αἰσονίδην ἐκέλευσα δύω δὴ φῶτε κραταιώ
    Κάστορά θ' ἱππόδαμον καὶ πὺξ ἀγαθὸν Πολυδεύκεα,
    Μόψον τ' Ἀμπυκίδην ἰέναι πρὸς τέρματα μόχθου·
    Αὐτὰρ ἐμοὶ Μήδεια συνέσπετο μούνη ἀπ' ἄλλων.
    Ἡνίκα δ' εἰς σηκοὺς ἱκόμην ζάθεόν τε θεράπνην,
    χώρῳ ἐπὶ πλακόεντι βόθρον τρίστοιχον ὄρυξα,
    φιτρούς τ' ἀρκεύθοιο καὶ ἀζαλέης ἀπὸ κέδρου,
    ῥάμνον τ' ὀξυτέροιο, πολυκλαύτων τ' αἰγείρων,
    ὦκα φέρων, ἔνησα πυρὴν ἔμπροσθε βόθροιο.
    Πολλὰ δέ μοι φέρε πάμπαν ἐπισταμένη Μήδεια,
    φωριαμῶν ἀνελοῦσα θυώδεος ἐξ ἀδύτοιο.
    Αὐτίκα δ' οὐλαοπλάσμαθ' ὑπὸ πέπλους ἐπονεύμην
    ἂν δὲ πυρὴν ἐπέβαλλον, ἰδ' ἔντομα θύματ' ἔρεζον,
    σκύμνους παμμέλανας σκυλάκων τρισσοὺς ἱερεύσας.
    Αἵματι δ' αὖ χάλκανθον ἰδὲ στρούθεον ἔμιξα,
    κνῆκόν τε σχιστὴν, ἐπί τε ψύλλιον ἀηδὲς,
    ἄγχουσάν τ' ἐρυθρὴν, ἰδὲ χάλκιμον· αὐτὰρ ἔπειτα
    νηδύας ἐμπλήσας σκυλάκων, φιτροῖσιν ἔθηκα·
    ὕδατι δ' αὖ μίξας χολάδας χεόμην περὶ βόθρον,
    ὄρφνινα θ' ἑσσάμενος φάρη καὶ ἀπεχθέα χαλκόν
    κρούων ἐλλισάμην· αἱ δ' ὁτραλέως ἐπάκουσαν,
    ῥήξασαι κενεῶνας ἀμειδήτοιο βερέθρου,
    Τισιφόνη τε καὶ Ἀληκτὼ καὶ δῖα Μέγαιρα,
    πεύκαις ἀζαλέαις φόνιον σέλας ἀΐσσουσαι.
    Καίετο δ' αὐτίκα βόθρος, ἐσμαράγει δ' ὀλοὸν πῦρ·
    λιγνὺς δ' αἰθαλόεσσα χύθη περιμήκετα καπνόν.
    Αὐτίκα δ' ἐξ Ἀΐδαο διὰ φλογὸς ἠγέρθησαν
    δειναὶ, θαμβήτειραι, ἀπηνέες, ἀπροσόρατοι.
    Ἣ μὲν γὰρ δέμας ἔσχε σιδήρεον, ἣν καλέουσι
    Πανδώρην χθόνιοι· σὺν δ' αἰολόμορφος ἵκανε
    τρισσοκέφαλος, ἰδεῖν ὀλοὸν τέρας οὔτι δαϊκτὸν,
    Ταρταρόπαις Ἑκάτη· λαιοῦ δ' ἄρ' ἐπεσσύθη ὤμου
    ἵππος χαιτήεις· κατὰ δεξιὰ δ' ἦεν ἀθρῆσαι
    λυσσῶπις σκυλάκη· μέσση δ' ἔφυ ἀγριόμορφος
    χερσὶν δ' ἀμφοτέραις ἔχεν ἄορα κωπήεντα.
    Ἐγκύκλιαι δινεῦντο περὶ βόθρον ἔνθα καὶ ἔνθα
    Πανδώρη Ἑκάτη τε· συνεσσεύοντο δὲ Ποιναί.
    Ἐκ δ' ἄφαρ Ἀρτέμιδος φρουρὸν δέμας ἧκε χαμάζε
    πεύκας ἐκ χειρῶν, ἐς δ' οὐρανὸν ἤραρεν ὄσσε.
    Σαῖνον δὲ σκύλακες πρόπολοι, λύοντο δ' ὀχῆες
    κλείθρων ἀργυρέων, ἀνὰ δ' ἔπτατο καλὰ θύρετρα
    τείχεος εὐρυμενοῦς, ὑπεφαίνετο δ' ἄλσος ἐρυμνόν.
    Αὐτὰρ ἐγὼν ὑπὲρ οὐδὸν ἔβην· τῆμος δέ τε κούρη
    Αἰήτεω Μήδεια καὶ Αἴσονος ἀγλαὸς υἱός,
    Τυνδαρίδαι τ' ἤπειγον ὁμοῦ, σὺν δ' ἕσπετο Μόψος.
    Ἀλλ' ὅτε δὴ σχεδόθεν κατεφαίνετο φηγὸς ἐραννή,
    κρηπίς τε ξενίοιο Διὸς καὶ βώμιος ἕδρη,
    ἔνθα δράκων ὁλκοῖσιν ὑπὸ πλατέεσσιν ἑλιχθείς
    δινεύων ἀνάειρε κάρη βλοσυρόν τε γένειον,
    ἂν δ' ὀλοὸν σύριγξ' ἐπὶ δ' ἔβραχεν ἄσπετος αἰθήρ·
    Δένδρεα δ' ἐσμαράγησε, κραδαινόμεν' ἔνθα καὶ ἔνθα
    πρυμνόθεν ἐκ ῥίζης· ἰάχησε δὲ σύσκιον ἄλσος.
    Αὐτὰρ ἔμ' ἠδ' ἑτάρους τρόμος ἔλλαβε· νόσφι δὲ μούνη
    Μήδει' ἐνὶ στέρνοισιν ἀκαμπέα θυμὸν ἐνώμα·
    δρέψατο γὰρ παλάμῃσι λυγρῶν ἀποθρίσματα ῥιζῶν.
    Καὶ τότ' ἐγὼ φόρμιγγος ἐφήρμοσα θέσκελον ὀμφήν,
    κλάγξα δ' ἄρ' ἐξ ὑπάτης χέλυος βαρυηχέα φωνήν
    σιγαλέως ἄφθεγκτον ἐμοῖς ὑπὸ χείλεσι πέμπων.
    Κλῇξα γὰρ ὕπνον ἄνακτα θεῶν πάντων τ' ἀνθρώπων,
    ὄφρα μολὼν θέλξειε μένος βριαροῖο δράκοντος.
    Ῥίμφα δέ μοι ὑπάκουσε, Κυτηΐδα δ' ἧκ' ἐπὶ γαῖαν.
    Κοιμίσσας δ' ὅγε φῦλα πανημερίων ἀνθρώπων,
    καὶ ζαμενεῖς ἀνέμων πνοιὰς, καὶ κύματα πόντου,
    πηγάς τ' ἀενάων ὑδάτων, ποταμῶν τε ῥέεθρα,
    θῆράς τ' οἰωνούς τε, τά τε ζώει τε καὶ ἕρπει,
    εὐνάζων ἤμειψεν ὑπὸ χρυσέαις πτερύγεσσιν.
    Ἷξε δ' ὑπὸ στυφελῶν Κόλχων εὐανθέα χῶρον·
    κῶμα δ' ἄφαρ κατέμαρψε πελωρίου ὄσσε δράκοντος,
    ἰσοπαλὲς θανάτῳ· δολιχὴν δ' ἀμφ' αὐχένι δειρήν
    θῆκε καρηβαρέων φολίσιν· θάμβησε δ' ἰδοῦσα
    αἰνόποτμος Μήδεια· καὶ Αἴσονος ἀγλαὸν υἷα
    ἧκ' ἐπιθαρσύνουσα θοῶς πρέμνοιο λαβέσθαι
    κῶας χρυσεόμαλλον· ὁ δ' οὐκ ἀπίθησεν ἀκούσας·
    αὐτὰρ ἀειράμενος δέρας ἄπλετον ἷκτ' ἐπὶ νῆα.
    Ἥρωες Μινύαι μέγ' ἐγήθεον, ἂν δ' ἄρα χεῖρας
    ἀθανάτοις ἤειραν, οἳ οὐρανὸν εὐρὺν ἔχουσιν.
    Ὣς οἳ μὲν περὶ κῶας ὀπώπεον· αἶψα δ' Αἰήτης
    ἀμφιπόλων ἤκουσεν ἀποιχομένην Μήδειαν.
    Ὦκα δ' ἄρ' Ἀψύρτῳ ἐπετέλλετο λαὸν ἀγεῖραι
    μαστεύειν δ' ἄρα παῖδα κασιγνήτην καὶ ὅπατρον·
    ἀλλά οἱ ὠκὺς ἔπειγε παρὰ προχοὰς ποταμοῖο
    εἰς λόχον ἡρώων, ἔκιχεν δ' ἄρα παρθένον αἰνήν.
    Νὺξ δὲ τότ' ἀστροχίτων μέσσην παράμειβε πορείαν,
    Ἐκ δ' ἐτελεῖτο δόλος στυγερὸς καὶ κῆρες ἀϊδναί
    Μηδείης ὑπ' ἔρωτος, ἐρικλυτοῦ Ἀψύρτοιο,
    ὅν ῥα κατακτείναντες, ἐπὶ προχοὰς μεθέηκαν
    ὀρνυμένου ποταμοῖο· φέρεν δ' ὅγε πνεύματι κραιπνῷ·
    θεινόμενος δὲ δίναις εἰς κῦμ' ἁλὸς ἀτρυγέτοιο,
    κέλσεν ὑπὲρ νήσων, Ἀψυρτίδας ἃς καλέουσιν,
    ἀλλά οἱ οὔτι λάθον Δι' ἐπόψιον οὐδὲ θέμιστας.
    Αὐτὰρ ἐπεὶ νηὸς μὲν ἔσω κίον, ἐκ δ' ἑκάτερθεν
    ὄχθης πείσματ' ἔκοψαν, ὑπ' εἰρεσίῃς δὲ θοῇσι
    πλεῖον ἐπειγόμενοι ποταμοῦ τάμον οὔτι κατευθύ
    πόντον ἐπ' ἰχθυόεντα διὰ στόμα Φάσιδος εὐρύ
    ἰέμεθ' ἀμπλακίῃ δ' ἐφορεύμεθα πολλὸν ὀπίσσω
    αἰὲν ἀναπλείοντες· ἐλείπετο δ' ἄστεα Κόλχων
    ἀφραδέσιν Μινύαις, σκοτερὴ δέ τε ἄμφεχεν ὄρφνη.
    Αὐτὰρ ἐπειγόμενοι θέομεν ῥόον ἀφραδίῃσι,
    μεσσάτιοι πεδίοιο· βροτοὶ δέ μιν ἀμφινέμονται
    Γυμνοὶ Βουονόμαι τε καὶ Ἄρκυες ἀγροιῶται,
    Κερκετικῶν τ' ἀνδρῶν φῦλον, Σινδῶν τ' ἀγερώχων·
    οἳ κείσαντο μεσηγὺ Χαρανδαίων τ' αὐλώνων,
    Καυκάσιον παρὰ πρῶνα, διὰ στεινῆς Ἐρυθείας.
    Ἀλλ' ὅτε ἀπ' ἀντολίης ἐφάνη τερψίμβροτος ἠώς,
    ποιανθεῖ νήσῳ προσεκέλσαμεν· ἔνθα δὲ δισσοί
    χεύμασιν ἀπλώτοισι περισχίζουσι ῥέεθρα
    Φᾶσις τ' εὐρυμενὴς ἀκαλαρρείτης τε Σαράγγης·
    τόν ῥα πλημμύρουσα διὰ χθονὸς εἰς ἅλα πέμπει
    Μαιῶτις καναχηδὸν, ἑλειονόμου διὰ ποίης.
    Καὶ τόθ' ὑπ' εἰρεσίῃ πλέομεν διὰ νύκτα καὶ ἦμαρ·
    δισσαῖς δ' ἐν τριμόροισι Βοὸς πόρον ἐξικόμεσθα
    λίμνης ὄντα μεσηγὺ, βοοκλόπος οὗποτε Τιτάν
    ταύρῳ ἐφεζόμενος βριαρῷ πόρον ἔσχισε λίμνης.
    Καί ῥα πανημερίῃσι πονεύμενοι εἰρεσίῃσι,
    Μαιώτας πρώτους ἀφικάνομεν ἁβροχίτωνας·
    ἠδὲ Γελωνὸν ἔθνος, Βαθυχαίτων τ' ἄπλετα φῦλα,
    Σαυρομάτας τε, Γέτας καὶ Γυμναίους Κέκρυφάς τε
    ἀρσωπάς τ' Ἀρίμασπας, ἔθνη πολυπήμονα λαῶν
    ὧν περιναιετάει ἐν γῇ Μαιώτιδα λίμνην.
    Αὐτὰρ ἐπεὶ μὲν τοῖσι δύην ἀμέγαρτον ἔθηκαν
    ἀθάνατοι, πύματον δὲ βυθοῦ διαμείψαμεν ὕδωρ,
    ὄχθῃσι χθαμαλῇσιν ἀποβλύει αἰπὺν ὄλεθρον,
    ῥοίζῳ ἐλαυνομένη· καναχεῖ δέ τοι ἄσπετος ὕλη
    ἀρκτῴοις περάτεσσιν ἐπέρχεται Ὠκεανόνδε·
    τῷ ῥα τόθ' ἁρπαχθεῖσα διὰ στόματος κίεν Ἀργώ.
    Ἐννέα μὲν νύκτας τε καὶ ἤματα μοχθίζοντες
    λείπομεν ἔνθα καὶ ἔνθα βροτῶν ἀγνινέα φῦλα,
    Πακτῶν Αρκτείων τε γένος, Λελίων τ' ἀγερώχων,
    τοξοφόρους τε Σκύθας, Ἄρεος πιστοὺς θεράποντας·
    Ταύρους τ' ἀνδροφάγους, οἳ ἀμειδέα θύσθλα φέρουσι
    Μουνυχίῃ, βροτέῳ δ' ἐπιδεύεται αἵματι κρητήρ·
    ἂν δ' ἄρ' Ὑπερβορέους, Νομάδας καὶ Κάσπιον ἔθνος.
    Αὐτὰρ ἐπεὶ δεκάτη ἐφάνη φαεσίμβροτος ἠώς,
    Ῥιπαίους αὐλῶνας ἐκέλσαμεν, ἐκ δ' ἄφαρ Ἄργώ
    ἆγεν ἐπιπροθέουσα διὰ στεινοῖο ῥεέθρου·
    ἔμπεσε δ' Ὠκεανῷ, Κρόνιον δέ ἑ κικλήσκουσι,
    πόντον Ὑπερβόρεοι μέροπες, νεκρήν τε θάλασσαν·
    Οὐκέτι δὲ προφυγεῖν ἐδοκεῦμεν λυγρὸν ὄλεθρον
    εἰ μὴ ἄρ' ὁρμαίνουσαν ὑπὸ κρατερῇφι βίηφι
    νῆα μολεῖν ἴθυν' ἐπὶ δεξιὸν αἰγιαλοῖο
    Ἀγκαῖος, ξεστοῖσι πιθήσας πηδαλίοισιν.
    Ἣ δ' ἔθορεν δισσαῖσι βιησαμένη παλάμῃσιν.
    Ἀλλ' ὅτε δὴ μογερῇσιν ἐδαμνάμεθ' εἰρεσίῃσι,
    χεῖρες δ' οὐκέτ' ἔμιμνον, ἀκηχέμενοι δὲ φίλον κῆρ
    πήχεας ἀμπλέξαντες, ἐνηρείσαντο μέτωπα,
    ἱδρῶ ἀποψύχοντε· κέαρ δ' ἐπετείρετο λιμῷ.
    Ἀγκαῖος δ' ἐξᾶλτο, καὶ ἄλλους πάντας ὄτρυνεν
    ἥρωας, μαλακοῖσι παραιφάμενος ἐπέεσσιν·
    Οἳ δ' ἐπεὶ οὖν τέναγός τε πολυστρέπτοισι κάλωσι
    βάντες ὑπὲρ τοίχων ἅλαδε σφυρὰ κοῦφα βάλοντο,
    ὦκα δ' ἄρ' ἀρτήσαντο πολυστρέπτοισι κάλωσι,
    πρύμνης ἐξ ὑπάτης, δολιχὴν μήρινθα βαλόντες
    Ἄργος τ' Ἀγκαῖός τε καὶ ἀρχὰς δῶκαν ἑλέσθαι·
    ἡρώων τοὶ δ' αἶψα δι' αἰγιαλοῖο θέοντες
    σῦρον ἐπειγόμενοι· σὺν δ' ἕσπετο ποντοπόρος νηῦς,
    τέμνουσ' ὑγρὰ κέλευθα παρὰ ξεστοῖς κροκάλοισιν.
    Οὐ γάρ οἱ λιγὺς οὖρος ὑπὸ πνοιῇσιν ὄρινε
    βυκτάων ἀνέμων κείνην ἅλα· κωφὰ δὲ πόντος
    κεῖθ' οὗπέρ θ' Ἑλίκης καὶ Τηθύος ἔσχατον ὕδωρ.
    Αὐτὰρ ἐπεὶ ἕκτη φαεσίμβροτος ἤλυθεν ἠώς,
    ἔθνος ἐς ἀφνειὸν καὶ πλούσιον ἐξικόμεσθα
    Μακροβίων, οἳ δὴ πολέας ζώουσ' ἐνιαυτούς,
    δώδεκα χιλιάδας μηνῶν ἑκατονταετήρων
    πληθούσης μήνης χαλεπῶν ἔκτοσθεν ἁπάντων·
    αὐτὰρ ἐπεὶ μηνὸς τὸ πεπρωμένον ἐξανύσωσιν,
    ὕπνῳ ὑπὸ γλυκερῷ θανάτου μάρπτουσι τελευτήν·
    Οὐ δ' ἄρα τοῖσι μέλει βίοτος καὶ ἔργ' ἀνθρώπων,
    ποίαις δ' ἐν μεσάταις μελιηδέα φορβὰ νέμονται
    ἕρσῃ ὑπ' ἀμβροσίῃ θεῖον ποτὸν ἐξαρύοντες,
    πάντες ὁμῶς στίλβοντες ὁμηλικίην ἐρατεινήν·
    Μειλιχίη δέ τοι αἰὲν ἐπ' ὀφρύσι νεῦσε γαλήνη
    παίδεσιν ἠδὲ τοκεῦσιν, ἐπὶ φρεσὶν ἠδὲ νόοιο,
    αἴσιμά τε ῥέζειν πεπνυμένα τ' ἐξαγορεύειν.
    Καὶ τοὺς μέν ῥ' ἀθρόους παραμείβομεν, αἰγιαλόνδε
    ποσσὶν ἐπιστείβοντες· ἔπειτα δὲ Κιμμερίοισι
    νῆα θοὴν ἐπάγοντες ἱκάνομεν, οἵ ῥά τε μοῦνοι
    αἴγλης ἄμμοροί εἰσι πυριβρόμου ἠελίοιο.
    Ἐν μὲν γὰρ Ῥίπαιον ὄρος καὶ Κάλπιος αὐχήν
    ἀντολίας εἴργουσιν ἐπικέκλιται δὲ πελώρη
    ἆσσον ἐπισκιάουσα μεσημβρινὸν ἠέρα Φλέγρη·
    δείελον αὖ κρύπτουσι φάος ταναηκέες Ἄλπεις
    κείνοισιν μερόπεσσιν, ἀχλὺς δ' ἐπικέκλιται αἰεί,
    Ἔνθα δ' ἀφορμηθέντες ἐπειγομένοισι πόδεσσιν
    ἵξομεν ἀγκῶνα στυφελὸν καὶ νήνεμον ἀκτήν,
    ἔνθα περ ἀμβλύζων ποταμὸς δίναισι βαθείαις
    θείει χρυσορόας Ἀχέρων κρυεροῦ διὰ χώρου,
    ἀργυροειδὲς ὕδος προρέων, λίμνη τε κελαινή
    ἀνδέχεται· παταγεῖ δὲ παρ' ὄχθαισιν ποταμοῖο
    δένδρεα τηλεθάοντα ποτὶ σχεδὸν οἷσιν καρπός
    βέβριθε νύκτας τε καὶ ἤματα συννεχὲς αἰεί.
    Ἀμφὶ δέ οἱ χθαμαλή τε καὶ εὔβοτος Ἑρμιονέια
    τείχεσιν ἠρήρεισται ἐϋκτιμέναις ἐπ' ἀγυιαῖς.
    Ἐν δὲ γένη ζώουσι δικαιοτάτων ἀνθρώπων
    οἷσιν ἀποφθιμένοισιν ἅλις ναῦς ἴα τέτυκται,
    καὶ δ' αὖ αἱ ψυχαὶ μετεκίαθον εἰς Ἀχέροντα
    πορθμίδος ἐκ γλαφυρῆς· σχεδόθεν δέ οἱ εἰσὶ πόληες
    ἄρρηκτοί τ' Ἀίδαο πύλαι καὶ δῆμος ὀνείρων.
    Ἀλλ' ὅτε δὴ καὶ τῶνδε πόλιν καὶ ἤθεα λαῶν
    σφῇ ἄτῃ βαρὺν οἶτον ἀναπλήσαντες ἔβημεν,
    δή ῥα τότ' Ἀγκαῖος νηὸς κίεν· αἶψα δὲ πάντας
    εἰσβαίνειν ἐκέλευσε κεκμηότας ἄμμιγ' ἑταίρους.
    Τοὺς ὅγε καὶ μύθοισι προσηύδα μειλιχίοισι·
    Τλῆτε φίλοι τὸν μόχθον· ἐπεὶ νύ τοι οὔτι χέρειον
    ἔλπομαι ἀνστήσεσθαι· ἐπιφρίσσοντα γὰρ ἤδη
    ἀκραῆ ζέφυρον καταδέρκομαι· οὐδ' ἀτέκμαρτον
    ὕδωρ Ὠκεανοῦ κελαρύζεται ἐν ψαμάθοισιν.
    Ἀλλὰ θοῶς ἱστὸν μὲν ἀναστήσασθε μεσόδμῃ
    λύσατε δὲ προτόνων ὀθόνας· ἐκ δ' ὅπλα χέοντες
    σφίγξατ' ἐπισταμένως, τοίχων ἑκάτερθε βαλόντες.
    Ὣς οἳ μὲν τὰ ἕκαστα πονήατο· ἐκ δ' ἄρα κοίλης
    νηὸς ἐπιβρομέουσα Τομαριὰς ἔκλαγε φηγός,
    ἥν ποθ' ὑπ' Ἀργῴαισι τομαῖς ἡρμόσσατο Παλλάς.
    Ὧδε δ' ἔφη θάμβος δὲ περὶ φρένας ἵκετο πάντασ·
    Ὤ μοι ἐγὼν, ὄφελόν με διαρραισθεῖσαν ὀλέσθαι
    Κυανέαις πέτραισιν ἐν ἀξείνῳ τε κλύδωνι·
    ἦ καὶ νῦν ἀνάπυστον ἀϊδρείῃ βασιλήων
    νώνυμνον φορέεσκον· ἐπεὶ νῦν αἰεὶ Ἐριννύς
    αἵματος ἐμφύλοιο δεδουπότος Ἀψύρτοιο
    ὑστερόπους ἕπεται· στέργει δὲ τοι ἄτη ἐπ' ἄτην.
    Νῦν γὰρ δὴ λυγρῆς τε καὶ ἀργεννῆς κακότητος
    ἕξομαι εἰ νήεσσιν Ἐριννύσιν ἆσσον ἵξομαι .
    Εἰ μὴ γάρ μ' ἱερῇσιν ἐπιγνάμψαντες ἄκρῃσι
    κόλπον ἔσω γαίης τε καὶ ἀτρυγέτοιο θαλάσσης
    ἵξεσθ', ἂμ πέλαγος Ἀτλαντικὸν ἐκτὸς ἵκωμαι.
    Ὣς εἰποῦσ' αὐδὴν κατερήτυεν· ἐν δ' ἄρα θυμός
    παχνώθη Μινύαισι διαμπερὲς, εἴτ' ἄρ' ἔμελλον
    σχήσειν λυγρὸν ὄλεθρον, Ἰάσονος εἵνεκα φίλτρων.
    Πολλὰ δὲ μερμήριζον ἐνὶ φρεσὶ πευκαλίμῃσιν,
    ἤ μιν ἀποφθίσωσιν καὶ ἰχθύσι κύρμα βάλωσιν
    αἰνολέχην Μήδειαν, ἀποστρέψωσι δ' Ἐριννύν,
    εἰ μὴ ἄρ' ὀξὺ νόησε περικλυτὸς Αἴσονος υἱός,
    καὶ τότε λισσόμενος θυμὸν κατερήτυ' ἑκάστου.
    Αὐτὰρ ἐπεί τ' Ἀργοῦς ἐτυμηγόρον ἔκλυον αὐδήν
    ἧντο παρὰ σκαλμοῖσι θοῶς, λάζοντο δ' ἐρετμά.
    Ἀγκαῖος δ' οἴακας ἐπισταμένως ἐτίταινε·
    Πὰρ δ' ἄρα νῆσον ἄμειβεν Ἰερνίδα, καί οἱ ὄπισθεν
    ἷκτο καταΐγδην δνοφερὴ τρομέουσα θύελλα,
    ἐν δ' ὀθόνας κόλπωσε· θέεν δ' ἄφαρ ὑγρὸν ἐπ' οἶδμα
    νηῦς· οὐ δή τις ἐσαῦθις ἀναπνεύσεσθαι ὀλέθρου
    ἤλπετο· δωδεκάτη γὰρ ἐπήϊεν ἠριγένεια.
    Οὐδέ τις ἔγνω ᾗσιν ἐνὶ φρεσὶν, οὗ ποτ' ἄρ' ἐσμέν,
    εἰ μὴ ἐσχατιαῖς ἀκαλαρρόου Ὠκεανοῖο
    Λυγκεὺς εἰσενόησεν ὁ γὰρ τηλωπὸν ὄπωπε
    νῆσον πευκήεσσαν, ἰδ' εὐρέα δώματ' ἀνάσσης
    Δήμητρος· περὶ δ' αὖτε μέγα νέφος ἐστεφάνωται.
    Ὧν πέρι μῦθον ἅπαντ' ἔκλυες, Μουσαῖε δαΐφρον,
    ὥς ποτε Φερσεφόνην τέρεν' ἄνθεα χερσὶ δρέπουσαν
    ἐξάπαφον συνόμαιμοι ἀν' εὐρύ τε καὶ μέγα ἄλσος.
    αὐτὰρ ἔπειθ' ὥς μιν Πλωτεὺς, κυανότριχας ἵππους
    ζευξάμενος, κούρην ἐπεβήσατο δαίμονος αἴσῃ,
    ἁρπάξας δ' ἔφερεν διὰ κύματος ἀτρυγέτοιο.
    Δὴ τότ' ἐγὼν ἀπόειπον ἐπιπλώοντα νέεσθαι
    νήσου ἐπὶ ῥηγμῖνα καὶ αἰγλήεντα τέρεμνα,
    ἐνθ' οὔτις σὺν νηῒ πάρα μερόπων ἀνθρώπων.
    Οὐ γάρ οἵ ἐστὶ λιμὴν νηῶν ὀχὸς ἀμφιελισσῶν,
    ἀλλά γε ἠλίβατος πέτρη περὶ πάντα πέφυκεν
    ὑψηλή· τά τε καλὰ φύει μενοεικέα δῶρα.
    Καὶ τότ' ἄρ' οὐκ ἀπίθησε νεὼς κυανοπρώροιο
    ἰθύντωρ Ἀγκαῖος, ἀνέτρεχε δ' αἶψ' ἀνορούων,
    σκαιὸν ὑπεγκλίνας οἰήϊον· ἐν δ' ἄρ' ἔπειθε
    μή τι κατευθὺ περᾶν, ἐπὶ δέξια δ' εἶργε θέουσαν.
    Ἤματι δὲ τριτάτῳ Κίρκης δόμον ἐξικόμεσθα
    Λιγκαῖον ποτὶ χέρσον ἁλιστεφέας τε θεράπνας·
    καὶ τότ' ἄρ' αἰγιαλοῖσιν ἐκέλσαμεν ἀχνύμενοι κῆρ,
    πείσματα δ' ἐν πέτρῃσιν ἐδήσαμεν· ἐκ δ' ἄρ' Ἰήσων
    νηὸς ἀποπροέηκε μολεῖν ἐρίηρας ἑταίρους,
    διζομένος εἴ τίς σφε βροτῶν ἐπ' ἀπείρονα γαῖαν
    ναιετάει, γνῷεν δὲ πόλιν καὶ ἤθεα λαῶν.
    Τοῖς δ' ἄφαρ ὠμάρτησε καταντίον ἐρχομένοισι
    κούρη ὁμογνήτη μεγαλόφρονος Αἰήταο,
    Ἠελίου θυγάτηρ· Κίρκην δέ ἑ κικλήσκουσι
    μήτηρ Ἀστερόπη καὶ τηλεφανὴς Ὑπερίων.
    Ἥ ῥα θοῶς ἐπὶ νῆα κατήλυθεν· ἐκ δ' ἄρα πάντες
    θάμβεον εἰσορόωντες· ἀπὸ κρατὸς γὰρ ἔθειραι
    πυρσαῖς ἀκτίνεσσιν ἀλίγκιοι ἠώρηντο·
    στίλβε δὲ καλὰ πρόσωπα, φλογὸς δ' ἀπέλαμπεν ἀϋτμή.
    Αὐτὰρ ἐπεὶ Μήδειαν ἐσέδρακεν ὀφθαλμοῖσι,
    λῖτι καλυπτομένην, ἑανῷ δ' ἀμφέσχε παρειάς
    αἰδομένη· χλωρὸν γὰρ ὑπὸ στέρνοις ἀκάχητο.
    Ἣν τότ' ἐποικτείρουσα προσηύδανε καὶ φάτο Κίρκη·
    Ὦ δειλὴ, τί νύ τοι τοίην Κύπρις ὤπασε μοῖραν;
    Οὐ γάρ τοι λελάθεσθε, ἅπερ ῥέξαντες ἱκνεῖσθε
    νῆσον ἐφ' ἡμετέρην πανετώσιον οὕνεκα πατρός
    γηραιοῦ κάσιός τε, τὸν ἐκπάγλως· ὀλέσαντες,
    οὐδὲ γὰρ ὔμμε πάτρῃσιν οἴομαι ἆσσον ἱκέσθαι,
    εἰ ἐν ἀναγνίστοισιν ἀλιτροσύναις ἀκέοντες,
    μέσφ' ὅταν ἐκνίψησθε μύσος θείοισι καθαρμοῖς
    Ὀρφέως ἰδμοσύνῃσι παρὰ κροκάλοισι Μαλείης.
    Οὐδὲ γὰρ ἡμετέροιο δόμου θέμις ἐστιν ἱκέσθαι
    προστροπίους· τοίῳ γε λύθρῳ πεπαλαγμένοι ἐστέ·
    Ἀλλά μιν αὐτίκ' ἐγὼ πρόφρων ξυνήϊα πέμψω
    σῖτον καὶ μέθυ λαρὸν ἔχειν, σὺν δὲ κρέα πολλά.
    Ὣς εἰποῦσ', ἄψορρος ἀπέπτατο· νηῒ δὲ μέσσῃ
    δαιτός τ' ἠδὲ ποτοῖο τετυγμένα τεύχε' ἔκειτο.
    Ἂν δ' ἄρ' ἐπειγομένοισι θέεν λιγὺς οὖρος ἀήτης·
    καὶ τότε λυσάμενοι κείνης ἀπὸ πείσματα νήσου,
    κῦμα διαπρήσσοντες ἀνὰ στόμα Ταρτησσοῖο
    ἱκόμεθα, στήλαισι δ' ἐκέλσαμεν Ἡρακλεῆος.
    Ἄκραις δ' ἀμφ' ἱεραῖσι Διωνύσοιο ἄνακτος
    μίμνομεν ἑσπέριοι· δαιτὸς γὰρ ἐδεύετο θυμός.
    Τῆμος δ' ἀντολίαισιν ἐγείρετο φωσφόρος αἴγλη,
    ὄρθριοι εἰρεσίῃς γλαυκὴν ἐχαράξαμεν ἅλμην,
    Σαρδῶον δ' ἱκόμεσθα βυθὸν, κόλπους τε Λατίνων,
    νήσους τ' Αὐσονίας, Τυρρηνὰς δ' ἱκόμεθ' ἀκτάς·
    Αὐτὰρ ἐπεὶ Λιλύβαιον ἐπέσχομεν ἠχέτα πορθμὸν,
    Τριγλώχινά τε νῆσον ἐπέσχομεν, Ἐγκελάδοιο
    Αἰτναίη φλόξ σφιν ἄρ' ἐρήτυεν μεμαῶτας,
    δὴ τόθ' ὑπὲρ πρώρης ὀλοὸν περιέζεεν ὕδωρ
    νειόθεν, ἐκ μυχάτου δὲ βυθοῦ ῥοίβδησε Χάρυβδις
    κύματι καχλάζοντι, καὶ ἱστίον ἄκρον ἵκανε.
    Νῆα δ' ἄρ' αὐτόθι οἱ κατέχεν ῥόος, οὐδέ μιν εἴα
    προπροθέειν, οὐδ' αὐτίκ' ἀναρρώσεσθαι ὀπίσσω,
    κοίλῳ ἔπὶ λυγρῷ δὲ περιστροφάδην ἀλάλητο.
    Ἦ τάχα καὶ δύσεσθ' Ἀργὼ κατὰ βένθε' ἔμελλεν
    εἰ μὴ πρεσβίστη θυγάτηρ ἁλίοιο γέροντος
    εὐρυβίην Πηλῆα πόσιν λελίητο ἰδέσθαι,
    μειλιχίη δ' ἐκδῦτο βυθοῦ καὶ ῥύσσατ' ὀλέθρου
    Ἀργῴαν ἄκατον, καὶ ὑπ' ἰλύος ἐξεσάωσε.
    Δὴ τότε οἱ πλώοντες ἐπέσχομεν οὐ μάλα τηλοῦ
    προβλῆτα σκόπελον· πέτρη δ' ἐφύπερθεν ἀπορρώξ
    λισσοῖς χηραμόνεσσιν ἐπιθρώσκουσα βιᾶται
    πόντον ἔσω, χαροπὸν δ' ἄρ' ὑποβρέμει ἔνδοθι κῦμα.
    Ἔνθα δ' ἐφεζόμεναι λιγυρὴν ὄπα γηρύουσι
    κοῦραι, ἀνοστήτους δὲ βροτῶν θέλγουσιν ἀκουᾷ.
    Δὴ τότε Μινύαισιν ἐφήνδανε πύστις ἀοιδῆς
    Σειρήνων· οὐδέ σφι παραπλώσεσθαι ἔμελλον
    φθογγὴν οὐλομένην, χειρῶν δέ οἱ ἧκαν ἐρετμά·
    Ἀγκαῖος δ' ἴθυνεν ἐπὶ προβλῆτα κολωνόν
    εἰ μὴ ἐγὼ φόρμιγγα τιτηνάμενος παλάμῃσι
    μητρὸς ἐμῆς ἐκέρασσ' εὐτερπέα κόσμον ἀοιδῆς.
    Ἤειδον δὲ λιγὺ κλάζων διὰ θέσκελον ὕμνον,
    ὥς ποτέ οἱ δήρισσαν ἀελλοπόδων ὑπὲρ ἵππων·
    Ζεὺς ὑψιβρεμέτης καὶ πόντιος Ἐννοσίγαιος·
    Αὐτὰρ Κυανοχαῖτα χολωσάμενος Διὶ πατρί
    τύψεν Λυκτονίην γαίην χρυσῆνι τριαίνῃ
    καί ῥ' ἀΐγδην ἐσκέδασεν κατ' ἀπείρονα πόντον,
    νήσους εἰναλίας ἔμεναι· τάς ῥ' ἐξονόμηναν
    Σαρδώ τ' Εὔβοιάν τ' ἐπὶ δὲ Κύπρον ἠνεμόεσσαν
    Δὴ τότε φορμίζοντος, ἀπὸ σκοπέλου νιφόεντος
    Σειρῆνες θάμβησαν, ἑὴν δ' ἄμπαυσαν ἀοιδήν·
    Καί ῥ' ἡ μὲν λωτοὺς, ἡ δ' αὖ χέλυν ἔκβαλε χειρῶν.
    Δεινὰ δ' ἀνεστονάχησαν, ἐπεὶ πότμος ἤϊε λυγρός
    μοιριδίου θανάτοιο· σφέας δ' ἀπὸ ῥωγάδος ἄκρης
    ἐς βυθὸν δίσκευσαν ἁλιρροθίοιο θαλάσσης,
    πέτραις δ' ἠλλάξαντο δέμας μορφήν θ' ὑπέροπλον.
    Αὐταρ ἐπεὶ καὶ τόνδε πότμον παράμειψε θέουσα
    Ἀργὼ, κῦμα δὲ πόντου καὶ κόλπον ἵκανε,
    λαιψηροῖς πλήθουσα κατὰ προτόνων ἀνέμοισι,
    Κέρκυραν βαθέην ἐξίκετο, τήν σφιν ἔναιον
    ἴδριες εἰρεσίης καὶ ἁλιπλάγκτοιο πορείης
    Φαίηκες· τοῖσιν δ' ἄρ' ἐφημοσύναισι θέμιστας
    Ἀλκίνοος κραίνεσκε δικαιότατος βασιλήων.
    Πείσματα δ' ἁψάμενοι πορσύνομεν ἱερὰ θέσθαι
    Ζηνὶ πανομφαίῳ καὶ ἐπακτίῳ Ἀπόλλωνι.
    Ἐν δ' ἄρ' ὑπ' εἰρεσίῃσιν ἐπειγόμενοι φορέοντο
    νηυσὶν ἀπειρεσίαις βριαρὸς λόχος Αἰήταο
    Κόλχων Ἐράνων τε, Χαρανδαίων Σολύμων τε
    διζόμενος Μινύας, τόφρ' ἂν Μήδειαν ἄγοιντο
    ὄψιν ἐς Αἰήταο πατρὸς, τίσειε δ' ἀμοιβάς
    σφῇσιν ἀτασθαλίῃσιν ἀδελφειοῦ κταμένοιο.
    Ἀλλ' ὅτε δὴ κοίλου λιμένας μυχῷ ἆσσον ἵκοντο,
    αἶψα δ' ἄρ' Ἀλκινόοιο δόμον κήρυκες ἔβαινον,
    Μηδείης λύτο γοῦνα, δέος δ' ὤχριε παρειάς,
    μή οἱ ἑλὼν ἀέκουσαν ἑὸν πέμψειε δόμονδε
    Φαιήκων βασιλεὺς, ἀνάπυστά τε ἔργα γένηται.
    Ἀλλ' οὔ οἱ τάδε μοῖρα τελεσσίνοος κατένευσε,
    πρὶν δή τοι Πελίαο δόμοις ἔπι λυγρὸν ὄλεθρον
    αὐτῷ τε κρείοντι φέροι κακὸν οἶτον Ἰήσων.
    Ἀλλ' ὅτε δὴ βασιλῆος ἀπηνέος ἔκλυεν αὐδήν
    Ἀρήτη ῥοδόπηχυς, ἰδ' Ἀλκίνοος θεοειδής,
    Ἀλκίνοος μέν ῥ' ὦκ' ἐπετέλλετο κηρύκεσσι,
    κούρην ἀμφήριστον ἄγειν ἀπὸ νηὸς ἐρυμνῆς,
    πατρί θ' ἑῷ τίσεσθαι δίκην ἀλιτημοσυνάων,
    Ἀρήτη δ' ᾤκτειρεν ἀγακλειτὴ βασίλεια,
    μείλιχα παρφαμένη δὲ τὸν ὃν πόσιν, ὠδ' ἀγόρευεν·
    Οὐ μὲν δὴ φίλον ἐστὶν ἀπό ῥ' ὤσασθαι ὅμιλον
    Λέκτρα τε στορέσαι, λῦσαί τ' ἐκ πυρσὸν ἔρωτος.
    Θυμαίνει μάλα γάρ σφι Διωναίη Ἀφροδίτη
    ἀνδράσιν ἠδὲ γυναιξὶν, ὅτις τάδε μήσεται ἔργα.
    Ἀλλ' εἰ μὲν κούρη πέλεται καὶ ἄχραντος ἱκάνει,
    οἰχέσθω πατρός τε δόμον καὶ ἐς ἤθεα Κόλχων·
    εἰ δέ κε νυμφιδίοις ὀάροις λέκτρῳ τε κλιθεῖσα
    παρθενίην ᾔσχυνεν, ἑὸς πόσις ἄμμιν ἀγέσθω.
    Ὣς ἔφατ'· Ἀλκινόῳ δὲ περὶ φρένας ἤλυθε μῦθος·
    Καί ῥ' οὕτω τάδε πάντα τελευτήσεσθαι ἔμελλεν.
    Ἀλλ' οὔ οἱ βουλὴ Μινύας λάθεν· αἶψα γὰρ Ἥρη
    δμωὶ δέμας εἰκυῖα, θοῶς φάτο καὶ κατένευσε,
    νηὸς ἔπι προθοροῦσα, τά οἱ μήτιον ἄνακτες.
    Δὴ τότε Μηδείη θαλάμων πορσύνετο λέκτρον
    πρύμνῃ ἐπ' ἀκροτάτῃ, περὶ δ' ἐστορέσαντο χαμεύνας,
    ἀμφ' αὐτῇ χρύσειον ἐφαπλώσαντες ἄωτον.
    Αὐτὰρ ἐπεὶ δοράτεσσιν ἐπαρτήσαντο βοείας,
    τεύχεά τε, κρύπτον τε γάμων αἰδέσσιμον ἔργον,
    καὶ τότε παρθενίης νοσφίζετο κούριον ἄνθος
    αἰνόγαμος Μήδεια δυσαινήτοις ὑμεναίοις.
    Αὐτὰρ ἐπεὶ βασιλῆος ἀμύμονος ὄψιν ἵκοντο
    Κόλχοι καὶ Μινύαι, καὶ ἐμυθήσαντο ἕκαστοι,
    ἐκ δ' ἔλαχ' Αἰσονίδης ἄλοχον Μήδειαν ἄγεσθαι
    Ἀλκινόου, τοὶ δ' ὦκα λύοντ' ἐκ πείσματα νηός
    δὴ τόθ' ὑπ' εἰρεσίῃσι θέεν πολυηγόρος Ἀργώ,
    Ἀμπρακίου κόλποιο διαπρήσσουσα κέλευθα·
    Ἔνθα τί τοι, Μουσαῖε θεηγενὲς, ἐξαγορεύσω
    ὅσσα πάθον Μινύαισιν ὁμοῦ ποτὶ Σύρτιν ἀήταις
    ἢ πῶς ἐξεσάωθεν ἁλιπλάγκτοιο πορείης·
    ὅσσα τ' ἄρ' ἐν Κρήτῃ πάθον ἄλγεα τετληῶτες,
    χάλκειον τριγίγαντα δοκεύμενοι ὄφρ' ἱκόμεσθα,
    ὅς ῥά οἱ οὐκ εἴα λιμένων ἔντοσθεν ἱκέσθαι.
    Ἠδ' ὡς στεινόμενοι βαρυηχέϊ κύματι πόντου
    ῥίμφα τε κυανέῃσι βαρυνόμενοι νεφέλῃσιν,
    ἠλπόμεθα σκοπέλοισι Μελαινείοισιν ἱκέσθαι
    νῆα θοήν· Παιὰν δ' ἄρ' ἑκηβόλος ἀγχόθεν αἰέν,
    Δήλου ἀπὸ κραναῆς ἧκεν βέλος, ἐκ δ' ἀνέφηνε
    Μεσσατίων Σποράδων· Κρανάην δέ ἑ πάντες ὀπίσσω
    νῆσον ἐπικλήσκουσι περικτίονες ἄνθρωποι.
    Ἀλλ' οὔ οἱ θέμις ἔσκε διαμπερὲς ἐξ ἁλὸς ἔρξαι
    Αἰσονίδην· περὶ γάρ ῥα λύτρον φέρεν· ἆλτο δ' ὀπίσσω
    Μοῖρ' ὀλοή· κότεεν γὰρ ἐπιφραδέως Ὑπερίων.
    Ἀλλ' ὅθ' ὑπ' εἰρεσίῃς Μαλεώτιδας ἱκόμεθ' ἄκρας,
    Κίρκης ἐννεσίῃσιν ἀπορρίψεσθαι ἔμελλον
    ἀρὰς Αἰήτεω καὶ ἠλιτόποινον Ἐριννύν·
    δὴ τότ' ἐγὼ Μινύαισιν ἐφ' ἱερὰ λύτρα καθαρμῶν
    ῥέξα, καὶ ἐλλισάμην Γαιήοχον Ἐννοσίγαιον
    νόστον ἐπειγομένοις δόμεναι γλυκερούς τε τοκῆας.
    Καί ῥ' οἳ μὲν πλώοντες ἐϋκτιμένην ἐπ' Ἰωλκόν
    θῦνον· ἐγὼ δ' ἱκόμην ἐπὶ Ταίναρον ἠνεμόεντα,
    ὄφρα κεν ἔντομα ῥέξω ἀγακλειτοῖς βασιλεῦσιν
    οἵ τ' ἄρα νερτερίων βερέθρων κληῖδας ἔχουσιν.
    Ἔνθεν δ' ὁρμηθεὶς ἐσύθην χιονώδεα Θρῄκην
    Λειβήθρων ἐς χῶρον, ἐμὴν ἐς πατρίδα γαῖαν·
    ἄντρον δ' εἰσεπέρησα περικλυτὸν, ἔνθα με μήτηρ
    γείνατ' ἐνὶ λέκτροις μεγαλήτορος Οἰάγροιο.

  • Ορφέως Λιθικά Κηρύγματα

    Λίθος κρύσταλλος ὁ πᾶσι γνώριμος. Οὗτος
    ὠνόμασται μὲν ἀπὸ τῆς κρυσταλλοειδοῦς καὶ διαυγοῦς
    ὄψεως. Ἔχει δὲ καὶ φυσικὰς ἐνεργείας τοιαύτας·
    εἴ τις αὐτὸν ἐπάνω θείη κατὰ ξηρῶν δᾴδων ἢ καὶ ἄλλης
    τινὸς ὕλης εὐπρήστου καὶ ταχέως ἀντιλαμβανομένης
    πυρός, ὁ δὲ ἥλιος ἐξ ἐναντίας αὐτὸν ταῖς ἀκτῖσι περι-
    αστράψει, πρῶτον μὲν ὀλίγην τινὰ καὶ οὗτος ἀκτῖνα
    πρὸς τὴν παρακειμένην ὕλην ἐκπέμπει· ἔπειτα καὶ καπνὸν
    ἐγείρει, μετὰ δὲ τοῦτο καὶ φλόγα πολλήν. Καὶ τοῦτο
    τὸ ἱερὸν πῦρ ὠνόμαζον καὶ οἱ παλαιοὶ τῶν Ἑλλήνων.
    Τὸ δὲ θαυμαστότερον ὅτι καὶ αὐτὸν τὸν τῆς φλογὸς
    αἴτιον λίθον ἁρπάζων τις ἐκ τῆς ἀναφθείσης ὕλης καὶ
    ταῖς χερσὶ κρατῶν ψυχρὸν εὑρίσκει καθὼς τὸ πρότερον.
    Φασὶ δὲ ὅτι καὶ τοῖς νεφροῖς περιδεθεὶς τὸν νοσοῦντα
    τούτους ἰᾶται.
    Λίθος γαλακτίτης, ὃν καί τινες τῶν παλαιῶν
    οἱ μὲν ἀνακτίτην, οἱ δὲ λήθαιον ἀπεκάλεσαν, ἀλλὰ γαλα-
    κτίτην μὲν ὅτι τριβόμενος ἰχὼρ ἀπορρέει καθάπερ γάλακτος,
    ἀνακτίτην δὲ καὶ λήθαιον, ὅτι φορῶν τις αὐτὸν καὶ προσιὼν
    τοῖς οἰκείοις δεσπόταις καὶ ὁμιλῶν εὐμενεῖς αὐτοὺς
    εὑρίσκει καὶ λήθην λαμβάνοντας τῶν αὐτοῦ πολλάκις
    κακῶν· ὅτι καὶ οἱ Ἕλληνες προσιόντες τοῖς ἱεροῖς τῶν
    θεῶν αὐτὸν ἐφόρουν ὡς δι' αὐτοῦ τὸ θεῖον ἐξιλεούμενοι.
    Ἔχει δὲ καὶ ἑτέραν τινὰ ἐνεργείαν· αἰγῶν ἢ προβάτων
    πολλάκις ἀποσβεννυμένων καὶ λειπομένων τοῦ γάλακτος,
    εἴ τις αὐτὸν τρίψας τε καὶ λεάνας καὶ μετὰ ἅλμης μίξας
    ἐπιρρανεῖ τὸ ποιμνίον ἐπιμελῶς, εὔροιαν αὐτοῖς προ-
    ξενήσει τοῦ γάλακτος ὥστε τὰς μητέρας σκιρτώσας μεθ'
    ἡδονῆς παρέχειν τοῖς ἑαυτῶν γεννήμασι τοὺς μαστούς.
    Λέγουσι δὲ καὶ γυναιξὶ τὸ αὐτὸ δύνασθαι ποιεῖν
    πρὸς γαλακτοτροφίαν τριβόμενος καὶ πινόμενος. Ἀλλὰ
    καὶ περιαυχένιος τοῖς νηπίοις καταδεσμούμενος ἀπείργει,
    φασί, πάντα φθόνον, καὶ ἄνοσον καὶ ἀνεπιβούλευτον
    διαφυλάσσει τὸ νήπιον, καὶ ὅτι τὸν τοῦτον φοροῦντα
    βασιλεῖς αἰδοῦνται καὶ δῆμοι καὶ δικασταὶ καὶ ἄρχοντες
    καὶ ἁπλῶς ἡδὺς τοῖς πᾶσι δοκεῖ, κἂν ἀλλότριοι καὶ
    ἐθνικοὶ τύχωσιν. Ἔστι δὲ τὴν χροιὰν ἔντεφρος, ἁρμόζει
    δὲ καὶ πρὸς ὀφθαλμῶν ἕλκη καὶ ῥεύματα τριβόμενος
    καὶ μετὰ ὕδατος ἀλειφόμενος.
     Λίθος εὐπέταλος ὁ καὶ δενδραχάτης· ὠνόμασται
    δὲ οὕτως ὅτι καθάπερ πέταλα δένδρων ἐν αὐτῷ δια-
    φαίνονται μετὰ κλάδων συνεχεστέρων. Ζώνας διαφα-
    νεῖς ἔχει ἐν ἑαυτῷ. Ἔχει δὲ καὶ ἔξωθεν μέρος τι μέλιτος
    χρῶμα καὶ ἕτερον κηροῦ εἶδος, ἔσωθεν δὲ ὑπόλευκα
    διαφανέστατα δενδρύφια. Ἁρμόζει δὲ τοῖς οἰκονο-
    μοῦσι πράγματα· πιθανὸν γὰρ καὶ εὔπορον τὸν ἐγχει-
    ροῦντα ποιεῖ. Συμβάλλεται δὲ καὶ τοῖς ἐν ἀγρῷ σπεί-
    ρουσι· περιτιθέασι αὐτὸν εἰς τὴν χεῖρα ἢ εἰς τὸν τράχηλον·
    τοῦτον ἔχων σπορεὺς πολυπλασίονα γεωργήσει. Καὶ
    ἁπλῶς εἰπεῖν μεγάλας ὠφελείας ἔχει ὁ λίθος. Ἔτι
    μὴν καὶ εὐπορίαν δίδωσι τῷ φοροῦντι. Χάρασσε δὲ
    εἰς τὸν λίθον Ἑρμῆν τέλειον τῇ εὐωνύμῳ χειρὶ βαλάντιον
    φέροντα τῇ δὲ δεξιᾷ βιβλίον, πρὸς δὲ τοῖς ποσὶ κυνοκέ-
    φαλον τὰς χεῖρας ἐκτείνοντα ὥσπερ εὐχόμενον.
    Λίθος ἐλαφοκερατίτης· ὠνόμασται δὲ καὶ οὗτος
    ἀπὸ τῆς θέας· ἐλάφου γὰρ ἔοικε κέρατι καὶ οὐκ ἂν
    εὐκόλως τις διαγνοίη ὁρῶν πότερον ἢ κέρας ἐστὶν ἢ
    λίθος πρὸ τοῦ καὶ τῇ χειρὶ κρατῆσαι τοῦτον καὶ ἐκ τῆς
    ἀντιτυπίας τε καὶ σκληρότητος κατὰ ἀλήθειαν ἐπιγνῶναι.
    Θαυμαστὴν δὲ τούτου φασὶ τὴν ἐνεργείαν. Εἰ γάρ
    τις αὐτόν, φασί, κατατρίψας καὶ μίξας ἐλαίῳ φαλάκρας
    ἐπιχρίσειε, συνεχέστερον ἀναβλαστήσουσι τρίχες νέαι
    καὶ κομητὴς ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ φαλακροῦ φανήσεται.
    Ἀλλ' ὅτι καὶ τοῖς νεονύμφοις ἔρωτα πρὸς ἀλλήλους
    ἐμποιεῖ καὶ ὁμοφροσύνην φορούμενος καὶ διαφυλάττει
    τοὺς πόθους αὐτοῖς μέχρι γήρως.
     Λίθος ὁ καλούμενος ζαμπίλαπις, ὅστις φύεται
    μὲν παρὰ τὰς ὄχθας τοῦ ποταμοῦ Εὐφράτου, ὥστε καὶ
    ὑπὸ τῶν ῥευμάτων αύτοῦ γυμνούμενος φανεροῦται.
    Περιδεσμούμενος δὲ ταῖς ἀμπέλοις πολυσταφύλους
    αὐτὰς καὶ εὐφόρους παρασκευάζει.
     Λίθος ἴασπις, ὁ καὶ πᾶσι πρόδηλος. Χρήσιμος
    δὲ καὶ οὗτος, ὥς φασι, ταῖς ἀρούραις πρὸς εὐφορίαν.
    Ἀλλὰ καὶ ὑετόν, ὡς λέγουσιν Ἕλληνες, ἐξ ἀνομβρίας
    κατάγειν ἐπὶ ταύτας. Δύναται καὶ ἀποτρέπειν ἐπιληψίαν,
    καθὼς καὶ οἱ πολλοὶ μαρτυροῦσιν.
     Λίθος λύχνις ὁ καὶ λυχνίτης λεγόμενος. Τοῦτον
    δὲ πολυωφελέστατον εἶναι λέγουσι. Καὶ γὰρ ἀπο-
    κωλύειν χαλάζας καὶ πᾶσαν φθορὰν ὅσαι γίνονται κατ'
    ἀγρούς. Ἀλλὰ καὶ, ὥσπερ ὁ κρύσταλλος, καὶ αὐτὸν
    ἄνευ πυρὸς φλόγα πέμπειν. Ἔχειν δὲ καὶ ἐναντίας
    δυνάμεις. Παφλάζοντος μὲν γὰρ τοῦ λέβητος ἐπιρ-
    ριπτούμενον ἐν αὐτῷ ὑποχλιαίνειν αὐτόν. Τοὐναντίον
    δὲ ψυχροῦ τυγχάνοντος ταχύτερον τοῦτον παρασκευάζειν
    ζέειν τε καὶ ἀναπαφλάζειν.
     Λίθος τοπάζιος, ὃς καὶ τόπαζος καλεῖται. Οὗτος
    τίμιός ἐστι καὶ πολύτιμός διὰ τὸ σπανίως εὑρίσκεσθαι.
    Γεννᾶται δὲ ἐν τῇ Ἰνδικῇ. Ὅμοιος δέ ἐστι τῷ κρυ-
    στάλλῳ, ἔξαυγος καθὰ καὶ ὁ κρύσταλλος. Ὁ μέντοι
    τοπάζιός ἐστι χλωρός, οὐ λίαν ἐοικὼς σεύτλου χροιᾷ,
    στιβαρός, πυκνός, διαυγής. Οὗτός ἐστιν ὁ ἄρσην, ὁ
    δὲ θηλυκὸς ἐλαφρότερος τάς τε ἀκτῖνας πρὸς τὰς αὐγὰς
    τοῦ ἡλίου ἡδυτέρας βάλλει παρὰ τὸν ἄρσενα. Ἐπὶ
    πάντων δὲ καθόλου εἷς ὁ σκοπὸς πρόκειται τῶν τε ἀρσε-
    νικῶν καὶ τῶν θηλυκῶν λίθων. Δέον οὖν τοῖς μὲν ἄρσεσι
    τὸν ἀρσενικὸν διδόναι φόρον, ταῖς δὲ θηλείαις τοὺς
    0579, 012, 8, 11 θηλυκούς. Λαβὼν οὖν τὸν προκείμενον λίθον ἐπιχάραζε
    αὐτῷ Ποσειδῶνα ἐν ἅρματι ἱππικῷ ἑστῶτα καὶ τῇ μὲν
    εὐωνύμῳ τὰς ἡνίας κρατοῦντα τοῦ ἅρματος, τῇ δεξιᾷ
    δὲ ἀσταχύας, ἔστω δὲ ἐπ' αὐτῷ καὶ ἡ Ἀμφιτρίτη. Οὗτος
    τελεσθεὶς καὶ φορούμενος πολλὴν ἀγάπην περιποιεῖται
    τοῖς ἔχουσι καὶ πολλῶν ἀγαθῶν δοτὴρ γίνεται. Ἔτι
    δὲ καὶ κατὰ θάλατταν ἀκίνδυνον τὸν φοροῦντα διατηρεῖ,
    καὶ κέρδη μεγάλα διὰ τὰς ἐμπορίας περιποιεῖται. Ἀλλὰ
    καὶ ἐν ὀφθαλμοῖς νοσοῦσιν, ὥστε πᾶσαν ὀφθαλμίαν
    ἰᾶσθαι. Οὐδὲν δὲ ἕτερον ἀξιόλογον ἱστορεῖται περὶ
    αὐτοῦ. Φυλακτήριον δέ ἐστι κράτιστον. Καὶ πρὸς
    ὑδρομαντείας ἄκρως ποιεῖται. Ἐὰν δέ τις σταφυλῆς
    θαλασσίας οἶνον πίῃ καὶ εἰς μανίαν περιτραπῇ τρίψας
    τὸν λίθον ἐπὶ ἀκόνης μεθ' ὕδατος δίδου τῷ μαινομένῳ·
    περίαψον δὲ αὐτῷ τὸν τράχηλον τὸν λίθον καὶ ἰαθήσεται.
    Ἐπίχαριν δὲ τὸν φοροῦντα τοῖς ὁμιλοῦσι ποιεῖ, καὶ
    ῥητορικώτερον ἐν τοῖς λόγοις.
    Λίθος ὀψιανός. Οὗτος τὴν κλῆσιν ἔλαχεν ἀπὸ
    τοῦ ἐξ αὐτοῦ προβλέπειν καὶ προμαντεύεσθαι τοὺς
    παλαιοὺς τὰ μέλλοντα. Τρίβοντες γὰρ αὐτὸν καὶ
    ἅμα τῇ εὐωδεστάτῃ σμύρνῃ μιγνύντες καὶ κατὰ πυρὸς
    ἐπιρραίνοντες πρὸς τὰς κινήσεις αὐτοῦ καὶ τὰ ἅλματα
    καθάπερ ἐκ τοῦ ἅλματος καὶ οἱ ἡπατοσκόποι τῶν μελ-
    λόντων κατεστοχάζοντο. Λέγουσι δὲ αὐτὸν καὶ νεύρων
    χαλεπὰ πάθη ἰᾶσθαι ἐπιπασσόμενον καὶ ἐπαλείφειν
    λεπίδας.
     Λίθος χρυσόθριξ, ὁ καὶ τοῦ ἡλίου καλούμενος.
    Διπλοῦς οὗτος τὸ εἶδος, ὁ μὲν ἐοικὼς κρυστάλλῳ,
    πλὴν ὅσον καθάπερ ἀκτῖνές τινες ἢ τρίχες αὐτῷ ἐμπεφύ-
    κασιν, ὁ δὲ τῷ χρυσολίθῳ κατὰ πᾶν ὅμοιος, πλὴν ὅσον
    καὶ αὐτῷ καθάπερ ἀκτῖνες αἱ τρίχες περιαυγάζονται.
    Διὸ καὶ οἱ μὲν ἀπὸ τῶν τριχῶν αὐτοὺς χρυσότριχας
    ὠνόμασαν, οἱ δὲ ἀπὸ τῶν ἡλιακῶν ἀκτίνων ἡλίου λίθους.
    Φορούμενοι δὲ οὗτοι, φασίν, εὐπρεπεστέρους καὶ
    σεμνοτέρους τοὺς ἀνθρώπους ποιοῦσι καὶ παρὰ πᾶσιν
    αἰδοῦς ἀξίους.
     Λίθος μάγνης, ἡ καὶ μαγνῆτις λεγομένη, ἥστινος
    τὴν φύσιν καὶ τὴν ἐνέργειαν καθ' ἑκάστην ὁρᾶν ἔστιν
    ἕλκουσαν διὰ τοῦ ἀέρος τὸν σίδηρον πρὸς ἑαυτὴν ὥσπερ
    ἐρῶσαν αὐτοῦ καὶ τοῦτον πρὸς ἑαυτὴν ἁρπάζουσαν.
    Ταύτην φασὶ διακριτικὴν ἔχειν δύναμιν τῆς τε καθα-
    ρευούσης γυναικὸς ἀπ' ἀλλοτρίου ἀνδρὸς καὶ τῆς μοι-
    χευομένης. Εἰ γάρ τις αὐτὴν λαθραίως ὑπὸ τὰ στρώματα
    θείη, ἡ μὲν καθαρά τε καὶ φίλανδρος εἰς ὕπνον κατε-
    νεχθεῖσα φυσικῇ τινι δυνάμει τῆς λίθου τάς τε χεῖρας
    ἁπλοῖ πρὸς τὸν ἄνδρα καὶ περιφύεται. Ἡ δὲ πόθοις
    ῥυπαροῖς καὶ ἀλλοτρίοις κατεχομένη ἀφυπνώσασα τῆς
    κλίνης ἀπαράσσεται καὶ καταπίπτει. Ἀλλὰ καὶ δύο
    ταύτην ἀδελφῶν φορούντων πάσης ἔριδος αὐτοὺς ἀπαλ-
    λάττει καὶ φιλονεικίας, καὶ ὁμόνοιαν ἐμποιεῖ. Καὶ
    πρὸς τὸ θέλξαι δὲ καὶ πεῖσαι λαὸν ἐπιτηδειοτάτη βαστα-
    ζομένη ἢ καὶ φορουμένη κατὰ τοῦ στήθους. Καὶ ἄλλας
    πλείστας ἔχει δυνάμεις. Ἔστι δὲ καὶ πρὸς ἀγωγὴν
    γυναικῶν χρήσιμος καὶ πρὸς συστάσεις λαμπρῶν ἀνδρῶν,
    πρὸς δὲ τὰς ἐμπορίας πάσας κερδέμπορος. Ἐὰν γυνὴ
    αὐτὴν φορῇ, ἐρασθήσεται αὐτῆς ὃν ἂν βουληθῇ. Ἐπι-
    χάρασσε δὲ τῷ λίθῳ Ἀφροδίτην ἕλκουσαν ἄνδρα ἀπὸ
    τοῦ κρασπέδου τῇ εὐωνύμῳ χειρί, τῇ δὲ δεξιᾷ δεικνύουσαν
    μῆλον. Οὗτος ὁ λίθος ὁμόνοιαν πολλὴν ποιεῖται
    ἀνδράσι καὶ γυναιξὶ καὶ ἀδελφοῖς καὶ φίλοις, ἔτι δὲ καὶ
    πρὸς πάντας ἐπιχαρίτους, εὐπειθεῖς παρασκευάζει τοὺς
    φοροῦντας αὐτὸν καὶ εὐομίλους ποιεῖ. Ῥήτορσι δὲ
    ἄκρως ἐνεργεῖ καὶ τοῖς δημηγοροῦσι καὶ τοῖς διὰ λόγων
    ἀγωνισταῖς. Πειθὼ γὰρ ποιεῖ καὶ εὐπρέπειαν, καὶ
    λόγων εὑρετικός ἐστι. Νίκην δὲ καὶ δύναμιν πᾶσι
    δίδωσιν, ἀλλὰ καὶ τὰ ὑπὸ τῶν μάγων γινόμενα εὐθετεῖ
    καλῶς.
     Λίθος ἡ ὀφιῆτις. Αὕτη τριβομένη, φασίν, καὶ
    ἐπιπασσομένη πᾶσιν ἕλκεσί τε καὶ τραύμασιν ὑγείας
    περιποιητική.
     Λίθος ὀφίτης ἕτερος. Οὗτος ἀπὸ τοῦ ἀντι-
    φάρμακον εἶναι τῶν ὄφεων ὑπὸ τῶν παλαιῶν ὠνόμασται.
    Καὶ ὀφθαλμοῖς δὲ ἀμβλυωποῦσιν ὀξυωπίαν παρέχει
    καὶ κεφαλαλγίαν παύει καὶ βαρυηκοίαν καθαίρει οὕτως
    ὥστε καὶ λεπτῆς ὁμιλίας τὸν φοροῦντα τοῦτον λοιπὸν
    ἀκούειν δύνασθαι. Φασὶ δὲ καὶ τὸν ἀκίνητον πρὸς
    ἀφροδίσια καὶ ἠλίθιον ὑπὸ τούτου πρὸς κίνησιν καὶ
    ἐπιθυμίαν ἔρχεσθαι. Καὶ θυμιώμενον δὲ ἑρπετὰ πάντα
    διώκειν, οὐ τὰ πλησίον μόνον, ἀλλὰ καὶ τὰ πόρρωθεν
    ἐκ φωλεῶν αὐτῶν.
     Λίθος ὀστρίτης καλούμενος τριβόμενος καὶ σὺν
    οἴνῳ πινόμενος ὀδυνήφατος, ἤγουν παντὸς ἀλγήματος
    καταπαύων ὀδύνας.
    Ἀδελφὴ τούτοις καὶ ἡ ἐχῖτις, ἀπὸ τῆς ἐχίδνης
    ὀνομαζομένη, ἥτις καὶ τοῦ παλαιοῦ, φασί, Φιλοκτήτου
    τὸ σκέλος ἰάσατο κατὰ τοῦ ἐν αὐτῷ τραύματος τοῦ
    πολυετοῦς καὶ ἀνιάτου συνεχέστερον ἐπιπασσομένη.
     Λίθος ὁ σιδηρίτης, ὃν καί τινες ἔμψυχον ὀρείτην
    καλοῦσιν· ὠνόμασται δὲ καὶ οὗτος ἀπὸ τῆς φύσεως,
    ἀλλὰ καὶ τῆς κατὰ τὸν τόπον εὑρέσεως, εὑρίσκεται μὲν
    γὰρ ἐν τοῖς ὄρεσιν. Ἔστι δὲ τὴν μὲν θέσιν στρογγύλος
    ἢ καὶ ὡς ὑποστρόγγυλος, τὴν δὲ φύσιν τραχύς, στιβαρός,
    μελανόχροος καὶ πυκνός. Καὶ πάντοθεν δὲ αὐτὸν
    περιέχουσιν ἶνες ὅμοιαι ῥυτῖσιν ἢ καὶ γραμμαῖς. Τοῦτον
    πρὸς ἀποτροπὴν πάντων τῶν ἑρπετῶν φασι χρησιμώτατον
    εἶναι καὶ οἵ γε τὴν Λιβυὴν τὴν ἄνυδρον καὶ ἰοβόλων
    γέμουσαν διερχόμενοι τοῦτον φοροῦντες καὶ ὥσπερ
    καθοπλιζόμενοι διὰ μέσων τῶν ἰοβόλων πορεύεσθαι
    κατετόλμων. Φασὶ δὲ καὶ μαντικὸν εἶναι, καί τινα
    νηστεύοντα καὶ καθαίροντα ἑαυτόν, καὶ τοῦτον δὲ αὐτὸν
    τὸν λίθον καθαροῖς ὕδασι ἀπονίπτοντα ἀλλὰ καὶ λευκοῖς
    λίνοις περιελίττοντα, εἶτα καὶ λύχνους ἀνάπτοντα ἐξαίφνης
    ἀκούειν ὥσπερ νεογενοῦς τινος βρέφους φωνὴν καὶ πυνθα-
    νομένου τινος ἀποκρίνεσθαι, ἔπειτα πρὸς τὸ τέλος καθάπερ
    ἔμψυχον ἀποπνέειν. Ἀλλὰ ταῦτα μὲν Ἑλλήνων παῖδες
    οἱ τοῖς κτίσμασι λατρεύειν ἐθέλοντες καὶ δαιμονίων
    φωνῶν ἀκούειν σπουδάζοντες. Ἡμεῖς δὲ τοῦ μὴ καὶ
    ταῦτά τινας ἀγνοεῖν ἕνεκα παραθέντες ἐνταῦθα καὶ ταῦτα
    πρὸς τὰ λοιπὰ βαδιούμεθα. Ὅσα γάρ φασι τὰς ῥίζας
    τῶν βοτανῶν δύνασθαι, τοσαῦτα καὶ τὰς τῶν λίθων φύσεις.
    Τοσαύτην γὰρ δέ φασι δύναμιν τοῦτον τὸν σιδηρίτην
    ἔχειν, ὥστε κἂν πάντα τὰ ἑρπετὰ παμπληθεὶ κατά τινος
    ἐφορμῶσι, διὰ μέσου τούτων ἀβλαβῆ τὸν φοροῦντα τὸν
    λίθον τοῦτον πορεύεσθαι, οὐκ ἀβλαβῆ δὲ μόνον, ἀλλὰ
    καὶ φυγαδευτήν· εὐθὺς γὰρ αὐτὰ πάντα πρὸς φυγὴν
    ὁρμᾶσθαι μὴ φέροντα τὴν φυσικὴν αὐτοῦ πνοήν τε καὶ
    δύναμιν. Πολλάκις δέ τις καὶ ἐν κυνηγησίοις σχολάζων
    καὶ ἐν ἐρήμοις ἢ ὄρεσι καθεύδειν ἀναγκαζόμενος μέσον
    τῶν θανασίμων ὄφεων καὶ σκορπίων οὐδὲν ἐξ αὐτῶν
    πείσεται τοῦτον ἐπιφερόμενος. Καὶ ὀφιοδήκτοις δὲ
    πᾶσιν ἐπιπασσόμενος, ἀλλὰ καὶ τραύμασι παντοίοις,
    εἴτε ἀπὸ ξιφῶν, εἴτε καὶ ἀπο ἑτέρων τινῶν αἰτιῶν, ἀλε-
    ξιφάρμακον γίνεται. Καὶ στείραις δὲ γυναιξὶ περι-
    δεσμούμενος εὐτοκίαν παρέχει.
    Λίθος γαγάτης. Τὸ αὐτὸ καὶ τοῦτόν φασι
    δύνασθαι, καπνιζόμενον φεύγειν αὐτοῦ τὴν πνοὴν τὰ
    ἰοβόλα πάντα. Ἔστι δὲ τὴν μὲν χροιὰν αἰθαλώδης ὡς
    τέφρα, τὴν δὲ θέαν οὐ μέγας, ἀλλα πλατύς. Ἀνάπτεται
    δὲ ταχέως ὥσπερ ἡ πεύκη καὶ βαρεῖαν ἀποπέμπει πνοὴν
    ὡσπερεὶ ἀσφάλτου. Καὶ διακριτικὸν δέ φασιν αὐτὸν
    τῆς ἱερᾶς νόσου· τούτους γὰρ ὀσφραινομένους αὐτοῦ
    καὶ μὴ φέροντας κατὰ γῆς εὐθὺς πίπτειν, καὶ γυναῖκας
    δὲ νόσους κρυφίους ἰᾶσθαι θυμιωμένου δεχομένας αὐτοῦ
    τὴν πνοὴν καὶ τοὺς πονηροὺς ἰχῶρας τοὺς ἔσωθεν τῶν
    σπλάγχνων αὐτῶν ἐκχέουσας. Ἑρπετὰ δὲ ὁμοίως
    τοῖς πρὸ αὐτοῦ διώκειν καὶ ἄλλα τινὰ θαυμαστὰ τοῦτον
    ἐργάζεσθαι. Γεννᾶται δὲ ἐν Λυκίᾳ κατὰ τὴν πρὸς
    θάλασσαν εἰσβολὴν ποταμοῦ τοῦ λεγομένου Γάγαν.
     Λίθος ὁμώνυμος τῷ ἑρπετῷ σκόρπιος, ὅστις κατὰ
    σκορπίων ἔχει, φασί, τὴν δύναμιν.
     Λίθος ὁ λεγόμενος κορσίτης. Ὠνόμασται δὲ
    οὕτως ἀπὸ τοῦ κόρσῃ τούτεστιν ἀνθρωπείᾳ κεφαλῇ
    ἐοικέναι. Τοῦτον δέ φασι τριβόμενον μετὰ σκορόδου
    καὶ πινόμενον ἀλεξιφάρμακον τῶν ὑπὸ σκορπίου δηγμάτων
    γίνεσθαι. Καὶ μετὰ ῥοδίνου δὲ ἐλαίου χριόμενον τὰς
    περιαυχενίους ὀδύνας παύειν, καὶ μετὰ μέλιτος κιρνάμενον
    καὶ πινόμενον καθαρτήριον γαστρὸς γίνεσθαι, καὶ ὑδέρους
    δὲ κενοῦν καὶ βουβῶνας ἰᾶσθαι.
     Λίθος κοράλιος. Καὶ τοῦτόν φασι πρὸς ἀσπίδας
    μάλιστα καὶ πρὸς ἀσπίδων δήγματα χρησιμώτατον καὶ
    ἀποτρόπαιον εἶναι. Θαυμάσιον δὲ οἷον ἱστοροῦσι
    περὶ αὐτοῦ. Ἐκ γὰρ ἑτέρου εἴδους πρὸς ἕτερον μετα-
    φέρεσθαι. Χλωρὴν μὲν γὰρ πρῶτον βοτάνην φύεσθαι
    καὶ οὐδὲ ἐν τῇ χέρσῳ, ἀλλ' ἐν τῇ θαλάσσῃ καθὰ καὶ τὰ
    βρύα. Πρὸς δὲ τὸ γῆρας ἥκουσαν καὶ μαραινομένην
    τὰ μὲν φύλλα περιμαραίνεσθαί τε καὶ καταβαλεῖν.
    Αὐτὴν δὲ ἐν τοῖς βάθεσι νήχεσθαι ἐλαφρήν, μέχρις
    ἂν πρὸς τὴν χέρσον ἀπὸ τῶν κυμάτων ἀποπτυσθῇ.
    Ἐπὰν δὲ καὶ τοῦ καθ' ἡμᾶς ἀέρος ἀναπλησθῇ, ξηραί-
    νεσθαι καὶ στερεοῦσθαι μᾶλλον. Ἐγχρονίζουσαν δὲ
    πλέον ἀποπετροῦσθαι καὶ ταῖς χερσὶ τριβομένην τελείως
    λίθον εὑρίσκεσθαι. Τὸ δὲ σχῆμα φυλάττειν τὸ ἐξ
    ἀρχῆς, οἷον ὅτε ἦν βοτάνη, τῶν τε κλάδων καὶ τοῦ φλοιοῦ
    καὶ εἶναι καθαπερεὶ θάμνον ἢ καὶ δενδρύδιον λίθινον
    ἀκριβῶς, ὥστε καὶ τέρψιν ἔχειν τοῖς θεωμένοις οὐκ ἄχαριν.
    Λέγουσι δὲ αὐτῷ καὶ ἑτέρας τινὰς ἐνεῖναι θείας
    δυνάμεις. Ἔκ τε γὰρ πολεμίων καὶ μάχης ἀβλαβῆ
    τὸν φοροῦντα διαφυλάττεσθαι καὶ μακρὰν δέ τινι κατ'
    ἔρημον στελλομένῳ πορείαν, καὶ φυλακτήριον εἶναι καὶ
    παντὸς κακοῦ ἀποτρόπαιον, καὶ κινδύνους δὲ διαδιδράσκει
    λῃστῶν. Ἐὰν δὲ ἐν τοῖς πολέμοις καὶ ταῖς μάχαις
    ἐπὶ χεῖρας τοῦτον κρατῇς, ἔσται φυλακτήριον ἀνίκητον καὶ
    ἐπιτευκτικὸν καὶ καταπληκτικὸν καὶ ἄφοβον. Ἐκλήθη
    δὲ οὗτος καὶ ὑπό τινων γοργόνιος, διὸ εἰς αὐτὸν εἰσχα-
    ράσσουσι Γοργόνα καὶ κατακλείουσιν ἐν χρυσῷ ἢ ἀργύρῳ.
    Καὶ τελεσθείς ἐστι μέγιστον φυλακτήριον πρὸς
    πάντα φόβον καὶ ἐπήρειαν πονηρῶν ἀνθρώπων καὶ μάλιστα
    ἐν ταῖς ὁδοιπορίαις πρὸς ἐφόδους πονηρῶν καὶ πρὸς
    ἑρπετὰ παντοῖα· ἔστι γαρ ὁ λίθος Ἑρμοῦ. Ποιεῖ
    δὲ καὶ ἐπὶ τῶν ὀνείρων καὶ φαντάσματα ἀπωθεῖται τῇ
    ἰδίᾳ ἀντιπαθείᾳ. Μέγιστον δὲ φυλακτήριον καὶ πρὸς
    ὀργὴν δεσπότου γλυφέντος ἐν αὐτῷ ζωδίου Ἑκάτης ἢ
    Γοργόνος προτομῆς. Ὁ φορῶν δὲ αὐτὸν οὐδέποτε
    ὑπὸ φαρμάκων ἁλώσεται οὔτε ὑπὸ κεραυνοῦ ἢ ἀστέρος
    πληγήσεται ἢ πονηροῦ δαίμονος. Ἄλυπον δὲ ποιεῖ
    τὸν φοροῦντα αὐτόν, ἀλλὰ καὶ μιασμάτων πάντων καὶ
    καταδέσμων καθαρτήριον ὑπάρχει. Ἐν οἴκῳ δὲ ὁ
    λίθος δαιμόνων καὶ φαντασμάτων καὶ κεραυνῶν ποιεῖται
    δίωξιν. Πινόμενον δὲ μετ' οἴνου ἀκράτου μάλιστα
    προφυλακτικὸν παντοίων φαρμάκων γίνεσθαι. Καὶ
    σπλῆνα μὲν τήκει σὺν ὕδατι πινόμενος καὶ πρὸς ἀναγωγὰς
    αἵματος ἐνεργεῖ. Ἀναπληροῖ δὲ καὶ σαρκῶν κοιλώματα.
    Ἀλλὰ καὶ τοῖς πλέουσι σωτήριον εἶναι, ἐὰν δὲ ἐν
    πλοίῳ αὐτὸν σχίσας τὸ καλούμενον καλχήσιον ἐμβάλῃς
    σὺν δέρματι φώκης, φυλακτήριον ἔσται ἄριστον καὶ
    παντὸς κινδύνου καὶ ναυαγίου ῥύεσθαι. Ἀντιπάσχει
    γὰρ ἀνέμοις, κλύδωσι καὶ ἀκαταστασίαις παντοίαις.
    Ἀλλὰ καὶ τριφθεὶς λεπτῶς καὶ μιχθεὶς μετὰ σπέρματος
    καὶ σπαρεὶς ἐν τῇ γῇ ἀπωθεῖται ἀπὸ τῆς ἀρούρας πᾶσαν
    βλάβην καὶ πάντα φθοροποιὸν χειμῶνα. Λέγουσι δὲ
    αὐχμοῦ καὶ χαλάζας καὶ πάντων τῶν τοιούτων ἀποτρεπτι-
    κὴν ἔχειν ἀλλὰ καὶ τῶν καταβιβρωσκόντων πάντων καὶ
    λυμαινομένων τοῖς ληίνοις ἀναλωτικὸν καὶ φθαρτικὸν
    γίνεσθαι, σκωλάκων τε καὶ ἰπῶν καὶ τῶν ἄλλων ἀερίων,
    ἐρυσίβης καὶ ἀκρίδος καὶ βρούχου ἀλλὰ καὶ αὐτῶν τῶν
    πρηστήρων, κεραυνῶν καὶ ἐν ἀμπέλοις δὲ καὶ ἐλαιῶσι
    τὸ αὐτὸ ποιεῖ σπαρείς.
     Λίθος ἀχάτης. Οὗτος παντοῖος μὲν τὴν μορφήν,
    πολυχρώματος γάρ ἐστι καί πη μὲν ἰάσπιδι προσεοικώς,
    πη δὲ τῷ σαρδίῳ, πη δὲ τῷ σμαράγδῳ, καὶ τοῦ μὲν ἰάσπιδος
    τὸ ὑελῶδες ἔχει, τοῦ δὲ σαρδίου τὸ αἱματῶδες, τοῦ δὲ
    σμαράγδου τὸ αἰγλῆέν τε καὶ λαμπρόν. Ἄλλοτε δὲ
    καὶ τὸ φοινικοῦν καὶ ἐρυθρὸν ἐν αὐτῷ καὶ οἷον μιλτῶδες,
    ἀλλὰ καὶ χαλκῷ τὸ χρῶμα πολλάκις ἔοικεν, ἔστι δὲ
    ὅτε καὶ μήλῳ. Πάντων δὲ προκρίνουσι μάλιστα τὸν
    εἶδος ἔχοντα λίαν ἐρυθρὸν καὶ αἱματῶδες, ὃν καὶ δάφοινον
    καλοῦσι, ἀφ' οὗ καὶ λεοντοδέρην τινὲς αὐτὸν καλοῦσι
    τῶν παλαιῶν. Τοῦτον δὲ αὐτὸν καὶ κατάστικτον εἶναί
    φασιν ὥσπερ τὸν λέοντα φολίσι πυρσαῖς, ἢ καὶ ποικίλαις
    ἀναμεμιγμένας ἐχούσαις καὶ λευκὰς καὶ μελαίνας καὶ
    χλοεράς. Τοῦτον τοῖς σκορπιοδήκτοις ὠφελιμώτατος
    εἶναι. Εἰ γάρ τις καὶ ψυχορραγῶν τύχοι παρὰ τοῦ
    τραύματος καὶ περιαρτήσει τοῦτον περὶ αὐτῷ ἢ καὶ
    ἐπιπάσσει μάλιστα συγκόψας, αὐτίκα κατὰ βραχὺ τὰς
    ἀλγηδόνας ἀπομαρανεῖ καὶ σώσει τὸν κάμνοντα. Ἐστὶ
    δὲ καὶ ἐρωτικός, ὥς φασιν, καὶ τίθησιν ἐπιθυμητοὺς
    ἄνδρας τε γυναιξὶ και γυναῖκας ἀνδράσι περιαπτόμενος,
    καὶ θέλγειν δὲ πάντας ἱκανώτατος ἐν ταῖς ὁμιλίαις καὶ
    τῶν αἰτήσεων μὴ ἀποτυγχάνειν, ποιεῖν. Καὶ πρὸς
    πᾶσαν νόσον ἁπλῶς εὑρίσκεσθαι χρησιμώτατος, ἐξαιρετῶς
    δὲ πρός τε τριταίους καὶ τεταρταίους καὶ πᾶν τοιόνδε
    γένος νοσημάτων. Σημεῖον δὲ τῆς τούτου δυνάμεως
    κἀκεῖνο ποιοῦνται· ἐνεψομένοις γὰρ κέρασιν ἢ καὶ ὀστέοις
    ἐμβαλών τις αὐτὸν ἐπ' ὀλίγον, εἶτα καὶ ἀνασχόμενος
    εὑρήσει πάντα ῥᾳδίως τηκόμενα.
     Λίθος ὁ αἱματίτης, ἀπ' αὐτῆς τῆς χροιᾶς οὕτως
    ὠνομασμένος, αἱματώδης γάρ ἐστι τὴν μορφήν. Αλλὰ
    καὶ τριβεὶς καὶ εἰς ὕδωρ λυθεὶς αἱματῶδες ὅλον κἀκεῖνο
    τίθησι. Τοῦτον εἰς πᾶσαν ὀφθαλμίαν ὠφελιμώτατον
    εἶναι λέγουσι κερασθέντα μετὰ μέλιτος εἴτε γάλακτος.
    Ἀλλὰ καὶ τῇ χειρὶ κρατούμενον ἢ φορούμενον ἐπὶ
    τοῖς ἐν δικαστηρίοις ἀγῶσι πρὸς νίκην μέγα συμβάλ-
    λεσθαι. Καὶ μετὰ ὕδατος πινόμενον κατὰ τῶν ἰοβόλων
    πάντων ἀντιφάρμακον προφυλακτικὸν γίνεσθαι, καὶ ἡδὺν
    καὶ χαρίεντα καὶ πᾶσι φίλον τὸν φοροῦντα τοῦτον
    ἐργάζεσθαι.
     Λίθος ὁ λιπαραῖος, ὅντινα καὶ λέγουσιν ἐν
    Ἀσσυρίᾳ γίνεσθαι κἀκεῖθέν ποτε παρὰ Μέμνονος εἰς
    Τροίαν κομισθῆναι καὶ τῷ Πριάμῳ τῷ βασιλεῖ τῶν Τρώων
    ὡς μέγα τε δῶρον προσενεχθῆναι. Τοῦτον δέ φασι
    καὶ τοὺς ἐν Αἰγύπτῳ καὶ Βαβυλῶνι μάγους περὶ πολλοῦ
    τίθεσθαι. Πολλὰ γὰρ πρὸς τὰς ἐπῳδὰς αὐτοῖς καὶ
    γοητείας συμβάλλεσθαι, καθημεροῦν δὲ διὰ τούτου καὶ
    ὄφεις καὶ δράκοντας. Ἀλλὰ καὶ πίνοντας ἐκ τούτου
    τοῦ λίθου μαντικοὺς γίνεσθαι καὶ ὀρνεοσκόπους καὶ
    ἁπλῶς ὥσπερ ὀργάνῳ τῷ τοιούτῳ χρῆσθαι πρὸς πᾶσαν
    αὐτῶν τῆς τέχνης δύναμιν.
     Λίθος νεβρίτης· ὠνόμασται δὲ οὕτως ἀπὸ
    τοῦ ταῖς παλαιαῖς Βάκχαις ταῖς τὰς νεβρίδας φορούσαις
    καὶ θεραπαίναις καὶ ἀκολούθοις τοῦ Διονύσου ἐπιτήδειον
    εἶναι καὶ πρὸς μαντείας αὐταῖς συμβάλλεσθαι. Λέγουσι
    δὲ καὶ παυσίπονον αὐτὸν εἶναι τὰς ὀδύνας παντοίων
    ὄφεων ἐξιώμενον, τιθέναι δὲ καὶ τῇ γυναικὶ τὸν ἄνδρα
    φίλτατον καὶ ἐπιθυμητὸν. Καὶ ἀσπίδων δὲ ἀποτρεπτι-
    κὸν γίνεσθαι. Τούτου δὲ τὴν χροιὰν ὁμοίαν εἶναι
    πράσῳ χλωρῷ.
    Λίθος χαλαζίτης. Καὶ τούτου δὲ τὴν δύναμιν
    ἀρίστην εἶναι λέγουσιν ὡς καὶ πυρετῶν ἀποτρεπτικὴν
    καὶ σκορπιοδήκτοις ἰατικήν, καὶ μαντικὴν δὲ φανεροῦσαν
    τὰ μέλλοντα τῷ φοροῦντι.

     
    Σωκράτους καὶ Διονυσίου περὶ λίθων.
     Λίθος σμάραγδος, ὁ κάλλιστος καὶ πολύτιμος,
    δύναμιν ἔχει πρὸς πᾶσαν χάριν καὶ ἐπιτυχίαν ἐν πάσῃ
    πράξει. Τοὺς γὰρ ἁγνῶς φοροῦντας αὔξει βίῳ τε καὶ
    λόγῳ καὶ πράξει καὶ πράγματι. Ποιεῖ δὲ καὶ πρὸς
    ὑδρομαντείας καὶ δούλοις πρὸς ἐλευθερίαν συμβάλλεται.
    Ὃς γὰρ αὐτὸν κατασκευάσει καὶ τελέσει, πάντων
    ἐπιτεύξεται. Δεῖ δὲ αὐτὸν κατασκευάσαι οὕτως·
    κτησάμενος τὸν λίθον κέλευε ἀδάμαντι γλυφῆναι κάνθαρον
    εἶτα εἰς τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἑστῶσαν Ἶσιν ἔπειτα τρύπησον
    εἰς μῆκος καὶ ἐμβαλὼν χρυσῆν βελόνην φόρει περὶ τὸν
    δάκτυλον. Οὗτος ὁ λίθος γεννᾶται ἐν Ἰνδίᾳ, ὅπου ὁ
    Φισὼν ποταμὸς ἐκ τοῦ παραδείσου ἔρχεται. Οὗτος
    ὅρασιν ἔχει ὁμοίαν τῇ χλοῇ τῆς γῆς. Καὶ ὁ μὲν
    πρασώδης οὗτος καλεῖται νερωνιανός. Ὁ δὲ παρὰ τοῦτον
    ὑποχλωριάζων λέγεται σμάραγδοσ ὑακτορίζων. Ἐὰν
    δὲ ᾖ ὑπόχλωρος, ἀσπροειδής ἔλαττον τούτου, λέγεται
    τακτώριοσ.
     Λίθος ὑάκινθος. Γλύφεται ἐν τούτῳ τῷ λίθῳ τῷ
    καθαρῷ Ποσειδῶν ἔχων δελφῖνα τῷ δεξιῷ ποδὶ καὶ τρίαιναν
    τῇ δεξιᾷ χειρί· τελέσας οὖν οὕτως ἔχε φορῶν τῷ δακτυλίῳ,
    καὶ ποιεῖ πάντα ὅσα καὶ ὁ σμάραγδος. Ἀλλὰ καὶ τοὺς
    διὰ θαλάσσης ἐμπορευομένους ἀπὸ κλύδωνος ῥύεται.
     Λίθος ὁ σπάνιος. Οὗτος καὶ ἄνευ γλυφῆς φορού-
    μενος μεγάλα ἀποτελεῖ. Οὐδεὶς δὲ τὸν λίθον τοῦτον
    ἔχει ἀλλ' ἢ μόνος ὁ Περσῶν βασιλεύς, ὅθεν δυνατὸς
    γέγονε καὶ τῶν ἄλλων ὑπερφερέστερος. Τὸ δὲ εἶδος
    τούτου τοῦ λίθου ἐστὶν ὡσπερεὶ λυχνίτης καθαρός, πορφυ-
    ροῦς, ἡλιόφεγγος.
     Λίθος ὁ χαλκηδόνιος τὴν χροιάν ἐστι πυραυγὴς
    ἄνθρακι ὅμοιος, ἔλαττον δὲ τοῦ σπανίου στιβαρός.
    Οὗτος ὁ λίθος ἐστὶν ὁ λυχνίτης, ὁ ἄνθραξ, καθαρός,
    αἱματοειδής. Οὗτος ἐπιχαραχθεὶς Ἀθηνᾶν τελείαν
    κρατοῦσαν τῇ δεξιᾷ χειρὶ ὄρνεον τὸ λεγόμενον ἐρώδιον,
    τῇ δὲ εὐωνύμῳ κατέχουσαν κράνος, καὶ φορούμενος
    μετὰ τὸ τελεσθῆναι τὸν φοροῦντα ποιήσει περιγίνεσθαι
    πάντων ἐχθρῶν καὶ ἀντιπάλων, ἐπίχαρίν τε καὶ εὐσύνετον
    καὶ πάντα δυνάμενον καταπράττεσθαι καὶ ναυαγίων
    ἀνώτερον. Σημείωσαι δὲ τὸν λίθον οἷός ἐστιν, ἐὰν
    αὐτὸν προστρίψῃς ἱματίῳ μαλακῷ. Ἐπισπαστικὸς
    γὰρ γίνεται τῆς παρακειμένης ὕλης αὐτῷ ἁρπάζων κάρφη
    ὡσπερεὶ καὶ ὁ μαγνήτης τὸν σίδηρον. Γίνεται δὲ ἐν
    τῇ Ἰνδικῇ, ὅπου καὶ οἱ προγεγραμμένοι.
     Λίθος ὁ βαβυλώνιος. Οἱ δὲ σάρδιον τοῦτον
    καλοῦσιν. Βαβυλώνιος δέ ἐστιν ἕτερος λίθος ὑπο-
    κείμενος τοῖς Χαλδαίοις. Ὁ δὲ βαβυλώνιος ἔχει ὡς
    ἄνθρακος καιομένου αὐγήν· ἡδὺς ὥσπερ ἡλίου ἀνατολή.
    Οὗτος ὁ σάρδιος εἰς Βαβυλῶνα γίνεται λευκάζων,
    ἔχων ζώνας μέσον λαμπρὰς ἀπαυγιζούσας. Οὗτος
    φορούμενος ὑπὸ λαμπρῶν ἀνδρῶν, μάλιστα τῶν ἐν τῷ
    παλατίῳ, ποιεῖ αὐτοὺς ἐν μεγάλαις τιμᾶσθαι δόξαις.
    Γεγλυμμένος ἔχων τὴν Ἄρτεμιν τελείαν καὶ παριστα-
    μένην αὐτῇ ἔλαφον, ποιεῖ δὲ τὸν φοροῦντα ἀνδρεῖον,
    γοργόν, γενναῖον, εὔψυχον. Ἀπωθεῖται δὲ καὶ τὰ
    ἀπὸ τῶν πολεμίων ἐπιφερόμενα τραύματα ἀσθενεστέρους
    τοὺς ἐναντίους ποιῶν, καὶ ἐάν τις τραυματισθῇ καὶ
    περιάψῃ τὸν λίθον τοῦτον εἰς τὸν τόπον, οὐκ ἐᾷ τὸ τραῦμα
    οἰδῆσαι. Τηρεῖ δὲ καὶ ἀνώδυνον τὸν φοροῦντα ἀπὸ
    τῶν τραυμάτων, ἢν ἔχει. Γλύφεται δὲ καὶ Ἄρης,
    ὁ δεσπόζων τοῦ λίθου. Τούτῳ γαρ ἀνάκειται.
     Λίθος σαρδώνυξ. Οὗτὸς ὑπὸ πάντων τῶν μάγων
    μόλοχος λέγεται διὰ τὸ μαλάσσειν καὶ ἁπαλύνειν τὰς
    τῶν ὑπερεχόντων δυνάμεις. Οὗτος φυλακτήριον μέγι-
    στον τοῦ σώματός ἐστιν. Ἀθηναῖοι δὲ τούτῳ χρῶνται
    τῷ λίθῳ ὅτι ἐπιτευκτικός ἐστιν. Λαμβάνουσι δὲ αὐτὸν
    μηνὶ ξανθικῷ ἡλίου ὄντος ἐν κριῷ καὶ γλύφουσι κριὸν
    καὶ Ἀθηνᾶν καρδίαν κρατοῦσαν. Οὗτος ἔχει ζώνας
    ποικίλους πολλάς, τὰς μὲν ἀεριζούσας τὰς δὲ χρῶμα
    ἐχούσας μέλιτος, ἀλλὰ καὶ μελαίνας καὶ ὑπολευκιζούσας
    καὶ ἑτέρας λευκοτέρας.
    Λίθος ὀνυχίτης. Οὗτος ἐν τῇ Ἰνδικῇ γίνεται
    λευκὰς ζώνας πλείστας ἔχων ἐν ἑαυτῷ ἀεριζούσας.
    Ἐπιχάρασσε δὲ ἐπ' αὐτῷ σπείραμα ὄφεως ἔχον προ-
    τομὴν ἤγουν κεφαλὴν κυνός. Οὗτος φορούμενος τὰ
    ἐντὸς πάντα φυλάσσει καὶ οὐκ ἐᾷ βλαβῆναι τὸν φοροῦντα
    αὐτόν. Ἔχει δὲ ζώνας λευκὰς ὡς εἴρηται καὶ ὀλίγας
    ξανθιζούσας.
     Λίθος ὀνυχίτης ἕτερος ἔχων ἐν ἑαυτῷ τὸ μέν
    τι μέλιτος χρῶμα, τὸ δέ τι μέλαν, μέσον δὲ λευκόν. Οὗτος
    ἐπιχαραχθεὶς τὸν Ἀπόλλωνα καὶ τὴν Ἄρτεμιν εὐτεκνίαν
    ποιεῖται. Ἐὰν δέ ἐν ὄχλῳ προπορεύηται ὁ φορῶν,
    ἐνδοξότητα καὶ εὐημερίαν αὐτῷ προξενεῖ.
    Λίθος ὀνυχίτης ἕτερος, ὅν τινες περιλεύκιον
    καλοῦσιν. Ἐὰν γλυφῇ εἰς αὐτὸν ᾠὸν καὶ μέσον τοῦ
    ᾠοῦ κάνθαρον, ἄληπτος ἐν τῷ βίῳ ἔσῃ. Καὶ χρημάτων
    καὶ πραγμάτων εὐπορήσεις πολλῶν.
     Λίθος ὀνυχίτης ἕτερος, λευκὸς καὶ διαυγὴς
    διόλου καθάπερ ἀήρ. Ἔστι δὲ οὗτος ὀνυχίτου γένος.
    Ἐπιχάρασσε οὖν εἰς αὐτὸν σπείραμα ὄφεως ἔχον
    προτομὴν ἤτοι κεφαλὴν λέοντος καὶ ἀκτῖνας. Οὗτος
    φορούμενος οὐκ ἐᾷ ὅλως ἀλγῆσαι τὸν στόμαχον. Ἀλλὰ
    καὶ ὅσαις ἂν χρήσῃ τροφαῖς εὐπεπτήσεις. Ὁ δὲ φορῶν
    μὴ ἀποτιθέσθω αὐτόν.
     Λίθος ὀνυχίτης ἕτερος μέλας τῇ ὄψει διόλου.
    Οὗτος ὠφέλιμος ταῖς ἐν γαστρὶ ἐχούσαις καὶ ταῖς
    θηλαζούσαις. Γλύφεται δὲ ἐν αὐτῷ Χνούβιος ἔχων
    κεφαλὰς τρεῖς.
     Λίθος χρυσόλιθος ὑγρός, διαυγής, διαφανής,
    χρυσίζων. Οὗτος φορούμενος κοσμίους ποιεῖ καὶ
    ἀγαθοὺς ταῖς γνώμαις, μάλιστα δὲ ταῖς γυναιξὶ φορεῖν
    συμφέρειν. Ἐπιχάρασσε οὖν Ἀφροδίτην καὶ τελέσας
    ἔχε. Ποιεῖ δὲ πολλὴν χάριν.
    Λίθος ὀπάλλιος. Οὗτος λέγεται ὑπό τινων
    σαλπιζηνός, ὑπὸ δὲ ἄλλων παιδέρως διὰ τὴν εὐμορφίαν.
    Ἔστὶ δὲ παρόμοιος ἀμεθύσῳ, ἀνείμενος καὶ διαυγής,
    ὑελίζων, προσφιλὴς μὲν πᾶσιν, μάλιστα δὲ τῷ ἡλίῳ.
    Ἔστι δὲ οὗτος καὶ πρὸς τὰς τῶν ὑπερεχόντων αἰτήσεις
    ἐπιτευκτικός, ἐπίχαρίς τε καὶ ἔνδοξος ὁ λίθος. Ἐπὶ
    δὲ τοὺς ἀποτροπιαζομένους ἄκρως εὐεργετεῖ καὶ μάλιστα
    τοῖς φανταζομένοις ὑπὸ τῆς Ἑκάτης. Ποιεῖ δὲ καὶ
    πρὸς τὰ ἀφροδίσια τῶν παιδῶν. Γλύφεται δὲ ἐν αὐτῷ
     Λίθος ἀχάτης. Οἱ ἀχάται μεγίστας δυνάμεις
    ἔχουσιν. Εἰσὶ δὲ Ἑρμοῦ. Ὁ δὲ ὁμόχρους λέοντος
    δορᾷ ἰσχύει πρὸς τοὺς σκορπιοδήκτους προστεθεὶς ἢ
    λειωθεὶς καὶ παραχρισθεὶς μεθ' ὕδατος. Ἀυτίκα γὰρ
    ἄπονον ποιεῖ τὸν πληγέντα. Εὔθετος δὲ καὶ ἐν τοῖς
    ἐχιοδήκτοις τριβεὶς καὶ ἐπιπασθεὶς τῷ δήγματι ἢ καὶ
    μετὰ οἴνου ποτισθείς. Φορούμενος δὲ ἐν τῷ δακτυλίῳ
    ποιεῖ τὸν φοροῦντα εὐπροσήγορον καὶ εὐόμιλον καὶ
    εὐπειθῆ καὶ δυνατόν καὶ ἐν πᾶσι περιχαρῆ, εὔρρωστόν
    τε καὶ εὔχρουν. Τελεῖται δὲ οὕτως· λαβὼν βελόνην
    χαλκῆν γράφε ἐν αὐτῷ τὸ ὄνομα τοῦτο· ἰάχω, καὶ ὑπόθες
    εἰς τὸν δακτύλιον τὸν λίθον καὶ ἐντυπώσας φόρει. Οὗτός
    ἐστιν ὁλοκίτρινος.
     Λίθος ἀνταχάτης. Ἔστι μὲν πολλῷ διαφορώτερος
    τῷ εἴδει τοῦ ἀχάτου, τῇ δὲ δυνάμει κράτιστος. Οὗτος
    ὁ λίθος τριταῖόν τε καὶ τεταρταῖον καὶ πᾶσαν ἄλλην
    περίοδον νόσου ἰᾶται. Γίνεται δὲ οὕτως· τρίψας
    ὑποθυμία εἰς διαπύρους ἄνθρακας ὡς ἀντὶ λιβανωτοῦ,
    οὐκ ἄγαν δὲ λεπτὸν θυμιᾶται, ὡς ἂν ἐπὶ πλείονας ὥρας
    μείνας ἑλκυσθῇ διὰ τῶν αἰσθήσεων καὶ οὕτως ἀπαλλάς-
    σεται τῆς περι[όδου].
     Λίθος δενδραχάτης ἔχων ἐν ἑαυτῷ δενδρύφια·
    ἔσωθεν γὰρ τοῦ λίθου διαφανεῖς ἔχει ἐν ἑαυτῷ ὡς δενδρό-
    κλώνας. Ἔχει δὲ ὁ λίθος ἔξωθεν μέρος τι μέλιτος
    χρῶμα, καὶ ἕτερον κηροῦ εἶδος, ἔσωθεν δὲ ὑπόλευκα
    διαφανέστατα δενδρύφια. Ἁρμόζει δὲ τοῖς οἰκονομοῦσι
    πράγματα· πιθανὸν γὰρ καὶ εὔπορον τὸν ἐγχειροῦντα
    ποιεῖ. Συμβάλλεται δὲ τοῖς ἐν ἀγρῷ σπείρουσι.
    Περιτίθησιν αὐτὸν εἰς τὴν χεῖρα ἢ τὸν τράχηλον.
    Τοῦτον ἔχων σπορεὺς πολλαπλασίονα γεωργήσει.
    Καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν, μεγάλας ὠφελείας ἔχει. Ἔτι
    μὲν καὶ εὐπορίαν δίδωσι τῷ φοροῦντι.
     Λίθος ἰασπαχάτης. Οὗτος ὕδρωπα θεραπεύει καὶ
    δίψαν παύει παραδόξως. Φυλάσσει δὲ τὸ σῶμα ὑγιὲς
    καὶ ἐρρωμένον.
     Λίθος σαρδαχάτης ἐστὶν θελκτήριος πρὸς πᾶσαν
    πρᾶξιν καὶ λόγων εὑρετικὸς καὶ ἐπιφορᾶς, καὶ ἐχθρῶν
    ἀμυντικὸς καὶ ὑπαγωγὸς πρὸς ἔρωτα. Τοῦτον ὁ φορῶν
    προσφιλὴς πᾶσιν ἀνθρώποις γίνεται. Ἔτι δὲ καὶ φίλων
    μέσον θὲς τὸν λίθον ἢ δοὺς αὐτὸν ἑτέρῳ κρατεῖν ἐν τῇ
    χειρὶ, παραχρῆμα διαλλαγήσονται. Τελεῖται δὲ τῇ
    ὑπογραφῇ ταύτῃ
    Οὗτος ὁ λίθος ἐστὶ χρώματος κιτρίνου ἔχων ζώνας
    λευκὰς καὶ ἑτέρας ζώνας ξανθιζούσας.
    Λίθος πολύζωνος. Οὗτος στιβαρός ἐστι, πυκνός,
    στερεός, ὑπόχρους, ἔχων ζώνας πυρώδεις, ἀεριζούσας,
    ἀφεγγεῖς καὶ ἑτέρας μακρὰς ζώνας ὡς ἐπιλευκιζούσας
    καὶ ἐκ τῶν τοιούτων μακρῶν ζωνῶν, εἴπερ ὄφεος δέρμα
    περιέζωσται, οὗτος ποιεῖ φίλων συστάσεις πολλῶν,
    πράξεις τε καὶ κέρδη ἐκ πολλῶν ἀφορμῶν δίδωσιν, ἀπολύει
    περιαπτόμενος περιόδους νοσώδεις καὶ δίκας.
     Λίθος πάγχρους ποιεῖ τοῖς ἐπιληπτικοῖς καὶ
    ἰκτερικοῖς ἄκρως. Περίαπτε δὲ ἁρπεδονίῳ βομβυκίνῳ
    εἰς τὸν τράχηλον, καὶ ἔσται παραχρῆμα ὑγιὴς ὁ πάσχων.
    Ἵνα δὲ ἴδῃς ὅτ' ἀληθής ἐστι, ἐπειδή εἰσιν ὅμοιοι αὐτῶν
    πολλοὶ μηδαμοῦ χρήσιμοι, βάλου εἰς χύτραν καινὴν
    χρώματα πολλὰ καὶ διάφορα ζῳγραφικὰ καὶ ὑπόκαυσον
    πολὺ πυρὶ ἐπὶ ὥρας δύο καὶ ἐὰν ᾖ ἀληθὴς ὁ λίθος, πάντα
    τὰ χρώματα γίνεται ὡς μίλτος, τὴν δὲ ὀσμὴν ἕξει ῥοδίνου
    μύρου καλλίστου. Τοῦτον τὸν λίθον λέγουσι πάγχρουν,
    καλεῖται ὑπό τινων ταωνίτης διὰ τὸ ἔχειν αὐτὸν χροιὰς
    πολλὰς καὶ ποικίλας· ἔχει γὰρ ἐν ἑαυτῷ ὡς ἐπὶ ταῶνος
    μόρφωσιν.
     Λίθος σμυρνίτης ὑπόχλωρός ἐστιν, ἀποτριβό-
    μενος δὲ ὀσμὴν δίδωσι σμύρνης ὁμοίαν. Ἔστι δὲ
    χαριτήσιον μέγα, μάλιστα δὲ γυναιξί· πολλοὶ γὰρ
    ἐρασθήσονται αὐτῆς ἀπλανῶς τῇ δυνάμει. Ἀντι-
    φάρμακον οὗτός ἐστι τοῖς πάσχουσι. Διαιρεῖται δὲ
    ὑποτριβόμενος.
     Λίθοι χελιδόνιοι γίνονται εἰς τὰς κεφαλὰς τῶν
    χελιδόνων. Οὗτοι φορούμενοι χάριν ἔχουσιν ἐπι-
    τευκτικὴν εἰς ὅ τι ἂν βούλῃ. Ποιοῦσι δὲ προσφιλεῖς
    καὶ ἐρασμίους καὶ εὐπράκτους, εἴτε γυνὴ ἔχει αὐτόν,
    εἴτε ἀνήρ. Ἄλλως δὲ· οἱ χελιδόνιοι λίθοι εἰς τὰς
    κοιλίας τῶν χελιδόνων εὑρίσκονται, βελτίονες δέ εἰσιν
    οἱ ἀπὸ τῶν νοσσιῶν λαμβανόμενοι. Γένη δὲ αὐτῶν εἰσι
    δύο, μέλας καὶ πυρρός. Λάμβανε δὲ τὰς χελιδόνας ἐξ
    ἱεροῦ τόπου, βέλτιον γάρ ἐστιν· εἰ δὲ μή, ἀπὸ ἀγορᾶς %ἢ
    ἀπ'& ἐπισήμου τόπου δημοσίου, πλείω γὰρ ἰσχύουσιν αὐταί.
    Ταύτας οὖν ἄρας σχίσον καὶ ἆρον τοὺς λίθους. Εἰσὶ
    δὲ ἀναγκαῖοι πρὸς σεληνιαζομένους τε καὶ ἐπιληπτικοὺς
    καὶ ὑδρωπικούς. Ἔχουσι δὲ καὶ ἑτέρας πολλὰς ἐνερ-
    γείας καὶ δυνάμεις ἀναγκαίας.
     Λίθος ἱερακίτης ὅμοιός ἐστι τῇ τοῦ ὀρνέου
    πτερώσει· ἔχει δὲ ἐν αὑτῷ ἰνάρια ἀργυρίζοντα καὶ χρυ-
    σίζοντα, ὃν διείρας λίνῳ τῷ ἀπὸ καλάμου φόρει. Ἀγαθός
    ἐστι, πρᾷος ταῖς ἀπαντήσεσι. Πρὸς δὲ τὰ διορατικὰ
    τῶν ὀμμάτων ἄκρως ποιεῖ· τὴν δὲ βαρυωπίαν ἣν λέγουσί
    τινες ἄμβλωσιν ἢ νεφέλιον ὁ λίθος περιαφθεὶς κατὰ τοῦ
    μετώπου ἀφαιρεῖται, ὀξυδορκίαν τε καὶ εὐοψίαν πάνυ
    παρέχει, οἵαν καὶ αὐτὸ τὸ ζῷον ἔχει καθὼς  λιπαρεῖος
    ἀπος........ ὀξύ  Εὑρίσκεται δὲ ἐν τῷ ἐγκεφάλῳ τοῦ
    ζῴου ἢ ἐν τῷ μετώπῳ ο[.....] ἀναγο[.....]πις ὄνυχας [...]
    πρακτος  τοῖς κεκτημένοις. Ὁμοίως δὲ καὶ μυίαις
    ἀντιπάσχει ἄκρως· ἐαν γὰρ [γάλακτι καὶ μέλιτι ἐπιχρίσῃσ],
    μυῖα τὸν φοροῦντα τοῦτον, οὐ καθιστήσεται μυῖα ἐπ'
    αὐτόν.
    Λίθος δρακοντίτης [.....] ἐκ ζῶντος λαμβάνεται·
    ἔστι [...] ἐπιμήκης τελούμενος ζώναις τρισί, πορφυρᾷ,
    ὑακινθίνῃ καὶ λευκίνῃ· ἔμπνους δέ ἐστι κινούμενος,
    χρήσιμος πρὸς ἀμαύρωσιν.
    Λίθος ἀσπαλακίτης ἔμπνους ἦν καὶ αὐτὸς
    καὶ ἐμφερής ἐστι τῷ ἀποβάλλοντι καὶ χρήσιμος πρὸς
    θησαυρῶν εὕρεσιν. Γλύψον δὲ εἰς αὐτὸν τὸν λίθον τὸν
    ἀσπαλακίτην ἄνθρωπον γυμνὸν κατέχοντα δίκελλαν,
    καὶ οἷον ἐπικεκυφότα καὶ σκάπτοντα καὶ γύροθεν αὐτοῦ
    τὰ ὀνόματα ταῦτα
    καὶ ὄπισθεν αὐτοῦ τὸ ὄνομα τοῦτο ΑΡΑΜ καὶ κατακλείσας
    ἐν χρυσῷ κανθάρῳ φόρει ἐν τῷ μικρῷ σου δακτύλῳ τῷ
    δεξιῷ. Καὶ ἔσει ἀνίκητος καὶ ἀκίνητος ἔνθα εἰσὶν
    χρήματα.
     Λίθος σαυρίτης ἐκ σαύρας ζώσης λαμβάνεται·
    εὐειδέστατος δέ ἐστι και δίχροος βοστρύχων Ἀφροδίτην
    παρ[όμοιοσ]· πρὸς ἀγωγὰς δὲ χρήσιμός ἐστιν· ἄξεις
    γὰρ ἣν βούλει ἐπευξάμενος αὐτῷ τὴν ἀρρ...ισιν.
    Λίθος φρυνίτης. Ἐκ βατράχου φρυνίτης λαμβά-
    νεται· ὅμοιος δέ ἐστι κατὰ πάντα χελώνῃ· οὗτος χρήσιμός
    ἐστιν εἰς ἀγωγὴν γυναικῶν, ἐπειπόντος σου ταύτην τὴν
    εὐχήν· περιπατήσει γὰρ πάντα τὸν χρόνον ἡ γυνή.
     Λίθος ὑαινίτης ποιεῖ μεγάλα πράγματα· παρέχει
    δὲ καὶ ὀξυδορκίαν. Οὗτος εὑρίσκεται εἰς τὴν καρδίαν τοῦ
    ζῴου καὶ τελούμενος ποιεῖ πολλὰς ἐνεργείας καὶ τὰ ἐν
    σκοτείᾳ φαίνεσθαι.

  • Περι ωροσκοπουντων ζωδιων

    Δύο τροπικὰ ζῴδιά εἰσιν Αἰγόκερως καὶ Καρκίνος. -
    Τῶν τροπικῶν ζῳδίων ὡροσκοπούντων μὴ ἅψῃ ὁδοῦ· χαλεπὴ γὰρ
    καὶ βραδεῖα καὶ οὐ μετὰ καλοῦ· ἐν τροπικοῖς μὴ ἀναχώρησον
    ἀπὸ ἀνδρός, ὦ γύναι· οἱ φίλοι ἔχθραν ποιήσουσιν καὶ πάλιν φίλοι
    γίνονται τὴν ἔχθραν ἀποβάλοντες, ἡ δὲ τροφὸς ἐν τροπικοῖς
     γάλα δώσει ἀρχήν· οὐ μόνον θρέψει τὸ παιδίον, ἀλλὰ καὶ ἄλλον·
    ἐν τροπικοῖς σπείρειν χρὴ σπέρματα, φυτὰ δὲ φυτεύειν ἐν στερεοῖς,
    ἐπειδὴ τὰ μὲν σπέρματα θερίσαι ἀνάγκη, τὰ δὲ φυτευόμενα θέ-
    λομεν· μηδὲ οἴκου θεμέλιον ἐν τροπικοῖς βαλεῖν, μηδὲ γῆν πωλῆ-
    σαι, ἐπεὶ τὰ κτίσματα οὐ μένει ἢ ἄλλως οὐ πληρώσῃ τὸ ἔργον,
    ἐν τροπικοῖς ἀῤῥαβῶνας δοῦναι καλόν· ναῦται δὲ καὶ ἔμποροι καὶ
    ὅσοι περὶ ζῷα πραγματεύονται, ἐν τροπικοῖς οἱ ἀγοράζοντες ταχὺ
    πιπράσκουσιν ἀλλὰ δι' ἑβδομάδα λύεται τὸ πάθος, ἐὰν δὲ τῇ ὀγδόῃ
    τῆς κατακλίσεως μετέλθῃ ἀπὸ τῶν τροπικῶν εἰς τὰ στερεὰ θάνατον
    ἐπάγει· ἐν τροπικοῖς οὐ δεῖ ἐξελθεῖν ἢ& ἐπιστρατεύεσθαι· ἐκκόπ-
    τεται γὰρ ἡ ὁρμή· ἐν τροπικοῖς εἰ& φύγῃ τις, εἰσελεύσεται, ἕως
    μένει εἰς αὐτὸ τὸ ζῴδιον ἡ Σελήνη, ταχεῖα ἡ εὕρεσις, εἰ δὲ παρέλθῃ
    τῶν τροπικῶν, μετ' ἄλλον εὑρίσκεται· ἐάν τις ἐν τροπικοῖς
    κατηγορήσῃ τινὸς εἰς δίκην, ταχὺ λύεται τὸ ἔγκλημα, εἰ δὲ ἐν τρο-
    πικοῖς δικάζειν τότε ἄρξεται, οὐ μένει ὁ αὐτὸς δικασθείς, ἀλλ' ἐπ'
    ἀλλήλους μετέρχονται ἢ εἰς ἄλλους οἱ δικαζόμενοι· ἐν τροπικοῖς
    ἀποδημίας ἄρχεσθαι δεῖ, ταχὺ γὰρ ἀναστρέφῃ· ἐν τροπικοῖς
    γὰρ φιλίαν μηνύειν· ἐν τροπικοῖς ἐάν τις ὑποσχέσῃ, οὐ πληροῦται
    ἢ ὁ δοὺς τὴν ὑπόσχεσιν λαμβάνει αὐτήν· ἐν τροπικοῖς οἱ λεγόμενοι
    λόγοι καὶ οἱ φαινόμενοι ὄνειροι ψευδεῖς· ἐν τροπικοῖς οὐδὲ ῥή-
    τωρ ἀγῶνος ἅπτεσθαι ὀφείλει, οὐδὲ ναῦται πλεῖν, οὐδὲ φυγάδες
    γίνεσθαι, ὅτι ἀτέλεστά εἰσιν· εἰ δὲ ἐν τροπικοῖς ἀπὸ καταδίκης ἐξο-
    ρίζεται τισ& τῆς πατρίδος, πάλιν ἔρχεται· βέβαιον δὲ πρᾶγμα
    ἐν τροπικοῖς μὴ κατάρχου.

    Δίσωμα δὲ δ· Δίδυμοι, Παρθένος, Τοξότης, Ἰχθῦς. Τῶν δισώ-
    μων ζῴδίων ὡροσκοπούντων μήποτε ἀγοράζειν· δόλον γὰρ ἔχει ἡ
    πρᾶσις ἢ νόσος ἢ& ἑτέρα πρόσκειται, αἱ δὲ γενόμεναι ὁμιλίαι ἄλλα
    τινὰ κεκρυμμένα ἔχουσιν· ἄλλον γὰρ ἔχουσι καὶ ἄλλον βούλονται·
    ἐν δισώμοις οἱ γενόμενοι γάμοι εἰς μοιχείαν τρέπονται καὶ πολλαὶ
     μάχαι καὶ ὀδύναι γίνονται εἰς τοὺς τοιούτους γάμους, καὶ τὰς φιλίας
    τῶν γυναικῶν κωλύουσι τὰ δίσωμα· εἰ δέ τις ἐν δισώμοις
    εἰς ἔγκλημα πέσῃ, ταχὺ ἐκφεύξεται, ὁμοίως δὲ κἂν δεθῇ τις ἐν
    δισώμοις, ταχὺ τοὺς δεσμοὺς ἐκφεύξεται, εἰ δέ τις λυθῇ ἀπὸ δες-
    μῶν ἐν δισώμοις, πάλιν δεθήσεται· εἰ δέ τις φύγῃ ἐν δισώμοις καὶ&
    κρατηθῇ, πάλιν φυγὰς γίνεται· ἐν δισώμοις μισθὸν ἐὰν ὑποσχεθῇ
    τις, οὐ δώσει ὅσον εἶπεν· ἐν δισώμοις αἱ χάριτες καὶ δωρεαὶ καλαί
    εἰσιν· καὶ φυτεύειν χρὴ ἐν δισώμοις καὶ ὑποτιθέναι ᾠὰ ὄρνεσιν,
    ἐὰν δὲ παράκλισις γίνηται ἐν δισώμοις, πάλιν πυρετὸν φέρει καὶ
    ὑποστρέφει νόσημα· ἐὰν ἐν δισώμοις καλόν τι καὶ ἀγαθόν συμβῇ,
    διπλασιάζεται· καλὸν δὲ καὶ ὁδοῦ κατάρχεσθαι ἐν δισώμοις· προ-
    κόπτουσι γάρ, οἳ μισθὸν τριπλάσιον λαμβάνουσι, εἰ δέ τις ἐν δι-
    σώμοις ἀποθάνῃ, ἄλλος εἷς ἐκ τοῦ οἴκου ἐκείνου ἀποθανεῖν μέλλει,
    ἐὰν νοσήσῃ τις ἐν δισώμοις, νοσήσουσι καὶ ἄλλοι ἐν τῷ& αὐτῷ
    οἴκῳ· νίκη ἐν δισώμοις καλή, ἧττα δὲ κακὴ διπλασιάζεται· παι-
    δευταῖς καὶ ἰατροῖς μανθάνειν καλὸν εἰσ& τὰ δίσωμα.

    Στερεὰ δὲ δ· Ταῦρος, Λέων, Σκορπίος Ὑδροχόος. -
    Τῶν στερεῶν ζῳδίων ὡροσκοπούντων αἱ κτήσεις καὶ ἀγο-
    ρασίαι βέβαιαι· ἐν στερέῳ δεῖ γυναῖκα λαμβάνειν καὶ
    πράγματα αὐτῆς· ἐν στερεοῖς τέχνας καὶ ἔργον ἀποθέσθαι δεῖ.
    πληροῦνται γὰρ αἱ βουλαί· ἐν στερεοῖς χωρισμὸς γυναικῶν
    τις· φυγάδες οὐκ ὑποστρέφουσιν, οὐδὲ ὁ κλέπτης εὐκαίρως εὑ-
    ρίσκεται, ἀποδημεῖν δὲ βέβαιόν ἐστιν· ἐν στερεοῖς ἐχθρὸς γενό-
    μενος οὐ ταχὺ φιλιοῦται· ἐν στερεοῖς κρίσις βεβαία ἐστὶν καὶ
    οἱ δίκαιοι οὐκ ἀθετοῦνται· νόσος ἐν στερεοῖς κακή· ἢ γὰρ θάνα-
    τον φέρει ἢ μῆκος νόσου, ἐὰν μὴ εἴσω ἑβδομάδος παύσηται· δε-
    σμοὶ ἐν στερεῷ κακοί, ὁ γὰρ ὀργισθεὶς οὐ μεταβάλλεται· ἐάν τις
    αἰτήσῃ χρήματα παρασχεῖν ἐν στερεοῖς, οὐ δίδωσιν· ἀγαθῶν
    λόγων καὶ μουσικῆς ἐν στερεοῖς ἄρξασθαι· ἐν στερεοῖς καλὸν
    συμβόλαια γράφειν· γράμματα γὰρ καλά· ἐν στερεοῖς εἰ τις
    στρατεύεται, πάντα μένει ἐν τῇ αὐτοῦ στρατείᾳ καὶ οὐ μετα-
    στρατεύεται· πανηγύρεων καὶ χορῶν ἄρξασθαι ἐν στερεοῖς καὶ
    πάντων τῶν καλῶν ὥσπερ ἐν τροπικοῖς πάντων τῶν κακῶν· ἐν μὲν
    τοῖς στερεοῖς ἀσάλευτα μένει τὰ γενόμενα, μεταβάλλει δὲ ἐν τρο-
    πικοῖς, πολύμορφα γάρ ἐστιν ἐν δισώμοις· ὡσαύτως δὲ καὶ τὴν
    Σελήνην ἔχοντα· τὰ προειρημένα ζῴδια ταῦτα δηλοῖ ἅπερ ὡρο-
    σκοποῦντα.

  • Ύμνοι Ορφέως

    ΟΡΦΕΥΣ ΠΡΟΣ ΜΟΥΣΑΙΟΝ.
    Εὐτυχῶς χρῶ, ἑταῖρε.
    Μάνθανε δή, Μουσαῖε, θυηπολίην περισέμνην,
    εὐχήν, ἣ δή τοι προφερεστέρη ἐστὶν ἁπασέων.
    Ζεῦ βασιλεῦ καὶ Γαῖα καὶ οὐράνιαι φλόγες ἁγναὶ
    Ἠελίου, Μήνης θ' ἱερὸν σέλας Ἄστρα τε πάντα·
    καὶ σύ, Ποσείδαον γαιήοχε, κυανοχαῖτα,
    Φερσεφόνη θ' ἁγνὴ Δημήτηρ τ' ἀγλαόκαρπε
    Ἄρτεμί τ' ἰοχέαιρα, κόρη, καὶ ἤιε Φοῖβε,
    ὃς Δελφῶν ναίεις ἱερὸν πέδον· ὅς τε μεγίστας
    τιμὰς ἐν μακάρεσσιν ἔχεις, Διόνυσε χορευτά·
    Ἆρές τ' ὀμβριμόθυμε καὶ Ἡφαίστου μένος ἁγνὸν
    ἀφρογενής τε θεά, μεγαλώνυμα δῶρα λαχοῦσα·
    καὶ σύ, καταχθονίων βασιλεῦ, μέγ' ὑπείροχε δαῖμον,
    Ἥβη τ' Εἰλείθυια καὶ Ἡρακλέος μένος ἠύ·
    καὶ τὸ Δικαιοσύνης τε καὶ Εὐσεβίης μέγ' ὄνειαρ
    κικλήσκω Νύμφας τε κλυτὰς καὶ Πᾶνα μέγιστον
    Ἥρην τ', αἰγιόχοιο Διὸς θαλερὴν παράκοιτιν·
    Μνημοσύνην τ' ἐρατὴν Μούσας τ' ἐπικέκλομαι ἁγνὰς
    ἐννέα καὶ Χάριτάς τε καὶ Ὥρας ἠδ' Ἐνιαυτὸν
    Λητώ τ' εὐπλόκαμον, Θείην σεμνήν τε Διώνην
    Κουρῆτάς τ' ἐνόπλους Κορύβαντάς τ' ἠδὲ Καβείρους
    καὶ μεγάλους Σωτῆρας ὁμοῦ, Διὸς ἄφθιτα τέκνα,
    Ἰδαίους τε θεοὺς ἠδ' ἄγγελον Οὐρανιώνων,
    Ἑρμείαν κήρυκα, Θέμιν θ', ἱεροσκόπον ἀνδρῶν,
    Νύκτα τε πρεσβίστην καλέω καὶ φωσφόρον Ἦμαρ,
    Πίστιν τ' ἠδὲ Δίκην καὶ ἀμύμονα Θεσμοδότειραν,
    Ῥείαν τ' ἠδὲ Κρόνον καὶ Τηθὺν κυανόπεπλον
    Ὠκεανόν τε μέγαν, σύν τ' Ὠκεανοῖο θύγατρας
    Ἄτλαντός τε καὶ Αἰῶνος μέγ' ὑπείροχον ἰσχὺν
    καὶ Χρόνον ἀέναον καὶ τὸ Στυγὸς ἀγλαὸν ὕδωρ
    μειλιχίους τε θεούς, ἀγαθήν τ' ἐπὶ τοῖσι Πρόνοιαν
    Δαίμονά τ' ἠγάθεον καὶ Δαίμονα πήμονα θνητῶν,
    Δαίμονας οὐρανίους καὶ ἠερίους καὶ ἐνύδρους
    καὶ χθονίους καὶ ὑποχθονίους ἠδ' ἐμπυριφοίτους,
    καὶ Σεμέλην Βάκχου τε συνευαστῆρας ἅπαντας,
    Ἰνὼ Λευκοθέην τε Παλαίμονά τ' ὀλβιοδώτην
    Νίκην θ' ἡδυέπειαν ἰδ' Ἀδρήστειαν ἄνασσαν
    καὶ βασιλῆα μέγαν Ἀσκληπιὸν ἠπιοδώτην
    Παλλάδα τ' ἐγρεμάχην κούρην, Ἀνέμους τε πρόπαντας
    καὶ Βροντὰς Κόσμου τε μέρη τετρακίονος αὐδῶ·
    Μητέρα τ' ἀθανάτων, Ἄττιν καὶ Μῆνα κικλήσκω
    Οὐρανίαν τε θεάν, σύν τ' ἄμβροτον ἁγνὸν Ἄδωνιν
    Ἀρχήν τ' ἠδὲ Πέρας - τὸ γὰρ ἔπλετο πᾶσι μέγιστον -
    εὐμενέας ἐλθεῖν κεχαρημένον ἦτορ ἔχοντας
    τήνδε θυηπολίην ἱερὴν σπονδήν τ' ἐπὶ σεμνήν.

    Ἑκάτης
      Εἰνοδίαν Ἑκάτην κλήιζω, τριοδῖτιν, ἐραννήν,
    οὐρανίαν χθονίαν τε καὶ εἰναλίαν, κροκόπεπλον,
    τυμβιδίαν, ψυχαῖς νεκύων μέτα βακχεύουσαν,
    Περσείαν, φιλέρημον, ἀγαλλομένην ἐλάφοισι,
    νυκτερίαν, σκυλακῖτιν, ἀμαιμάκετον βασίλειαν,
    θηρόβρομον, ἄζωστον, ἀπρόσμαχον εἶδος ἔχουσαν,
    ταυροπόλον, παντὸς κόσμου κληιδοῦχον ἄνασσαν,
    ἡγεμόνην, νύμφην, κουροτρόφον, οὐρεσιφοῖτιν,
    λισσόμενος κούρην τελεταῖς ὁσίαισι παρεῖναι
    βουκόλωι εὐμενέουσαν ἀεὶ κεχαρηότι θυμῶι.
     
    Προθυραίας, θυμίαμα στύρακα.
     Κλῦθί μοι, ὦ πολύσεμνε θεά, πολυώνυμε δαῖμον,
    ὠδίνων ἐπαρωγέ, λεχῶν ἡδεῖα πρόσοψι,
    θηλειῶν σώτειρα μόνη, φιλόπαις, ἀγανόφρον,
    ὠκυλόχεια, παροῦσα νέαις θνητῶν, Προθυραία,
    κλειδοῦχ', εὐάντητε, φιλοτρόφε, πᾶσι προσηνής,
    ἣ κατέχεις οἴκους πάντων θαλίαις τε γέγηθας,
    λυσίζων', ἀφανής, ἔργοισι δὲ φαίνηι ἅπασι,
    συμπάσχεις ὠδῖσι καὶ εὐτοκίηισι γέγηθας,
    Εἰλείθυια, λύουσα πόνους δειναῖς ἐν ἀνάγκαις·
    μούνην γὰρ σὲ καλοῦσι λεχοὶ ψυχῆς ἀνάπαυμα·
    ἐν γὰρ σοὶ τοκετῶν λυσιπήμονές εἰσιν ἀνῖαι,
    Ἄρτεμις Εἰλείθυια,  καὶ ἡ  σεμνή, Προθυραία.
    κλῦθι, μάκαιρα, δίδου δὲ γονὰς ἐπαρωγὸς ἐοῦσα
    καὶ σῶζ', ὥσπερ ἔφυς αἰεὶ σώτειρα προπάντων.
    ,
    Νυκτός, θυμίαμα δαλούς.
     Νύκτα θεῶν γενέτειραν ἀείσομαι ἠδὲ καὶ ἀνδρῶν.
    'Νὺξ γένεσις πάντων, ἣν καὶ Κύπριν καλέσωμεν(
    κλῦθι, μάκαιρα θεά, κυαναυγής, ἀστεροφεγγής,
    ἡσυχίηι χαίρουσα καὶ ἠρεμίηι πολυύπνωι,
    εὐφροσύνη, τερπνή, φιλοπάννυχε, μῆτερ ὀνείρων,
    ληθομέριμν'  ἀγαθή τε  πόνων ἀνάπαυσιν ἔχουσα,
    ὑπνοδότειρα, φίλη πάντων, ἐλάσιππε,  νυχαυγής,
    ἡμιτελής, χθονία ἠδ' οὐρανία πάλιν αὐτή,
    ἐγκυκλία, παίκτειρα διώγμασιν ἠεροφοίτοις,
    ἣ φάος ἐκπέμπεις ὑπὸ νέρτερα καὶ πάλι φεύγεις
    εἰς Ἀίδην· δεινὴ γὰρ ἀνάγκη πάντα κρατύνει.
    νῦν σε, μάκαιρα, καλῶ, πολυόλβιε, πᾶσι ποθεινή,
    εὐάντητε, κλύουσα ἱκετηρίδα φωνὴν
    ἔλθοις εὐμενέουσα, φόβους δ' ἀπόπεμπε νυχαυγεῖς.

    Οὐρανοῦ, θυμίαμα λίβανον.
     Οὐρανὲ παγγενέτωρ, κόσμου μέρος αἰὲν ἀτειρές,
    πρεσβυγένεθλ', ἀρχὴ πάντων πάντων τε τελευτή,
    κόσμε πατήρ, σφαιρηδὸν ἑλισσόμενος περὶ γαῖαν,
    οἶκε θεῶν μακάρων, ῥόμβου δίναισιν ὁδεύων,
    οὐράνιος χθόνιός τε φύλαξ πάντων περιβληθείς,
    ἐν στέρνοισιν ἔχων φύσεως ἄτλητον ἀνάγκην,
    κυανόχρως, ἀδάμαστε, παναίολε, αἰολόμορφε,
    πανδερκές, Κρονότεκνε, μάκαρ, πανυπέρτατε δαῖμον,
    κλῦθ' ἐπάγων ζωὴν ὁσίαν μύστηι νεοφάντηι.

    Αἰθέρος, θυμίαμα κρόκον.
      Ὦ Διὸς ὑψιμέλαθρον ἔχων κράτος αἰὲν ἀτειρές,
    ἄστρων ἠελίου τε σεληναίης τε μέρισμα,
    πανδαμάτωρ, πυρίπνου, πᾶσι ζωοῖσιν ἔναυσμα,
    ὑψιφανὴς Αἰθήρ, κόσμου στοιχεῖον ἄριστον,
    ἀγλαὸν ὦ βλάστημα, σελασφόρον, ἀστεροφεγγές,
    κικλήσκων λίτομαί σε κεκραμένον εὔδιον εἶναι.
     
    Πρωτογόνου, θυμίαμα σμύρναν.
      Πρωτόγονον καλέω διφυῆ, μέγαν, αἰθερόπλαγκτον,
    ὠιογενῆ, χρυσέαισιν ἀγαλλόμενον πτερύγεσσι,
    ταυροβόαν, γένεσιν μακάρων θνητῶν τ' ἀνθρώπων,
    σπέρμα πολύμνηστον, πολυόργιον, Ἠρικεπαῖον,
    ἄρρητον, κρύφιον ῥοιζήτορα, παμφαὲς ἔρνος,
    ὄσσων ὃς σκοτόεσσαν ἀπημαύρωσας ὁμίχλην
    πάντη δινηθεὶς πτερύγων ῥιπαῖς κατὰ κόσμον
    λαμπρὸν ἄγων φάος ἁγνόν, ἀφ' οὗ σε Φάνητα κικλήσκω
    ἠδὲ Πρίηπον ἄνακτα καὶ Ἀνταύγην ἑλίκωπον.
    ἀλλά, μάκαρ, πολύμητι, πολύσπορε, βαῖνε γεγηθὼς
    ἐς τελετὴν ἁγίαν πολυποίκιλον ὀργιοφάνταις.
     
    Ἄστρων, θυμίαμα ἀρώματα.
     Ἄστρων οὐρανίων ἱερὸν σέλας ἐκπροκαλοῦμαι
    εὐιέροις φωναῖσι κικλήσκων δαίμονας ἁγ[ν]ούς.
    Ἀστέρες οὐράνιοι, Νυκτὸς φίλα τέκνα μελαίνης,
    ἐγκυκλίοις δίναισι  περιθρόνια κυκλέοντες.
    ἀνταυγεῖς, πυρόεντες, ἀεὶ γενετῆρες ἁπάντων,
    μοιρίδιοι, πάσης μοίρης σημάντορες ὄντες,
    θνητῶν ἀνθρώπων θείαν διέποντες ἀταρπόν,
    ἑπταφαεῖς ζώνας ἐφορώμενοι, ἠερόπλαγκτοι,
    οὐράνιοι χθόνιοί τε, πυρίδρομοι, αἰὲν ἀτειρεῖς,
    αὐγάζοντες ἀεὶ νυκτὸς ζοφοειδέα πέπλον,
    μαρμαρυγαῖς στίλβοντες, ἐύφρονες ἐννύχιοί τε·
    ἔλθετ' ἐπ' εὐιέρου τελετῆς πολυΐστορας ἄθλους
    ἐσθλὸν ἐπ' εὐδόξοις ἔργοις δρόμον ἐκτελέοντες.
    ,
    Εἰς Ἥλιον, θυμίαμα λιβανομάνναν.
    Κλῦθι μάκαρ, πανδερκὲς ἔχων αἰώνιον ὄμμα,
    Τιτὰν χρυσαυγής, Ὑπερίων, οὐράνιον φῶς,
    αὐτοφυής, ἀκάμασ, ζώιων ἡδεῖα πρόσοψι,
    δεξιὲ μὲν γενέτωρ ἠοῦς, εὐώνυμε νυκτός,
    κρᾶσιν ἔχων ὡρῶν, τετραβάμοσι ποσσὶ χορεύων,
    εὔδρομε, ῥοιζήτωρ, πυρόεις, φαιδρωπέ, διφρευτά,
    ῥόμβου ἀπειρεσίου δινεύμασιν οἶμον ἐλαύνων,
    εὐσεβέσιν καθοδηγὲ καλῶν, ζαμενὴς ἀσεβοῦσι,
    χρυσολύρη, κόσμου τὸν ἐναρμόνιον δρόμον ἕλκων,
    ἔργων σημάντωρ ἀγαθῶν, ὡροτρόφε κοῦρε,
    κοσμοκράτωρ, συρικτά, πυρίδρομε, κυκλοέλικτε,
    φωσφόρε,  αἰολόδικτε, φερέσβιε, κάρπιμε Παιάν,
    ἀιθαλής, ἀμίαντε, χρόνου πάτερ, ἀθάνατε Ζεῦ,
    εὔδιε, πασιφαής, κόσμου τὸ περίδρομον ὄμμα,
    σβεννύμενε λάμπων τε καλαῖς ἀκτῖσι φαειναῖς,
    δεῖκτα δικαιοσύνης, φιλονάματε, δέσποτα κόσμου,
    πιστοφύλαξ, αἰεὶ πανυπέρτατε, πᾶσιν ἀρωγέ,
    ὄμμα δικαιοσύνης, ζωῆς φῶς· ὦ ἐλάσιππε,
    μάστιγι λιγυρῆι τετράορον ἅρμα διώκων·
    κλῦθι λόγων, ἡδὺν δὲ βίον μύστηισι πρόφαινε.
     
    Εἰς Σελήνην, θυμίαμα ἀρώματα.
      Κλῦθι, θεὰ βασίλεια, φαεσφόρε, δῖα Σελήνη,
    ταυρόκερως  Μήνη, νυκτιδρόμε, ἠεροφοῖτι,
    ἐννυχία, δαιδοῦχε, κόρη, εὐάστερε, Μήνη,
    αὐξομένη καὶ λειπομένη, θῆλύς τε καὶ ἄρσην,
    αὐγάστειρα, φίλιππε, χρόνου μῆτερ, φερέκαρπε,
    ἠλεκτρίς, βαρύθυμε, καταυγάστειρα,  νυχία,
    πανδερκής, φιλάγρυπνε, καλοῖς ἄστροισι βρύουσα,
    ἡσυχίηι χαίρουσα καὶ εὐφρόνηι ὀλβιομοίρωι,
    λαμπετίη, χαριδῶτι, τελεσφόρε, νυκτὸς ἄγαλμα,
    ἀστράρχη, τανύπεπλ', ἑλικοδρόμε, πάνσοφε κούρη,
    ἐλθέ, μάκαιρ', εὔφρων, εὐάστερε, φέγγεϊ τρισσῶι
    λαμπομένη, σώζουσα νέους ἱκέτας σέο, κούρη.
    ,
    Φύσεως, θυμίαμα ἀρώματα.
    Ὦ Φύσι, παμμήτειρα θεά, πολυμήχανε μῆτερ,
    οὐρανία, πρέσβειρα, πολύκτιτε δαῖμον, ἄνασσα,
    πανδαμάτωρ, ἀδάμαστε, κυβερνήτειρα, παναυγής,
    παντοκράτειρα,  τιτιμενέα πανυπέρτατε πᾶσιν
    ἄφθιτε, πρωτογένεια, παλαίφατε, κυδιάνειρα,
    ἐννυχία, πολύτειρε, σελασφόρε, δεινοκαθέκτι,
    ἄψοφον ἀστραγάλοισι ποδῶν ἴχνος εἱλίσσουσα,
    ἁγνή, κοσμήτειρα θεῶν ἀτελής τε τελευτή,
    κοινὴ μὲν πάντεσσιν, ἀκοινώνητε δὲ μούνη,
    αὐτοπάτωρ, ἀπάτωρ, ἐρατή,  πολύγηθε, μεγίστη,
    εὐάνθεια, πλοκή, φιλία, πολύμικτε, δαῆμον,
    ἡγεμόνη, κράντειρα, φερέσβιε, παντρόφε κούρη,
    αὐτάρκεια, δίκη, Χαρίτων πολυώνυμε πειθώ,
    αἰθερία, χθονία καὶ εἰναλία μεδέουσα,
    πικρὰ μέν φαύλοισι, γλυκεῖα δὲ πειθομένοισι,
    πάνσοφε, πανδώτειρα, κομίστρια, παμβασίλεια,
    αὐξιτρόφος, πίειρα πεπαινομένων τε λύτειρα.
    πάντων μὲν σὺ πατήρ, μήτηρ, τροφὸς ἠδὲ τιθηνός,
    ὠκυλόχεια, μάκαιρα, πολύσπορος, ὡριὰς ὁρμή,
    παντοτεχνές, πλάστειρα, πολύκτιτε,  ποντία δαῖμον,
    ἀιδία, κινησιφόρε, πολύπειρε, περίφρων,
    ἀενάωι στροφάλιγγι θοὸν ῥύμα δινεύουσα,
    πάνρυτε, κυκλοτερής, ἀλλοτριομορφοδίαιτε,
    εὔθρονε, τιμήεσσα, μόνη τὸ κριθὲν τελέουσα,
    σκηπτούχων ἐφύπερθε βαρυβρεμέτειρα κρατίστη,
    ἄτρομε, πανδαμάτειρα, πεπρωμένη, αἶσα, πυρίπνους,
    ἀίδιος ζωὴ ἠδ' ἀθανάτη τε πρόνοια·
    πάντα σύ ἐσσι, ἄνασσα· σὺ γὰρ μούνη τάδε τεύχεις.
    ἀλλά, θεά, λίτομαί σε  σὺν εὐόλβοισιν  ἐν ὥραις
    εἰρήνην ὑγίειαν ἄγειν, αὔξησιν ἁπάντων.
     
    Πανός, θυμίαμα ποικίλα.
      Πᾶνα καλῶ κρατερόν, νόμιον, κόσμοιο τὸ σύμπαν,
    οὐρανὸν ἠδὲ θάλασσαν ἰδὲ χθόνα παμβασίλειαν
    καὶ πῦρ ἀθάνατον· τάδε γὰρ μέλη ἐστὶ τὰ Πανός.
    ἐλθέ, μάκαρ, σκιρτητά, περίδρομε, σύνθρονε Ὥραις,
    αἰγομελές, βακχευτά, φιλένθεε, ἀστροδίαιτε,
    ἁρμονίαν κόσμοιο κρέκων φιλοπαίγμονι μολπῆι,
    φαντασιῶν ἐπαρωγέ, φόβων ἔκπαγλε βροτείων,
    αἰγονόμοις χαίρων ἀνὰ πίδακας ἠδέ τε βούταις,
    εὔσκοπε, θηρητήρ, Ἠχοῦς φίλε, σύγχορε νυμφῶν,
    παντοφυής, γενέτωρ πάντων, πολυώνυμε δαῖμον,
    κοσμοκράτωρ, αὐξητά, φαεσφόρε, κάρπιμε Παιάν,
    ἀντροχαρές, βαρύμηνις, ἀληθὴς Ζεὺς ὁ κεράστης.
    σοὶ γὰρ ἀπειρέσιον γαίης πέδον ἐστήρικται,
    εἴκει δ' ἀκαμάτου πόντου τὸ βαθύρροον ὕδωρ
    Ὠκεανός τε πέριξ  ἐν ὕδασι  γαῖαν ἑλίσσων,
    ἀέριόν τε μέρισμα τροφῆς, ζωοῖσιν ἔναυσμα,
    καὶ κορυφῆς ἐφύπερθεν ἐλαφροτάτου πυρὸς ὄμμα.
    βαίνει γὰρ τάδε θεῖα πολύκριτα σαῖσιν ἐφετμαῖς·
    ἀλλάσσεις δὲ φύσεις πάντων ταῖς σαῖσι προνοίαις
    βόσκων ἀνθρώπων γενεὴν κατ' ἀπείρονα κόσμον.
    ἀλλά, μάκαρ, βακχευτά, φιλένθεε, βαῖν' ἐπὶ λοιβαῖς
    εὐιέροις, ἀγαθὴν δ' ὄπασον βιότοιο τελευτὴν
    Πανικὸν ἐκπέμπων οἶστρον ἐπὶ τέρματα γαίης.
    ,
    Ἡρακλέος, θυμίαμα λίβανον.
     Ἥρακλες ὀμβριμόθυμε, μεγασθενές, ἄλκιμε Τιτάν,
    καρτερόχειρ, ἀδάμαστε, βρύων ἄθλοισι κραταιοῖς,
    αἰολόμορφε, χρόνου πάτερ,  ἀίδιέ τε  ἐύφρων,
    ἄρρητ', ἀγριόθυμε, πολύλλιτε, παντοδυνάστα,
    παγκρατὲς ἦτορ ἔχων, κάρτος μέγα, τοξότα, μάντι,
    παμφάγε, παγγενέτωρ, πανυπέρτατε, πᾶσιν ἀρωγέ,
    ὃς θνητοῖς κατέπαυσας ἀνήμερα φῦλα διώξας,
    εἰρήνην ποθέων κουροτρόφον, ἀγλαότιμ[ον],
    αὐτοφυής, ἀκάμας, γαίης βλάστημα φέριστον,
    πρωτογόνοις στράψας βολίσιν, μεγαλώνυμε Παιών,
    ὃς περὶ κρατὶ φορεῖς ἠῶ καὶ νύκτα μέλαιναν,
    δώδεκ' ἀπ' ἀντολιῶν ἄχρι δυσμῶν ἆθλα διέρπων,
    ἀθάνατος, πολύπειρος, ἀπείριτος, ἀστυφέλικτος·
    ἐλθέ, μάκαρ, νούσων θελκτήρια πάντα κομίζων,
    ἐξέλασον δὲ κακὰς ἄτας κλάδον ἐν χερὶ πάλλων,
    πτηνοῖς τ' ἰοβόλοις κῆρας χαλεπὰς ἐπίπεμπε.
    ,
    Κρόνου, θυμίαμα στύρακα.
     Ἀιθαλής, μακάρων τε θεῶν πάτερ ἠδὲ καὶ ἀνδρῶν,
    ποικιλόβουλ', ἀμίαντε, μεγασθενές, ἄλκιμε Τιτάν,
    ὃς δαπανᾶις μὲν ἅπαντα καὶ αὔξεις ἔμπαλιν αὐτός,
    δεσμοὺς ἀρρήκτους ὃς ἔχεις κατ' ἀπείρονα κόσμον,
    αἰῶνος Κρόνε παγγενέτωρ, Κρόνε ποικιλόμυθε,
    Γαίης τε βλάστημα καὶ Οὐρανοῦ ἀστερόεντος,
    γέννα, φυή, μείωσι, Ῥέας πόσι, σεμνὲ Προμηθεῦ,
    ὃς ναίεις κατὰ πάντα μέρη κόσμοιο, γενάρχα,
    ἀγκυλομῆτα, φέριστε· κλύων ἱκετηρίδα φωνὴν
    πέμποις εὔολβον βιότου τέλος αἰὲν ἄμεμπτον.
     
    Ῥέας, θυμίαμα ἀρώματα.
    Πότνα Ῥέα, θύγατερ πολυμόρφου Πρωτογόνοιο,
     ἥτ' ἐπὶ ταυροφόρον  ἱερότροχον ἅρμα τιταίνεις,
    τυμπανόδουπε, φιλοιστρομανές, χαλκόκροτε κούρη,
    μῆτερ Ζηνὸς ἄνακτος Ὀλυμπίου, αἰγιόχοιο,
    πάντιμ', ἀγλαόμορφε, Κρόνου σύλλεκτρε μάκαιρα,
    οὔρεσιν ἣ χαίρεις θνητῶν τ' ὀλολύγμασι φρικτοῖς,
    παμβασίλεια Ῥέα, πολεμόκλονε, ὀμβριμόθυμε,
    ψευδομένη, σώτειρα, λυτηριάς, ἀρχιγένεθλε,
    μήτηρ μέν τε θεῶν ἠδὲ θνητῶν ἀνθρώπων·
    ἐκ σοῦ γὰρ καὶ γαῖα καὶ οὐρανὸς εὐρὺς ὕπερθεν
    καὶ πόντος πνοιαί τε· φιλόδρομε, ἀερόμορφε·
    ἐλθέ, μάκαιρα θεά, σωτήριος εὔφρονι βουλῆι
    εἰρήνην κατάγουσα σὺν εὐόλβοις κτεάτεσσι,
    λύματα καὶ κῆρας πέμπουσ' ἐπὶ τέρματα γαίης.
    ,
    Διός, θυμίαμα στύρακα.
      Ζεῦ πολυτίμητε, Ζεῦ ἄφθιτε, τήνδε τοι ἡμεῖς
    μαρτυρίαν τιθέμεσθα λυτήριον ἠδὲ πρόσευξιν.
    ὦ βασιλεῦ, διὰ σὴν κεφαλὴν ἐφάνη τάδε θεῖα,
    γαῖα θεὰ μήτηρ ὀρέων θ' ὑψηχέες ὄχθοι
    καὶ πόντος καὶ πάνθ', ὁπόσ' οὐρανὸς ἐντὸς ἔταξε·
    Ζεῦ Κρόνιε, σκηπτοῦχε, καταιβάτα, ὀμβριμόθυμε,
    παντογένεθλ', ἀρχὴ πάντων πάντων τε τελευτή,
    σεισίχθων, αὐξητά, καθάρσιε, παντοτινάκτα,
    ἀστραπαῖε, βρονταῖε, κεραύνιε, φυτάλιε Ζεῦ·
    κλῦθί μου, αἰολόμορφε, δίδου δ' ὑγίειαν ἀμεμφῆ
    εἰρήνην τε θεὰν καὶ πλούτου δόξαν ἄμεμπτον.
     
    Ἥρης, θυμίαμα ἀρώματα.
     Κυανέοις κόλποισιν ἐνημένη, ἀερόμορφε,
    Ἥρα παμβασίλεια, Διὸς σύλλεκτρε μάκαιρα,
    ψυχοτρόφους αὔρας θνητοῖς παρέχουσα προσηνεῖς,
    ὄμβρων μὲν μήτηρ, ἀνέμων τροφέ, παντογένεθλε·
    χωρὶς γὰρ σέθεν οὐδὲν ὅλως ζωῆς φύσιν ἔγνω·
    κοινωνεῖς γὰρ ἅπασι κεκραμένη ἠέρι σεμνῶι·
    πάντων γὰρ κρατέεις μούνη πάντεσσί τ' ἀνάσσεις
    ἠερίοις ῥοίζοισι τινασσομένη κατὰ χεῦμα.
    ἀλλά, μάκαιρα θεά, πολυώνυμε, παμβασίλεια,
    ἔλθοις εὐμενέουσα καλῶι γήθοντι προσώπωι.
     
    Ποσειδῶνος, θυμίαμα σμύρναν.
      Κλῦθι, Ποσείδαον γαιήοχε, κυανοχαῖτα,
    ἵππιε, χαλκοτόρευτον ἔχων χείρεσσι τρίαιναν,
    ὃς ναίεις πόντοιο βαθυστέρνοιο θέμεθλα,
    ποντομέδων, ἁλίδουπε, βαρύκτυπε, ἐννοσίγαιε,
    κυμοθαλής, χαριδῶτα, τετράορον ἅρμα διώκων,
    εἰναλίοις ῥοίζοισι τινάσσων ἁλμυρὸν ὕδωρ,
    ὃς τριτάτης ἔλαχες μοίρης βαθὺ χεῦμα θαλάσσης,
    κύμασι τερπόμενος θηρσίν θ' ἅμα, πόντιε δαῖμον·
    ἕδρανα γῆς σώζοις καὶ νηῶν εὔδρομον ὁρμήν,
    εἰρήνην, ὑγίειαν ἄγων ἠδ' ὄλβον ἀμεμφῆ.

    Εἰς Πλούτωνα.
     Ὦ τὸν ὑποχθόνιον ναίων δόμον, ὀμβριμόθυμε,
    Ταρτάριον λειμῶνα βαθύσκιον ἠδὲ λιπαυγῆ,
    Ζεῦ χθόνιε, σκηπτοῦχε, τάδ' ἱερὰ δέξο προθύμως,
    Πλούτων, ὃς κατέχεις γαίης κληῖδας ἁπάσης,
    πλουτοδοτῶν γενεὴν βροτέην καρποῖς ἐνιαυτῶν·
    ὃς τριτάτης μοίρης ἔλαχες χθόνα παμβασίλειαν,
    ἕδρανον ἀθανάτων, θνητῶν στήριγμα κραταιόν·
    ὃς θρόνον ἐστήριξας ὑπὸ ζοφοειδέα χῶρον
    τηλέπορον 'τ'(, ἀκάμαντα, λιπόπνοον, ἄκριτον Ἅιδην
    κυάνεόν τ' Ἀχέρονθ', ὃς ἔχει ῥιζώματα γαίης·
    ὃς κρατέεις θνητῶν θανάτου χάριν, ὦ πολυδέγμων
    Εὔβουλ', ἁγνοπόλου Δημήτερος ὅς ποτε παῖδα
    νυμφεύσας λειμῶνος ἀποσπαδίην διὰ πόντου
    τετρώροις ἵπποισιν ὑπ' Ἀτθίδος ἤγαγες ἄντρον
    δήμου Ἐλευσῖνος, τόθι περ πύλαι εἴσ' Ἀίδαο.
    μοῦνος ἔφυς ἀφανῶν ἔργων φανερῶν τε βραβευτής,
    ἔνθεε, παντοκράτωρ, ἱερώτατε, ἀγλαότιμε,
    σεμνοῖς μυστιπόλοις χαίρων ὁσίοις τε σεβασμοῖς·
    ἵλαον ἀγκαλέω σε μολεῖν κεχαρηότα μύσταις.
     
    Κεραυνοῦ Διόσ, θυμίαμα στύρακα.
      Ζεῦ πάτερ, ὑψίδρομον πυραυγέα κόσμον ἐλαύνων,
    στράπτων αἰθερίου στεροπῆς πανυπέρτατον αἴγλην,
    παμμακάρων ἕδρανον θείαις βρονταῖσι τινάσσων,
    νάμασι παννεφέλοις στεροπὴν φλεγέθουσαν ἀναίθων,
    λαίλαπας, ὄμβρους, πρηστῆρας κρατερούς τε κεραυνούς,
    βάλλων  ἐς ῥοθίους φλογερούς, βελέεσσι καλύπτων
    παμφλέκτους, κρατερούς, φρικώδεας, ὀμβριμοθύμους,
    πτηνὸν ὅπλον δεινόν, κλονοκάρδιον, ὀρθοέθειρον,
    αἰφνίδιον, βρονταῖον, ἀνίκητον βέλος ἁγνόν,
    ῥοίζου ἀπειρεσίου δινεύμασι παμφάγον ὁρμήν,
    ἄρρηκτον, βαρύθυμον, ἀμαιμάκετον πρηστῆρα
    οὐράνιον βέλος ὀξὺ καταιβάτου αἰθαλόεντος,
    ὃν καὶ γαῖα πέφρικε θάλασσά τε παμφανόωντα,
    καὶ θῆρες πτήσσουσιν, ὅταν κτύπος οὖας ἐσέλθηι·
    μαρμαίρει δὲ πρόσωπ' αὐγαῖς, σμαραγεῖ δὲ κεραυνὸς
    αἰθέρος ἐν γυάλοισι· διαρρήξας δὲ χιτῶνα
    οὐράνιον προκάλυμμα  βάλλεις ἀργῆτα κεραυνόν.
    ἀλλά, μάκαρ, θυμὸν [.....] κύμασι πόντου
    ἠδ' ὀρέων κορυφαῖσι· τὸ σὸν κράτος ἴσμεν ἅπαντες.
    ἀλλὰ χαρεὶς λοιβαῖσι δίδου φρεσὶν αἴσιμα πάντα
    ζωήν τ' ὀλβιόθυμον, ὁμοῦ θ' ὑγίειαν ἄνασσαν
    εἰρήνην τε θεόν, κουροτρόφον, ἀγλαότιμον,
    καὶ βίον εὐθύμοισιν ἀεὶ θάλλοντα λογισμοῖς.
     
    Διὸς Ἀστραπαίου, θυμίαμα λιβανομάνναν.
     Κικλήσκω μέγαν, ἁγνόν, ἐρισμάραγον, περίφαντον,
    ἀέριον, φλογόεντα, πυρίδρομον, ἀεροφεγγῆ,
    ἀστράπτοντα σέλας νεφέων παταγοδρόμωι αὐδῆι,
    φρικώδη, βαρύμηνιν, ἀνίκητον θεὸν ἁγνόν,
    ἀστραπαῖον Δία, παγγενέτην, βασιλῆα μέγιστον,
    εὐμενέοντα φέρειν γλυκερὴν βιότοιο τελευτήν.
     
    Νεφῶν, θυμίαμα σμύρναν.
     Ἀέριοι νεφέλαι, καρποτρόφοι, οὐρανόπλαγκτοι,
    ὁμβροτόκοι, πνοιαῖσιν ἐλαυνόμεναι κατὰ κόσμον,
    βρονταῖαι, πυρόεσσαι, ἐρίβρομοι, ὑγροκέλευθοι,
    ἀέρος ἐν κόλπωι πάταγον φρικώδη ἔχουσαι,
    πνεύμασιν ἀντίσπαστοι ἐπιδρομάδην παταγεῦσαι,
    ὑμᾶς νῦν λίτομαι, δροσοείμονες, εὔπνοοι αὔραις,
    πέμπειν καρποτρόφους ὄμβρους ἐπὶ μητέρα γαῖαν.
     
    Θαλάσσης, θυμίαμα λιβανομάνναν.
     Ὠκεανοῦ καλέω νύμφην, γλαυκώπιδα Τηθύν,
    κυανόπεπλον ἄνασσαν, ἐύτροχα κυμαίνουσαν,
    αὔραις ἡδυπνόοισι πατασσομένην περὶ γαῖαν.
    θραύουσ' αἰγιαλοῖσι πέτρηισί τε κύματα μακρά,
    εὐδίνοις ἁπαλοῖσι γαληνιόωσα δρόμοισι,
    ναυσὶν ἀγαλλομένη, θηροτρόφε, ὑγροκέλευθε,
    μήτηρ μὲν Κύπριδος, μήτηρ νεφέων ἐρεβεννῶν
    καὶ πάσης πηγῆς νυμφῶν νασμοῖσι βρυούσης·
    κλῦθί μου, ὦ πολύσεμνε, καὶ εὐμενέουσ' ἐπαρήγοις,
    εὐθυδρόμοις οὖρον ναυσὶν πέμπουσα, μάκαιρα.

    Νηρέως, θυμίαμα σμύρναν.
     Ὦ κατέχων πόντου ῥίζας, κυαναυγέτιν ἕδρην,
    πεντήκοντα κόραισιν ἀγαλλόμενος κατὰ κῦμα
    καλλιτέκνοισι χοροῖς, Νηρεῦ, μεγαλώνυμε δαῖμον,
    πυθμὴν μὲν πόντου, γαίης πέρας, ἀρχὴ ἁπάντων,
    ὃς κλονέεις Δηοῦς ἱερὸν βάθρον, ἡνίκα πνοιὰς
    ἐν μυχίοις κευθμῶσιν ἐλαυνομένας ἀποκλείηις·
    ἀλλά, μάκαρ, σεισμοὺς μὲν ἀπότρεπε, πέμπε δὲ μύσταις
    ὄλβον τ' εἰρήνην τε καὶ ἠπιόχειρον ὑγείην.
     
    Νηρηίδων, θυμίαμα ἀρώματα.
      Νηρέος εἰναλίου νύμφαι καλυκώπιδες, ἁγναί,
     σφράγιαι βύθιαι, χοροπαίγμονες, ὑγροκέλευθοι,
    πεντήκοντα κόραι περὶ κύμασι βακχεύουσαι,
    Τριτώνων ἐπ' ὄχοισιν ἀγαλλόμεναι περὶ νῶτα
    θηροτύποις μορφαῖς, ὧν βόσκει σώματα πόντος,
    ἄλλοις θ' οἳ ναίουσι βυθόν, Τριτώνιον οἶδμα,
    ὑδρόδομοι, σκιρτηταί, ἑλισσόμενοι περὶ κῦμα,
    ποντοπλάνοι δελφῖνες, ἁλιρρόθιοι, κυαναυγεῖς.
    ὑμᾶς κικλήσκω πέμπειν μύσταις πολὺν ὄλβον·
    ὑμεῖς γὰρ πρῶται τελετὴν ἀνεδείξατε σεμνὴν
    εὐιέρου Βάκχοιο καὶ ἁγνῆς Φερσεφονείης,
    Καλλιόπηι σὺν μητρὶ καὶ Ἀπόλλωνι ἄνακτι.

    Πρωτέως, θυμίαμα στύρακα.
     Πρωτέα κικλήσκω, πόντου κληῖδας ἔχοντα,
    πρωτογενῆ, πάσης φύσεως ἀρχὰς ὃς ἔφηνεν
    ὕλην ἀλλάσσων ἱερὴν ἰδέαις πολυμόρφοις,
    πάντιμος, πολύβουλος, ἐπιστάμενος τά τ' ἐόντα
    ὅσσα τε πρόσθεν ἔην ὅσα τ' ἔσσεται ὕστερον αὖτις·
    πάντα γὰρ αὐτὸς ἔχων μεταβάλλεται οὐδέ τις ἄλλος
    ἀθανάτων, οἳ ἔχουσιν ἕδος νιφόεντος Ὀλύμπου
    καὶ πόντον καὶ γαῖαν ἐνηέριοί τε ποτῶνται·
     πάντα γὰρ  Πρωτεῖ πρώτη φύσις ἐγκατέθηκε.
    ἀλλά, πάτερ, μόλε μυστιπόλοις ὁσίαισι προνοίαις
    πέμπων εὐόλβου βιότου τέλος ἐσθλὸν ἐπ' ἔργοις.

    Γῆς, θυμίαμα πᾶν σπέρμα πλὴν κυάμων καὶ ἀρωμάτων.
      Γαῖα θεά, μῆτερ μακάρων θνητῶν τ' ἀνθρώπων,
    παντρόφε, πανδώτειρα, τελεσφόρε, παντολέτειρα,
    αὐξιθαλής, φερέκαρπε, καλαῖς ὥραισι βρύουσα,
    ἕδρανον ἀθανάτου κόσμου, πολυποίκιλε κούρη,
    ἣ λοχίαις ὠδῖσι κύεις καρπὸν πολυειδῆ,
    ἀιδία, πολύσεπτε, βαθύστερν', ὀλβιόμοιρε,
    ἡδυπνόοις χαίρουσα χλόαις πολυανθέσι δαῖμον,
    ὀμβροχαρής, περὶ ἣν κόσμος πολυδαίδαλος ἄστρων
    εἱλεῖται φύσει ἀενάωι καὶ ῥεύμασι δεινοῖς.
    ἀλλά, μάκαιρα θεά, καρποὺς αὔξοις πολυγηθεῖς
    εὐμενὲς ἦτορ ἔχουσα,  σὺν ὀλβίοισιν  ἐν ὥραις.
     
    Μητρὸς θεῶν, θυμίαμα ποικίλα.
     Ἀθανάτων θεότιμε θεῶν μῆτερ, τροφὲ πάντων,
    τῆιδε μόλοις, κράντειρα θεά, σέο, πότνι', ἐπ' εὐχαῖς,
    ταυροφόνων ζεύξασα ταχυδρόμον ἅρμα λεόντων,
    σκηπτοῦχε κλεινοῖο πόλου, πολυώνυμε, σεμνή,
    ἣ κατέχεις κόσμοιο μέσον θρόνον, οὕνεκεν αὐτὴ
    γαῖαν ἔχεις θνητοῖσι τροφὰς παρέχουσα προσηνεῖς.
    ἐκ σέο δ' ἀθανάτων τε γένος θνητῶν τ' ἐλοχεύθη,
    σοὶ ποταμοὶ κρατέονται ἀεὶ καὶ πᾶσα θάλασσα,
    Ἑστία αὐδαχθεῖσα· σὲ δ' ὀλβοδότιν καλέουσι,
    παντοίων ἀγαθῶν θνητοῖς ὅτι δῶρα χαρίζηι,
    ἔρχεο πρὸς τελετήν, ὦ πότνια, τυμπανοτερπήσ,
    πανδαμάτωρ, Φρυγίη'σ(, σώτειρα, Κρόνου συνόμευνε,
    Οὐρανόπαι, πρέσβειρα, βιοθρέπτειρα, φίλοιστρε·
    ἔρχεο γηθόσυνος, κεχαρημένη εὐσεβίηισιν.

    Ἑρμοῦ, θυμίαμα λίβανον.
     Κλῦθί μου, Ἑρμεία, Διὸς ἄγγελε, Μαιάδος υἱέ,
    παγκρατὲς ἦτορ ἔχων, ἐναγώνιε, κοίρανε θνητῶν,
    εὔφρων, ποικιλόβουλε, διάκτορε ἀργειφόντα,
    πτηνοπέδιλε, φίλανδρε, λόγου θνητοῖσι προφῆτα,
    γυμνάσιν ὃς χαίρεις δολίαις τ' ἀπάταις,  τροφιοῦχε,
    ἑρμηνεῦ πάντων, κερδέμπορε, λυσιμέριμνε,
    ὃς χείρεσσιν ἔχεις εἰρήνης ὅπλον ἀμεμφές,
    Κωρυκιῶτα, μάκαρ, ἐριούνιε, ποικιλόμυθε,
    ἐργασίαις ἐπαρωγέ, φίλε θνητοῖς ἐν ἀνάγκαις,
    γλώσσης δεινὸν ὅπλον τὸ σεβάσμιον ἀνθρώποισι·
    κλῦθί μου εὐχομένου, βιότου τέλος ἐσθλὸν ὀπάζων
    ἐργασίαισι, λόγου χάρισιν καὶ μνημοσύνηισιν.

    Ὕμνος Περσεφόνης.
     Φερσεφόνη, θύγατερ μεγάλου Διός, ἐλθέ, μάκαιρα,
    μουνογένεια θεά, κεχαρισμένα δ' ἱερὰ δέξαι,
    Πλούτωνος πολύτιμε δάμαρ, κεδνή, βιοδῶτι,
    ἣ κατέχεις Ἀίδαο πύλας ὑπὸ κεύθεα γαίης,
    Πραξιδίκη, ἐρατοπλόκαμε, Δηοῦς θάλος ἁγνόν,
    Εὐμενίδων γενέτειρα, ὑποχθονίων βασίλεια,
    ἣν Ζεὺς ἀρρήτοισι γοναῖς τεκνώσατο κούρην,
    μῆτερ ἐριβρεμέτου πολυμόρφου Εὐβουλῆος,
    Ὡρῶν συμπαίκτειρα, φαεσφόρε, ἀγλαόμορφε,
    σεμνή, παντοκράτειρα, κόρη καρποῖσι βρύουσα,
    εὐφεγγής, κερόεσσα, μόνη θνητοῖσι ποθεινή,
    εἰαρινή, λειμωνιάσιν χαίρουσα πνοῆισιν,
    ἱερὸν ἐκφαίνουσα δέμας βλαστοῖς χλοοκάρποις,
    ἁρπαγιμαῖα λέχη μετοπωρινὰ νυμφευθεῖσα,
    ζωὴ καὶ θάνατος μούνη θνητοῖς πολυμόχθοις,
    Φερσεφόνη· φέρβεις γὰρ ἀεὶ καὶ πάντα φονεύεις.
    κλῦθι, μάκαιρα θεά, καρποὺς δ' ἀνάπεμπ' ἀπὸ γαίης
    εἰρήνηι θάλλουσα καὶ ἠπιοχείρωι ὑγείαι
    καὶ βίωι εὐόλβωι λιπαρὸν γῆρας κατάγοντι
    πρὸς σὸν χῶρον, ἄνασσα, καὶ εὐδύνατον Πλούτωνα.

    Διονύσου, θυμίαμα στύρακα.
     Κικλήσκω Διόνυσον ἐρίβρομον, εὐαστῆρα,
    πρωτόγονον, διφυῆ, τρίγονον, Βακχεῖον ἄνακτα,
    ἄγριον, ἄρρητον, κρύφιον, δικέρωτα, δίμορφον,
    κισσόβρυον, ταυρωπόν, Ἀρήιον, εὔιον, ἁγνόν,
    ὠμάδιον, τριετῆ, βοτρυηφόρον, ἐρνεσίπεπλον.
    Εὐβουλεῦ, πολύβουλε, Διὸς καὶ Περσεφονείης
    ἀρρήτοις λέκτροισι τεκνωθείς, ἄμβροτε δαῖμον·
    κλῦθι, μάκαρ, φωνῆς, ἡδὺς δ' ἐπίπνευσον ἀμεμ[φ]ής
    εὐμενὲς ἦτορ ἔχων, σὺν ἐυζώνοισι τιθήναις.

    Ὕμνος Κουρήτων.
    Σκιρτηταὶ Κουρῆτες, ἐνόπλια βήματα θέντες,
    ποσσίκροτοι, ῥομβηταί, ὀρέστεροι, εὐαστῆρες,
    κρουσιλύραι, παράρυθμοι, ἐπεμβάται, ἴχνεσι κοῦφοι,
    ὁπλοφόροι, φύλακες, κοσμήτορες, ἀγλαόφημοι,
    μητρὸς ὀρειομανοῦς συνοπάονες, ὀργιοφάνται·
    ἔλθοιτ' εὐμενέοντες ἐπ' εὐφήμοισι λόγοισι,
    βουκόλωι εὐάντητοι ἀεὶ κεχαρηότι θυμῶι.

    Ἀθηνᾶς, θυμίαμα ἀρώματα.
    Παλλὰς μουνογενήσ, μεγάλου Διὸς ἔκγονε σεμνή,
    δῖα, μάκαιρα θεά, πολεμόκλονε, ὀμβριμόθυμε,
    ἄρρητε, ῥητή, μεγαλώνυμε, ἀντροδίαιτε,
    ἣ διέπεις ὄχθους ὑψαύχενας ἀκρωρείους
    ἠδ' ὄρεα σκιόεντα, νάπαισί τε σὴν φρένα τέρπεις,
    ὁπλοχαρής, οἰστροῦσα βροτῶν ψυχὰς μανίαισι,
    γυμνάζουσα κόρη, φρικώδη θυμὸν ἔχουσα,
    Γοργοφόνη, φυγόλεκτρε, τεχνῶν μῆτερ πολύολβε,
    ὁρμάστειρα, φίλοιστρε κακοῖς, ἀγαθοῖς δὲ φρόνησις·
    ἄρσην μὲν καὶ θῆλυς ἔφυς, πολεματόκε, μῆτι,
    αἰολόμορφε, δράκαινα, φιλένθεε, ἀγλαότιμε,
    Φλεγραίων ὀλέτειρα Γιγάντων, ἱππελάτειρα,
    Τριτογένεια, λύτειρα κακῶν, νικηφόρε δαῖμον,
    ἤματα καὶ νύκτας αἰεὶ νεάταισιν ἐν ὥραις,
    κλῦθί μου εὐχομένου, δὸς δ' εἰρήνην πολύολβον
    καὶ κόρον ἠδ' ὑγίειαν  ἐπ' εὐόλβοισιν  ἐν ὥραις,
    γλαυκῶφ', εὑρεσίτεχνε, πολυλλίστη βασίλεια.

    Νίκης, θυμίαμα μάνναν.
      Εὐδύνατον καλέω Νίκην, θνητοῖσι ποθεινήν,
    ἣ μούνη λύει θνητῶν ἐναγώνιον ὁρμὴν
    καὶ στάσιν ἀλγινόεσσαν ἐπ' ἀντιπάλοισι μάχαισιν,
    ἐν πολέμοις κρίνουσα τροπαιούχοισιν ἐπ' ἔργοις,
    οἷς ἂν ἐφορμαίνουσα φέροις γλυκερώτατον εὖχος·
    πάντων γὰρ κρατέεις, πάσης δ' ἔριδος κλέος ἐσθλὸν
    Νίκηι ἐπ' εὐδόξωι κεῖται θαλίαισι βρυάζον.
    ἀλλά, μάκαιρ', ἔλθοις πεποθημένη ὄμματι φαιδρῶι
    αἰεὶ ἐπ' εὐδόξοις ἔργοις κλέος ἐσθλὸν ἄγουσα.
     
    Ἀπόλλωνος, θυμίαμα μάνναν.
     Ἐλθέ, μάκαρ, Παιάν, Τιτυοκτόνε, Φοῖβε, Λυκωρεῦ,
    Μεμφῖτ', ἀγλαότιμε, ἰήιε, ὀλβιοδῶτα,
    χρυσολύρη, σπερμεῖε, ἀρότριε, Πύθιε, Τιτάν,
    Γρύνειε, Σμινθεῦ, Πυθοκτόνε, Δελφικέ, μάντι,
    ἄγριε, φωσφόρε δαῖμον, ἐράσμιε, κύδιμε κοῦρε,
     μουσαγέτα, χοροποιέ, ἑκηβόλε, τοξοβέλεμνε,
    Βράγχιε καὶ Διδυμεῦ,  ἑκάεργε, Λοξία, ἁγνέ,
    Δήλι' ἄναξ, πανδερκὲς ἔχων φαεσίμβροτον ὄμμα,
    χρυσοκόμα, καθαρὰς φήμας χρησμούς τ' ἀναφαίνων·
    κλῦθί μου εὐχομένου λαῶν ὕπερ εὔφρονι θυμῶι·
    τόνδε σὺ γὰρ λεύσσεις τὸν ἀπείριτον αἰθέρα πάντα
    γαῖαν δ' ὀλβιόμοιρον ὕπερθέ τε καὶ δι' ἀμολγοῦ,
    νυκτὸς ἐν ἡσυχίαισιν ὑπ' ἀστεροόμματον ὄρφνην
    ῥίζας νέρθε δέδορκας, ἔχεις δέ τε πείρατα κόσμου
    παντός· σοὶ δ' ἀρχή τε τελευτή τ' ἐστὶ μέλουσα,
    παντοθαλής, σὺ δὲ πάντα πόλον κιθάρηι πολυκρέκτωι
    ἁρμόζεις, ὁτὲ μὲν νεάτης ἐπὶ τέρματα βαίνων,
    ἄλλοτε δ' αὖθ' ὑπάτης, ποτὲ Δώριον εἰς διάκοσμον
    πάντα πόλον κιρνὰς κρίνεις βιοθρέμμονα φῦλα,
    ἁρμονίηι κεράσας 'τὴν( παγκόσμιον ἀνδράσι μοῖραν,
    μίξας χειμῶνος θέρεός τ' ἴσον ἀμφοτέροισιν,
    ταῖς ὑπάταις χειμῶνα, θέρος νεάταις διακρίνας,
    Δώριον εἰς ἔαρος πολυηράτου ὥριον ἄνθος.
    ἔνθεν ἐπωνυμίην σε βροτοὶ κλήιζουσιν ἄνακτα,
    Πᾶνα, θεὸν δικέρωτ', ἀνέμων συρίγμαθ' ἱέντα·
    οὕνεκα παντὸς ἔχεις κόσμου σφραγῖδα τυπῶτιν.
    κλῦθι, μάκαρ, σώζων μύστας ἱκετηρίδι φωνῆι.
     
    Λητοῦς, θυμίαμα σμύρναν.
     Λητὼ κυανόπεπλε, θεὰ διδυματόκε, σεμνή,
    Κοιαντίς, μεγάθυμε, πολυλλίστη βασίλεια,
    εὔτεκνον Ζηνὸς γονίμην ὠδῖνα λαχοῦσα,
    γειναμένη Φοῖβόν τε καὶ Ἄρτεμιν ἰοχέαιραν,
    τὴν μὲν ἐν Ὀρτυγίηι, τὸν δὲ κραναῆι ἐνὶ Δήλωι,
    κλῦθι, θεὰ δέσποινα, καὶ ἵλαον ἦτορ ἔχουσα
    βαῖν' ἐπὶ πάνθειον τελετὴν τέλος ἡδὺ φέρουσα.

    Ἀρτέμιδος, θυμίαμα μάνναν.
     Κλῦθί μου, ὦ βασίλεια, Διὸς πολυώνυμε κούρη,
    Τιτανίς, βρομία, μεγαλώνυμε, τοξότι, σεμνή,
    πασιφαής, δαιδοῦχε θεά, Δίκτυννα, λοχεία,
    ὠδίνων ἐπαρωγὲ καὶ ὠδίνων ἀμύητε,
    λυσίζωνε, φίλοιστρε, κυνηγέτι, λυσιμέριμνε,
    εὔδρομε, ἰοχέαιρα, φιλαγρότι, νυκτερόφοιτε,
    κληισία, εὐάντητε, λυτηρία, ἀρσενόμορφε,
    Ὀρθία, ὠκυλόχεια, βροτῶν κουροτρόφε δαῖμον,
    ἀμβροτέρα, χθονία, θηροκτόνε, ὀλβιόμοιρε,
    ἣ κατέχεις ὀρέων δρυμούς, ἐλαφηβόλε, σεμνή,
    πότνια, παμβασίλεια, καλὸν θάλος, αἰὲν ἐοῦσα,
    δρυμονία, σκυλακῖτι, Κυδωνιάς, αἰολόμορφε·
    ἐλθέ, θεὰ σώτειρα, φίλη, μύστηισιν ἅπασιν
    εὐάντητος, ἄγουσα καλοὺς καρποὺς ἀπὸ γαίης
    εἰρήνην τ' ἐρατὴν καλλιπλόκαμόν θ' ὑγίειαν·
    πέμποις δ' εἰς ὀρέων κεφαλὰς νούσους τε καὶ ἄλγη.

    Τιτάνων, θυμίαμα λίβανον.
     Τιτῆνες, Γαίης τε καὶ Οὐρανοῦ ἀγλαὰ τέκνα,
    ἡμετέρων πρόγονοι πατέρων, γαίης ὑπένερθεν
    οἴκοις Ταρταρίοισι μυχῶι χθονὸς ἐνναίοντες,
    ἀρχαὶ καὶ πηγαὶ πάντων θνητῶν πολυμόχθων,
    εἰναλίων πτηνῶν τε καὶ οἳ χθόνα ναιετάουσιν·
    ἐξ ὑμέων γὰρ πᾶσα πέλει γενεὰ κατὰ κόσμον.
    ὑμᾶς κικλήσκω μῆνιν χαλεπὴν ἀποπέμπειν,
    εἴ τις ἀπὸ χθονίων προγόνων οἴκοις ἐπελάσθη.

    Κουρήτων, θυμίαμα λίβανον.
    Χαλκόκροτοι Κουρῆτες, Ἀρήια τεύχε' ἔχοντες,
    οὐράνιοι χθόνιοί τε καὶ εἰνάλιοι, πολύολβοι,
    ζωιογόνοι πνοιαί, κόσμου σωτῆρες ἀγαυοί,
    οἵτε Σαμοθράικην, ἱερὴν χθόνα, ναιετάοντες
    κινδύνους θνητῶν ἀπερύκετε ποντοπλανήτων·
    ὑμεῖς καὶ τελετὴν πρῶτοι μερόπεσσιν ἔθεσθε,
    ἀθάνατοι Κουρῆτες, Ἀρήια τεύχε' ἔχοντες·
    νωμᾶτ' Ὠκεανόν, νωμᾶθ' ἅλα δένδρεά θ' αὕτως·
    ἐρχόμενοι γαῖαν κοναβίζετε ποσσὶν ἐλαφροῖς,
    μαρμαίροντες ὅπλοις· πτήσσουσι δὲ θῆρες ἅπαντες
    ὁρμώντων, θόρυβος δὲ βοή τ' εἰς οὐρανὸν ἵκει
    εἱλιγμοῖς τε ποδῶν κονίη νεφέλας ἀφικάνει
    ἐρχομένων· τότε δή ῥα καὶ ἄνθεα πάντα τέθηλε.
    δαίμονες ἀθάνατοι, τροφέες καὶ αὖτ' ὀλετῆρες,
    ἡνίκ' ἂν ὁρμαίνητε χολούμενοι ἀνθρώποισιν
    ὀλλύντες βίοτον καὶ κτήματα ἠδὲ καὶ αὐτοὺς
     πιμπλάντες, στοναχεῖ δὲ μέγας πόντος βαθυδίνης,
    δένδρη δ' ὑψικάρην' ἐκ ῥιζῶν ἐς χθόνα πίπτει,
    ἠχὼ δ' οὐρανία κελαδεῖ ῥοιζήμασι φύλλων.
    Κουρῆτες Κορύβαντες, ἀνάκτορες εὐδύνατοί τε
    ἐν Σαμοθράικηι ἄνακτες, ὁμοῦ δὲ Διόσκοροι αὐτοί,
    πνοιαὶ ἀέναοι, ψυχοτρόφοι, ἀεροειδεῖς,
    οἵτε καὶ οὐράνιοι δίδυμοι κλήιζεσθ' ἐν Ὀλύμπωι,
    εὔπνοοι, εὔδιοι, σωτήριοι ἠδὲ προσηνεῖς,
    ὡροτρόφοι, φερέκαρποι ἐπιπνείοιτε ἄνακτες.
     
    Κορύβαντος, θυμίαμα λίβανον.
      Κικλήσκω χθονὸς ἀενάου βασιλῆα μέγιστον,
    Κύρβαντ' ὀλβιόμοιρον, Ἀρήιον, ἀπροσόρατον,
    νυκτερινὸν Κουρῆτα, φόβων ἀποπαύστορα δεινῶν,
    φαντασιῶν ἐπαρωγόν, ἐρημοπλάνον Κορύβαντα,
    αἰολόμορφον ἄνακτα, θεὸν διφυῆ, πολύμορφον,
    φοίνιον, αἱμαχθέντα κασιγνήτων ὑπὸ δισσῶν,
    Δηοῦς ὃς γνώμαισιν ἐνήλλαξας δέμας ἁγνόν,
    θηρότυπον θέμενος μορφὴν δνοφεροῖο δράκοντος·
    κλῦθι, μάκαρ, φωνῶν, χαλεπὴν δ' ἀποπέμπεο μῆνιν,
    παύων φαντασίας, ψυχῆς ἐκπλήκτου ἀνάγκας.

    Δήμητρος Ἐλευσινίας, θυμίαμα στύρακα.
    Δηώ, παμμήτειρα θεά, πολυώνυμε δαῖμον,
    σεμνὴ Δήμητερ, κουροτρόφε, ὀλβιοδῶτι,
    πλουτοδότειρα θεά, σταχυοτρόφε, παντοδότειρα,
    εἰρήνηι χαίρουσα καὶ ἐργασίαις πολυμόχθοις,
    σπερμεία, σωρῖτι, ἀλωαία, χλοόκαρπε,
    ἣ ναίεις ἁγνοῖσιν Ἐλευσῖνος γυάλοισιν,
    ἱμερόεσσ', ἐρατή, θνητῶν θρέπτειρα προπάντων,
    ἡ πρώτη ζεύξασα βοῶν ἀροτῆρα τένοντα
    καὶ βίον ἱμερόεντα βροτοῖς πολύολβον ἀνεῖσα,
    αὐξιθαλής, Βρομίοιο συνέστιος, ἀγλαότιμος,
    λαμπαδόεσσ', ἁγνή, δρεπάνοις χαίρουσα θερείοις·
    σὺ χθονία, σὺ δὲ φαινομένη, σὺ δε πᾶσι προσηνής·
    εὔτεκνε, παιδοφίλη, σεμνή, κουροτρόφε κούρα,
    ἅρμα δρακοντείοισιν ὑποζεύξασα χαλινοῖς
    ἐγκυκλίοις δίναις περὶ σὸν θρόνον εὐάζουσα,
    μουνογενής, πολύτεκνε θεά, πολυπότνια θνητοῖς,
    ἧς πολλαὶ μορφαί, πολυάνθεμοι, ἱεροθαλεῖς.
    ἐλθέ, μάκαιρ', ἁγνή, καρποῖς βρίθουσα θερείοις,
    εἰρήνην κατάγουσα καὶ εὐνομίην ἐρατεινὴν
    καὶ πλοῦτον πολύολβον, ὁμοῦ δ' ὑγίειαν ἄνασσαν.

    Μητρὸς Ἀνταίας, θυμίαμα ἀρώματα.
     Ἀνταία βασίλεια, θεά, πολυώνυμε μῆτερ
    ἀθανάτων τε θεῶν ἠδὲ θνητῶν ἀνθρώπων,
    ἥ ποτε μαστεύουσα πολυπλάγκτωι ἐν ἀνίηι
    νηστείαν κατέπαυσας Ἐλευσῖνος 'ἐν( γυάλοισιν
    ἦλθές τ' εἰς Ἀίδην πρὸς ἀγαυὴν Περσεφόνειαν
    ἁγνὸν παῖδα Δυσαύλου ὁδηγητῆρα λαβοῦσα,
    μηνυτῆρ' ἁγίων λέκτρων χθονίου Διὸς ἁγνοῦ,
    Εὔβουλον τεύξασα θεὸν θνητῆς ἀπ' ἀνάγκης.
    ἀλλά, θεά, λίτομαί σε, πολυλλίστη βασίλεια,
    ἐλθεῖν εὐάντητον ἐπ' εὐιέρωι σέο μύστηι.
     
    Μίσης, θυμίαμα στύρακα.
     Θεσμοφόρον καλέω ναρθηκοφόρον Διόνυσον,
    σπέρμα πολύμνηστον, πολυώνυμον Εὐβουλῆα,
    ἁγνήν εὐίερόν τε Μίσην ἄρρητον ἄνασσαν,
    ἄρσενα καὶ θῆλυν, διφυῆ, λύσειον Ἴακχον·
    εἴτ' ἐν Ἐλευσῖνος τέρπηι νηῶι θυόεντι,
    εἴτε καὶ ἐν Φρυγίηι σὺν Μητέρι μυστιπολεύεις,
    ἢ Κύπρωι τέρπηι σὺν ἐυστεφάνωι Κυθερείηι,
    ἢ καὶ πυροφόροις πεδίοις ἐπαγάλλεαι ἁγνοῖς
    σὺν σῆι μητρὶ θεᾶι μελανηφόρωι Ἴσιδι σεμνῆι,
    Αἰγύπτου παρὰ χεῦμα σὺν ἀμφιπόλοισι τιθήναις·
    εὐμενέουσ' ἔλθοις ἀγαθοὺς τελετῆς ἐπ' ἀέθλους.
     
    Ὡρῶν, θυμίαμα ἀρώματα.
     Ὧραι θυγατέρες Θέμιδος καὶ Ζηνὸς ἄνακτος,
    Εὐνομίη τε Δίκη τε καὶ Εἰρήνη πολύολβε,
    εἰαριναί, λειμωνιάδες, πολυάνθεμοι, ἁγναί,
    παντόχροοι, πολύοδμοι ἐν ἀνθεμοειδέσι πνοιαῖς,
    Ὧραι ἀειθαλέες, περικυκλάδες, ἡδυπρόσωποι,
    πέπλους ἑννύμεναι δροσεροὺς ἀνθῶν πολυθρέπτων,
    ἁγνῆσ Περσεφόνης συμπαίκτορες, ἡνίκα Μοῖραι
    καὶ Χάριτες κυκλίοισι χοροῖς πρὸς φῶς ἀνάγωσι
    Ζηνὶ χαριζόμεναι καὶ μητέρι καρποδοτείρηι·
    ἔλθετ' ἐπ' εὐφήμους τελετὰς ὁσίας νεομύστοις
    εὐκάρπους καιρῶν γενέσεις ἐπάγουσαι ἀμεμφῶς.
     
    Σεμέλης, θυμίαμα στύρακα.
     Κικλήσκω κούρην Καδμηίδα παμβασίλειαν,
    εὐειδῆ Σεμέλην, ἐρατοπλόκαμον, βαθύκολπον,
    μητέρα θυρσοφόροιο Διωνύσου πολυγηθοῦς,
    ἣ μεγάλας ὠδῖνας ἐλάσσατο πυρφόρωι αὐγῆι
    ἀθανάτη τευχθεῖσα Διὸς βουλαῖς Κρονίοιο
    τιμὰς τευξαμένη παρ' ἀγαυῆς Περσεφονείης
    ἐν θνητοῖσι βροτοῖσιν ἀνὰ τριετηρίδας ὥρας,
    ἡνίκα σοῦ Βάκχου γονίμην ὠδῖνα τελῶσιν
    εὐίερόν τε τράπεζαν ἰδὲ μυστήριά θ' ἁγνά.
    νῦν σέ, θεά, λίτομαι, κούρη Καδμηίς, ἄνασσα,
    πρηύνοον καλέων αἰεὶ μύσταισιν ὑπάρχειν.

    Ὕμνος Διονύσου Βασσαρέως Τριετηρικοῦ.
      Ἐλθέ, μάκαρ Διόνυσε, πυρίσπορε, ταυρομέτωπε,
    Βάσσαρε καὶ Βακχεῦ, πολυώνυμε, παντοδυνάστα,
    ὃς ξίφεσιν χαίρεις ἠδ' αἵματι Μαινάσι θ' ἁγναῖς,
    εὐάζων κατ' Ὄλυμπον, ἐρίβρομε,  μανικὲ Βάκχε,
    θυρσεγχής, βαρύμηνι, τετιμένε πᾶσι θεοῖσι
    καὶ θνητοῖσι βροτοῖσιν, ὅσοι χθόνα ναιετάουσιν·
    ἐλθέ, μάκαρ, σκιρτητά, φέρων πολὺ γῆθος ἅπασι.
     
    Λικνίτου, θυμίαμα μάνναν.
     Λικνίτην Διόνυσον ἐπευχαῖς ταῖσδε κικλήσκω,
    Νύσιον ἀμφιθαλῆ, πεποθημένον, εὔφρονα Βάκχον,
    νυμφῶν ἔρνος ἐραστὸν ἐυστεφάνου τ' Ἀφροδίτης,
    ὅς ποτ' ἀνὰ δρυμοὺς κεχορευμένα βήματα πάλλες
    σὺν νύμφαις  χαρίεσσιν ἐλαυνόμενος μανίηισι,
    καὶ βουλαῖσι Διὸς πρὸς ἀγαυὴν Φερσεφόνειαν
    ἀχθεὶς ἐξετράφης φίλος ἀθανάτοισι θεοῖσιν.
    εὔφρων ἐλθέ, μάκαρ, κεχαρισμένα δ' ἱερὰ δέξαι.

    Περικιονίου, θυμίαμα ἀρώματα.
     Κικλήσκω Βάκχον περικιόνιον, μεθυδώτην,
    Καδμείοισι δόμοις ὃς ἑλισσόμενος πέρι πάντη
    ἔστησε κρατερῶς βρασμοὺς γαίης ἀποπέμψας,
    ἡνίκα πυρφόρος αὐγὴ ἐκίνησε χθόνα πᾶσαν
    πρηστῆρος ῥοίζοις· ὃ δ' ἀνέδραμε δεσμὸς ἁπάντων.
    ἐλθέ, μάκαρ, βακχευτά, γεγηθυίαις πραπίδεσσιν.

    Σαβαζίου, θυμίαμα ἀρώματα.
      Κλῦθι, πάτερ, Κρόνου υἱέ, Σαβάζιε, κύδιμε δαῖμον,
    ὃς Βάκχον Διόνυσον, ἐρίβρομον, εἰραφιώτην,
    μηρῶι ἐγκατέραψας, ὅπως τετελεσμένος ἔλθηι
    Τμῶλον ἐς ἠγάθεον παρὰ Ἵπταν καλλιπάρηιον.
    ἀλλά, μάκαρ, Φρυγίης μεδέων, βασιλεύτατε πάντων,
    εὐμενέων ἐπαρωγὸς ἐπέλθοις μυστιπόλοισιν.

    Ἵπτας, θυμίαμα στύρακα.
     Ἵπταν κικλήσκω, Βάκχου τροφόν, εὐάδα κούρην,
    μυστιπόλοις τελεταῖσιν ἀγαλλομένην Σάβου ἁγνοῦ
    νυκτερίοις τε χοροῖσιν ἐριβρεμέταο Ἰάκχου.
    κλῦθί μου εὐχομένου, χθονία μήτηρ, βασίλεια,
    εἴτε σύ γ' ἐν Φρυγίηι κατέχεις Ἴδης ὄρος ἁγνὸν
    ἢ Τμῶλος τέρπει σε, καλὸν Λυδοῖσι θόασμα·
    ἔρχεο πρὸς τελετὰς ἱερῶι γήθουσα προσώπωι.
    ,
    Λυσίου Ληναίου.
     Κλῦθι, μάκαρ, Διὸς υἷ', ἐπιλήνιε Βάκχε, διμάτωρ,
    σπέρμα πολύμνηστον, πολυώνυμε, λύσιε δαῖμον,
    κρυψίγονον μακάρων ἱερὸν θάλος, εὔιε Βάκχε,
    εὐτραφές, εὔκαρπε, πολυγηθέα καρπὸν ἀέξων,
    ῥηξίχθων, ληναῖε, μεγασθενές, αἰολόμορφε,
    παυσίπονον θνητοῖσι φανεὶς ἄκος, ἱερὸν ἄνθος
    χάρμα βροτοῖς φιλάλυπον,  ἐπάφιε, καλλιέθειρε,
    λύσιε, θυρσομανές, βρόμι', εὔιε, πᾶσιν ἐύφρων,
    οἷς ἐθέλεις θνητῶν ἠδ' ἀθανάτων  ἐπιφαύσκων
    νῦν σε καλῶ μύσταισι μολεῖν ἡδύν, φερέκαρπον.

    Νυμφῶν, θυμίαμα ἀρώματα.
     Νύμφαι, θυγατέρες μεγαλήτορος Ὠκεανοῖο,
    ὑγροπόροις γαίης ὑπὸ κεύθεσιν οἰκί' ἔχουσαι,
    κρυψίδρομοι, Βάκχοιο τροφοί, χθόνιαι, πολυγηθεῖς,
    καρποτρόφοι, λειμωνιάδες, σκολιοδρόμοι, ἁγναί,
    ἀντροχαρεῖς, σπήλυγξι κεχαρμέναι, ἠερόφοιτοι,
    πηγαῖαι, δρομάδες, δροσοείμονες, ἴχνεσι κοῦφαι,
    φαινόμεναι, ἀφανεῖς, αὐλωνιάδες, πολυανθεῖς,
    σὺν Πανὶ σκιρτῶσαι ἀν' οὔρεα, εὐάστειραι,
    πετρόρυτοι, λιγυραί, βομβήτριαι, οὐρεσίφοιτοι,
    ἀγρότεραι κοῦραι, κρουνίτιδες ὑλονόμοι τε,
    παρθένοι εὐώδεις, λευχείμονες, εὔπνοοι αὔραις,
    αἰπολικαί, νόμιαι, θηρσὶν φίλαι, ἀγλαόκαρποι,
    κρυμοχαρεῖς, ἁπαλαί, πολυθρέμμονες αὐξίτροφοί τε,
    κοῦραι ἁμαδρυάδες, φιλοπαίγμονες, ὑγροκέλευθοι,
    Νύσιαι,  μανικαί, παιωνίδες, εἰαροτερπεῖς,
    σὺν Βάκχωι Δηοῖ τε χάριν θνητοῖσι φέρουσαι·
    ἔλθετ' ἐπ' εὐφήμοις ἱεροῖς κεχαρηότι θυμῶι
    νᾶμα χέουσαι ὑγεινὸν ἀεξιτρόφοισιν ἐν ὥραις.
     
    Τριετηρικοῦ, θυμίαμα ἀρώματα.
      Κικλήσκω σε, μάκαρ, πολυώνυμε,  μανικέ, Βακχεῦ,
    ταυρόκερως, ληναῖε, πυρίσπορε, Νύσιε, λυσεῦ,
    μηροτρεφής, λικνῖτα,  πυριπόλε καὶ τελετάρχα,
    νυκτέρι', Εὐβουλεῦ, μιτρηφόρε, θυρσοτινάκτα,
    ὄργιον ἄρρητον, τριφυές, κρύφιον Διὸς ἔρνος,
    πρωτόγον', Ἠρικεπαῖε, θεῶν πάτερ ἠδὲ καὶ υἱέ,
    ὠμάδιε, σκηπτοῦχε, χοροιμανές, ἁγέτα κώμων,
    βακχεύων ἁγίας τριετηρίδας ἀμφὶ γαληνάς,
    ῥηξίχθων, πυριφεγγές,  ἐπάφριε, κοῦρε διμάτωρ,
    οὐρεσιφοῖτα, κερώς, νεβριδοστόλε, ἀμφιέτηρε,
    Παιὰν χρυσεγχής,  ὑποκόλπιε, βοτρυόκοσμε,
    Βάσσαρε, κισσοχαρής,  πολυπάρθενε καὶ διάκοσμε  
    ἐλθέ, μάκαρ, μύσταισι βρύων κεχαρημένος αἰεί.

    Ἀμφιετοῦς, θυμίαμα πάντα πλὴν λιβάνου καὶ σπένδε γάλα.
     Ἀμφιετῆ καλέω Βάκχον, χθόνιον Διόνυσον,
    ἐγρόμενον κούραις ἅμα νύμφαις εὐπλοκάμοισιν,
    ὃς παρὰ Περσεφόνης ἱεροῖσι δόμοισιν ἰαύων
    κοιμίζει τριετῆρα χρόνον, Βακχήιον ἁγνόν.
    αὐτὸς δ' ἡνίκα τὸν τριετῆ πάλι κῶμον ἐγείρηι,
    εἰς ὕμνον τρέπεται σὺν ἐυζώνοισι τιθήναις
    εὐνάζων κινῶν τε χρόνους ἐνὶ κυκλάσιν ὥραις.
    ἀλλά, μάκαρ, χλοόκαρπε, κερασφόρε, κάρπιμε Βάκχε,
    βαῖν' ἐπὶ πάνθειον τελετὴν γανόωντι προσώπωι
    εὐιέροις καρποῖσι τελεσσιγόνοισι βρυάζων.

    Σιληνοῦ Σατύρου Βακχῶν, θυμίαμα μάνναν.
      Κλῦθί μου, ὦ πολύσεμνε τροφεῦ, Βάκχοιο τιθηνέ,
    Σιληνῶν ὄχ' ἄριστε, τετιμένε πᾶσι θεοῖσι
    καὶ θνητοῖσι βροτοῖσιν ἐπὶ τριετηρίσιν ὥραις,
    ἁγνοτελής, γεραρός, θιάσου νομίου τελετάρχα,
    εὐαστής, φιλάγρυπνε σὺν εὐζώνοισι τιθήναις,
    Ναΐσι καὶ Βάκχαις ἡγούμενε κισσοφόροισι·
    δεῦρ' ἐπὶ πάνθειον τελετὴν Σατύροις ἅμα πᾶσι
    θηροτύποις, εὔασμα διδοὺς Βακχείου ἄνακτος,
    σὺν Βάκχαις Λήναια τελεσφόρα σεμνὰ προπέμπων,
    ὄργια νυκτιφαῆ τελεταῖς ἁγίαις ἀναφαίνων,
    εὐάζων, φιλόθυρσε, γαληνιόων θιάσοισιν.
     
    Εἰς Ἀφροδίτην.
    Οὐρανία, πολύυμνε, φιλομμειδὴς Ἀφροδίτη,
    ποντογενής, γενέτειρα θεά, φιλοπάννυχε, σεμνή,
    νυκτερία ζεύκτειρα, δολοπλόκε μῆτερ Ἀνάγκης·
    πάντα γὰρ ἐκ σέθεν ἐστίν, ὑπεζεύξω δέ τε κόσμον
    καὶ κρατέεις τρισσῶν μοιρῶν, γεννᾶις δὲ τὰ πάντα,
    ὅσσα τ' ἐν οὐρανῶι ἐστι καὶ ἐν γαίηι πολυκάρπωι
    ἐν πόντου τε βυθῶι 'τε(, σεμνὴ Βάκχοιο πάρεδρε,
    τερπομένη θαλίαισι, γαμοστόλε μῆτερ Ἐρώτων,
    Πειθοῖ λεκτροχαρής, κρυφία, χαριδῶτι,
    φαινομένη, 'τ'( ἀφανής, ἐρατοπλόκαμ', εὐπατέρεια,
    νυμφιδία σύνδαιτι θεῶν, σκηπτοῦχε, λύκαινα,
    γεννοδότειρα, φίλανδρε, ποθεινοτάτη, βιοδῶτι,
    ἡ ζεύξασα βροτοὺς ἀχαλινώτοισιν ἀνάγκαις
    καὶ θηρῶν πολὺ φῦλον ἐρωτομανῶν ὑπὸ φίλτρων·
    ἔρχεο, Κυπρογενὲς θεῖον γένος, εἴτ' ἐν' Ὀλύμπωι
    ἐσσί, θεὰ βασίλεια, καλῶι γήθουσα προσώπωι,
    εἴτε καὶ εὐλιβάνου Συρίης ἕδος ἀμφιπολεύεις,
    εἴτε σύ γ'  ἐν πεδίοισι  σὺν ἅρμασι χρυσεοτεύκτοις
    Αἰγύπτου κατέχεις ἱερῆς γονιμώδεα λουτρά,
    ἢ καὶ κυκνείοισιν ὄχοις ἐπὶ πόντιον οἶδμα
    ἐρχομένη χαίρεις κητῶν κυκλίαισι χορείαις,
    ἢ νύμφαις τέρπηι κυανώπισιν ἐν χθονὶ Δίηι
     θῖνας ἐπ' αἰγιαλοῖς ψαμμώδεσιν ἅλματι κούφωι·
    εἴτ' ἐν Κύπρωι, ἄνασσα, τροφῶι σέο, ἔνθα καλαί τε
    παρθένοι ἄδμηται νύμφαι τ' ἀνὰ πάντ' ἐνιαυτὸν
    ὑμνοῦσιν, σέ, μάκαιρα, καὶ ἄμβροτον ἁγνὸν Ἄδωνιν.
    ἐλθέ, μάκαιρα θεά μάλ' ἐπήρατον εἶδος ἔχουσα·
    ψυχῆι γάρ σε καλῶ σεμνῆι ἁγίοισι λόγοισιν.

    Ἀδώνιδος, θυμίαμα ἀρώματα.
      Κλῦθί μου εὐχομένου, πολυώνυμε, δαῖμον ἄριστε,
    ἁβροκόμη, φιλέρημε, βρύων ὠιδαῖσι ποθειναῖς,
    Εὐβουλεῦ, πολύμορφε, τροφεῦ πάντων ἀρίδηλε,
    κούρη καὶ κόρε,  σὺ πᾶσιν  θάλος αἰέν, Ἄδωνι,
    σβεννύμενε λάμπων τε καλαῖς ἐν κυκλάσιν ὥραις,
    αὐξιθαλής, δίκερως, πολυήρατε, δακρυότιμε,
    ἀγλαόμορφε, κυναγεσίοις χαίρων, βαθυχαῖτα,
    ἱμερόνους, Κύπριδος γλυκερὸν θάλος, ἔρνος Ἔρωτος,
    Φερσεφόνης ἐρασιπλοκάμου λέκτροισι λοχευθείς,
    ὃς ποτὲ μὲν ναίεις ὑπὸ Τάρταρον ἠερόεντα,
    ἠδὲ πάλιν πρὸς Ὄλυμπον ἄγεις δέμας ὡριόκαρπον·
    ἐλθέ, μάκαρ, μύσταισι φέρων καρποὺς ἀπὸ γαίης.

    Ἑρμοῦ Χθονίου, θυμίαμα στύρακα.
    Κωκυτοῦ ναίων ἀνυπόστροφον οἶμον ἀνάγκης,
    ὃς ψυχὰς θνητῶν κατάγεις ὑπὸ νέρτερα γαίης,
    Ἑρμῆ, βακχεχόροιο Διωνύσοιο γένεθλον
    καὶ Παφίης κούρης, ἑλικοβλεφάρου Ἀφροδίτης,
    ὃς παρὰ Περσεφόνης ἱερὸν δόμον ἀμφιπολεύεις,
    αἰνομόροις ψυχαῖς πομπὸς κατὰ γαῖαν ὑπάρχων,
    ἃς κατάγεις, ὁπόταν μοίρης χρόνος εἰσαφίκηται
    εὐιέρωι ῥάβδωι θέλγων  ὑπνοδώτειρα πάντα,
    καὶ πάλιν ὑπνώοντας ἐγείρεις· σοὶ γὰρ ἔδωκε 'τιμὴν(
    τιμὴν Φερσεφόνεια θεὰ κατὰ Τάρταρον εὐρὺν
    ψυχαῖς ἀενάοις θνητῶν ὁδὸν ἡγεμονεύειν.
    ἀλλά, μάκαρ, πέμποις μύσταις τέλος ἐσθλὸν ἐπ' ἔργοις.
     
    Ἔρωτος, θυμίαμα ἀρώματα.
      Κικλήσκω μέγαν, ἁγνόν, ἐράσμιον, ἡδὺν Ἔρωτα,
    τοξαλκῆ, πτερόεντα, πυρίδρομον, εὔδρομον ὁρμῆι,
    συμπαίζοντα θεοῖς ἠδὲ θνητοῖς ἀνθρώποις,
    εὐπάλαμον, διφυῆ, πάντων κληῖδας ἔχοντα,
    αἰθέρος οὐρανίου, πόντου, χθονός, ἠδ' ὅσα θνητοῖς
    πνεύματα παντογένεθλα θεὰ βόσκει χλοόκαρπος,
    ἠδ' ὅσα Τάρταρος εὐρὺς ἔχει πόντος· θ' ἁλίδουπος·
    μοῦνος γὰρ τούτων πάντων οἴηκα κρατύνεις.
    ἀλλά, μάκαρ, καθαραῖς γνώμαις μύσταισι συνέρχου,
    φαύλους δ' ἐκτοπίους θ' ὁρμὰς ἀπὸ τῶνδ' ἀπόπεμπε.

    Μοιρῶν, θυμίαμα ἀρώματα.
     Μοῖραι ἀπειρέσιοι, Νυκτὸς φίλα τέκνα μελαίνης,
    κλῦτέ μου εὐχομένου, πολυώνυμοι, αἵτ' ἐπὶ λίμνης
    οὐρανίας, ἵνα λευκὸν ὕδωρ νυχίας ὑπὸ θέρμης
    ῥήγνυται ἐν σκιερῶι λιπαρῶι μυχῶι εὐλίθου ἄντρου,
    ναίουσαι πεπότησθε βροτῶν ἐπ' ἀπείρονα γαῖαν·
    ἔνθεν ἐπὶ βρότεον δόκιμον γένος ἐλπίδι κοῦφον
    στείχετε πορφυρέηισι καλυψάμεναι ὀθόνηισι
    μορσίμωι ἐν πεδίωι, ὅθι πάγγεον ἅρμα διώκει
    δόξα δίκης παρὰ τέρμα καὶ ἐλπίδος ἠδὲ μεριμνῶν
    καὶ νόμου ὠγυγίου καὶ ἀπείρονος εὐνόμου ἀρχῆς·
    Μοῖρα γὰρ ἐν βιότωι καθορᾶι μόνη, οὐδέ τις ἄλλος
    ἀθανάτων, οἳ ἔχουσι κάρη νιφόεντος Ὀλύμπου,
    καὶ Διὸς ὄμμα τέλειον· ἐπεί γ' ὅσα γίγνεται ἡμῖν,
    Μοῖρά τε καὶ Διὸς οἶδε νόος διὰ παντὸς ἅπαντα.
    ἀλλά μοι εὐκταῖαι, μαλακόφρονες, ἠπιόθυμοι,
    Ἄτροπε καὶ Λάχεσι, Κλωθώ, μόλετ', εὐπατέρειαι,
    ἀέριοι, ἀφανεῖς, ἀμετάτροποι, αἰὲν ἀτειρεῖς,
    παντοδότειραι, ἀφαιρέτιδες, θνητοῖσιν ἀνάγκη·
    Μοῖραι, ἀκούσατ' ἐμῶν ὁσίων λοιβῶν τε καὶ εὐχῶν,
    ἐρχόμεναι μύσταις λυσιπήμονες εὔφρονι βουλῆι.
    'Μοιράων τέλος ἔλλαβ' ἀοιδή, ἣν ὕφαν' Ὀρφεύσ(

    Χαρίτων, θυμίαμα στύρακα.
     Κλῦτέ μοι, ὦ Χάριτες μεγαλώνυμοι, ἀγλαότιμοι,
    θυγατέρες Ζηνός τε καὶ Εὐνομίης βαθυκόλπου,
    Ἀγλαΐη Θαλίη τε καὶ Εὐφροσύνη πολύολβε,
    χαρμοσύνης γενέτειραι, ἐράσμιαι, εὔφρονες, ἁγναί,
    αἰολόμορφοι, ἀειθαλέες, θνητοῖσι ποθειναί·
    εὐκταῖαι, κυκλάδες, καλυκώπιδες, ἱμερόεσσαι·
    ἔλθοιτ' ὀλβοδότειραι, ἀεὶ μύσταισι προσηνεῖς.

    Νεμέσεως ὕμνος.
     Ὦ Νέμεσι, κλήιζω σε, θεά, βασίλεια μεγίστη,
    πανδερκής, ἐσορῶσα βίον θνητῶν πολυφύλων·
    ἀιδία, πολύσεμνε, μόνη χαίρουσα δικαίοις,
    ἀλλάσσουσα λόγον πολυποίκιλον, ἄστατον αἰεί,
    ἣν πάντες δεδίασι βροτοὶ ζυγὸν αὐχένι θέντες·
    σοὶ γὰρ ἀεὶ γνώμη πάντων μέλει, οὐδέ σε λήθει
    ψυχὴ ὑπερφρονέουσα λόγων ἀδιακρίτωι ὁρμῆι.
    πάντ' ἐσορᾶις καὶ πάντ' ἐπακούεις, 'καὶ( πάντα βραβεύεις·
    ἐν σοὶ δ' εἰσὶ δίκαι θνητῶν, πανυπέρτατε δαῖμον.
    ἐλθέ, μάκαιρ', ἁγνή, μύσταις ἐπιτάρροθος αἰεί·
    δὸς δ' ἀγαθὴν διάνοιαν ἔχειν, παύουσα πανεχθεῖς
    γνώμας οὐχ ὁσίας, πανυπέρφρονας, ἀλλοπροσάλλας.
     
    Δίκης, θυμίαμα λίβανον.
      Ὄμμα Δίκης μέλπω πανδερκέος, ἀγλαομόρφου,
    ἣ καὶ Ζηνὸς ἄνακτος ἐπὶ θρόνον ἱερὸν ἵζει
    οὐρανόθεν καθορῶσα βίον θνητῶν πολυφύλων,
    τοῖς ἀδίκοις τιμωρὸς ἐπιβρίθουσα δικαία,
    ἐξ ἰσότητος ἀληθείαι συνάγουσ' ἀνόμοια·
    πάντα γάρ, ὅσσα κακαῖς γνώμαις θνητοῖσιν ὀχεῖται
    δύσκριτα, βουλομένοις τὸ πλέον βουλαῖς ἀδίκοισι,
    μούνη ἐπεμβαίνουσα δίκην ἀδίκοις ἐπεγείρεις·
    ἐχθρὰ τῶν ἀδίκων, εὔφρων δὲ σύνεσσι δικαίοις.
    ἀλλά, θεά, μόλ' ἐπὶ γνώμαις ἐσθλαῖσι δικαία,
    ὡς ἂν ἀεὶ βιοτῆς τὸ πεπρωμένον ἦμαρ ἐπέλθοι.

    Δικαιοσύνης, θυμίαμα λίβανον.
     Ὦ θνητοῖσι δικαιοτάτη, πολύολβε, ποθεινή,
    ἐξ ἰσότητος ἀεὶ θνητοῖς χαίρουσα δικαίοις,
    πάντιμ', ὀλβιόμοιρε, Δικαιοσύνη μεγαλαυχής,
    ἣ καθαραῖς γνώμαισιν ἀεὶ τὰ δέοντα βραβεύεις,
    ἄθραυστος τὸ συνειδὸς ἀεί· θραύεις γὰρ ἅπαντας,
    ὅσσοι μὴ τὸ σὸν ἦλθον ὑπὸ ζυγόν,  ἀλλ' ὑπὲρ αὐτοῦ  
    πλάστιγξι βριαραῖσι παρεγκλίναντες ἀπλήστως·
    ἀστασίαστε, φίλη πάντων, φιλόκωμ', ἐρατεινή,
    εἰρήνηι χαίρουσα, βίον ζηλοῦσα βέβαιον·
    αἰεὶ γὰρ τὸ πλέον στυγέεις, ἰσότητι δὲ χαίρεις·
    ἐν σοὶ γὰρ σοφίη ἀρετῆς τέλος ἐσθλὸν ἱκάνει.
    κλῦθι, θεά, κακίην θνητῶν θραύουσα δικαίως,
    ὡς ἂν ἰσορροπίαισιν ἀεὶ βίος ἐσθλὸς ὁδεύοι
    θνητῶν ἀνθρώπων, οἳ ἀρούρης καρπὸν ἔδουσι,
    καὶ ζώιων πάντων, ὁπόσ' ἐν κόλποισι τιθηνεῖ
    γαῖα θεὰ μήτηρ καὶ πόντιος εἰνάλιος Ζεύς.

    Ὕμνος Νόμου.
      Ἀθανάτων καλέω καὶ θνητῶν ἁγνὸν ἄνακτα,
    οὐράνιον Νόμον, ἀστροθέτην, σφραγῖδα δικαίαν
    πόντου τ' εἰναλίου καὶ γῆς, φύσεως τὸ βέβαιον
    ἀκλινὲς ἀστασίαστον ἀεὶ τηροῦντα νόμοισιν,
    οἷσιν ἄνωθε φέρων μέγαν οὐρανὸν αὐτὸς ὁδεύει,
    καὶ φθόνον  οὐ δίκαιον  ῥοίζου τρόπον ἐκτὸς ἐλαύνει·
    ὃς καὶ θνητοῖσιν βιοτῆς τέλος ἐσθλὸν ἐγείρει·
    αὐτὸς γὰρ μοῦνος ζώιων οἴακα κρατύνει
    γνώμαις ὀρθοτάταισι συνών, ἀδιάστροφος αἰεί,
    ὠγύγιος, πολύπειρος, ἀβλάπτως πᾶσι συνοικῶν
    τοῖς νομίμοις, ἀνόμοις δὲ φέρων κακότητα βαρεῖαν.
    ἀλλά, μάκαρ, πάντιμε, φερόλβιε, πᾶσι ποθεινέ,
    εὐμενὲς ἦτορ ἔχων μνήμην σέο πέμπε, φέριστε.

    Ἄρεος, θυμίαμα λίβανον.
     Ἄρρηκτ', ὀμβριμόθυμε, μεγασθενές, ἄλκιμε δαῖμον,
    ὁπλοχαρής, ἀδάμαστε, βροτοκτόνε, τειχεσιπλῆτα,
    Ἆρες ἄναξ, ὁπλόδουπε, φόνοις πεπαλαγμένος αἰεί,
    αἵματι ἀνδροφόνωι χαίρων, πολεμόκλονε, φρικτέ,
    ὃς ποθέεις ξίφεσίν τε καὶ ἔγχεσι δῆριν ἄμουσον·
    στῆσον ἔριν λυσσῶσαν, ἄνες πόνον ἀλγεσίθυμον,
    εἰς δὲ πόθον νεῦσον Κύπριδος κώμους τε Λυαίου
    ἀλλάξας ἀλκὴν ὅπλων εἰς ἔργα τὰ Δηοῦς,
    εἰρήνην ποθέων κουροτρόφον, ὀλβιοδῶτιν.
     
    Ἡφαίστου, θυμίαμα λιβανομάνναν.
      Ἥφαιστ' ὀμβριμόθυμε, μεγασθενές, ἀκάματον πῦρ,
    λαμπόμενε φλογέαις αὐγαῖς, φαεσίμβροτε δαῖμον,
    φωσφόρε, καρτερόχειρ, αἰώνιε, τεχνοδίαιτε,
    ἐργαστήρ, κόσμοιο μέρος, στοιχεῖον ἀμεμφές,
    παμφάγε, πανδαμάτωρ, πανυπέρτατε, παντοδίαιτε,
    αἰθήρ, ἥλιος, ἄστρα, σελήνη, φῶς ἀμίαντον·
    ταῦτα γὰρ Ἡφαίστοιο μέλη θνητοῖσι προφαίνει.
    πάντα δὲ οἶκον ἔχεις, πᾶσαν πόλιν, ἔθνεα πάντα,
    σώματά τε θνητῶν οἰκεῖς, πολύολβε, κραταιέ.
    κλῦθι, μάκαρ, κλήιζω σε πρὸς εὐιέρους ἐπιλοιβάς,
    αἰεὶ ὅπως χαίρουσιν ἐπ' ἔργοις ἥμερος ἔλθοις.
    παῦσον λυσσῶσαν μανίαν πυρὸς ἀκαμάτοιο
    καῦσιν ἔχων φύσεως ἐν σώμασιν ἡμετέροισιν.

    Ἀσκληπιοῦ, θυμίαμα μάνναν.
     Ἰητὴρ πάντων, Ἀσκληπιέ, δέσποτα Παιάν,
    θέλγων ἀνθρώπων πολυαλγέα πήματα νούσων,
    ἠπιόδωρε, κραταιέ, μόλοις κατάγων ὑγίειαν
    καὶ παύων νούσους, χαλεπὰς κῆρας θανάτοιο,
    αὐξιθαλής, ἐπίκουρ', ἀπαλεξίκακ', ὀλβιόμοιρε,
    Φοίβου Ἀπόλλωνος κρατερὸν θάλος ἀγλαότιμον,
    ἐχθρὲ νόσων, Ὑγίειαν ἔχων σύλλεκτρον ἀμεμφῆ,
    ἐλθέ, μάκαρ, σωτήρ, βιοτῆς τέλος ἐσθλὸν ὀπάζων.

    Ὑγείας, θυμίαμα μάνναν.
      Ἱμερόεσσ', ἐρατή, πολυθάλμιε, παμβασίλεια,
    κλῦθι, μάκαιρ' Ὑγίεια, φερόλβιε, μῆτερ ἁπάντων·
    ἐκ σέο γὰρ νοῦσοι μὲν ἀποφθινύθουσι βροτοῖσι,
    πᾶς δὲ δόμος θάλλει πολυγηθὴς εἵνεκα σεῖο,
    καὶ τέχναι βρίθουσι· ποθεῖ δέ σε κόσμος, ἄνασσα,
    μοῦνος δὲ στυγέει σ' Ἀίδης ψυχοφθόρος αἰεί,
    ἀιθαλής, εὐκταιοτάτη, θνητῶν ἀνάπαυμα·
    σοῦ γὰρ ἄτερ πάντ' ἐστὶν ἀνωφελῆ ἀνθρώποισιν·
    οὔτε γὰρ ὀλβοδότης πλοῦτος γλυκερὸς θαλίηισιν,
    οὔτε γέρων πολύμοχθος ἄτερ σέο γίγνεται ἀνήρ·
    πάντων γὰρ κρατέεις μούνη καὶ πᾶσιν ἀνάσσεις.
    ἀλλά, θεά, μόλε μυστιπόλοις ἐπιτάρροθος αἰεὶ
    ῥυομένη νούσων χαλεπῶν κακόποτμον ἀνίην.

    Ἐρινύων, θυμίαμα στύρακα καὶ μάνναν.
     Κλῦτε, θεαὶ πάντιμοι, ἐρίβρομοι, εὐάστειραι,
    Τισιφόνη τε καὶ Ἀλληκτὼ καὶ δῖα Μέγαιρα·
    νυκτέριαι, μυχίοις ὑπὸ κεύθεσιν οἰκί' ἔχουσαι
    ἄντρωι ἐν ἠερόεντι παρὰ Στυγὸς ἱερὸν ὕδωρ,
    οὐχ ὁσίαις βουλαῖσι βροτῶν κεκοτημέναι αἰεί,
    λυσσήρεις, ἀγέρωχοι, ἐπευάζουσαι ἀνάγκαις,
    θηρόπεπλοι, τιμωροί, ἐρισθενέες, βαρυαλγεῖς,
    Ἀίδεω χθόνιαι, φοβεραὶ κόραι, αἰολόμορφοι,
    ἠέριαι, ἀφανεῖς, ὠκυδρόμοι ὥστε νόημα·
    οὔτε γὰρ ἠελίου ταχιναὶ φλόγες οὔτε σελήνης
    καὶ σοφίης ἀρετῆς τε καὶ ἐργασίμου θρασύτητος
     εὔχαρι οὔτε βίου λιπαρᾶς περικαλλέος ἥβης
    ὑμῶν χωρὶς ἐγείρει ἐυφροσύνας βιότοιο·
    ἀλλ' αἰεὶ θνητῶν πάντων ἐπ' ἀπείρονα φῦλα
    ὄμμα Δίκης ἐφορᾶτε, δικασπόλοι αἰὲν ἐοῦσαι.
    ἀλλά, θεαὶ Μοῖραι, ὀφιοπλόκαμοι, πολύμορφοι,
    πραΰνοον μετάθεσθε βίου μαλακόφρονα δόξαν.
     
    Εὐμενίδων, θυμίαμα ἀρώματα.
     Κλῦτέ μου, Εὐμενίδες μεγαλώνυμοι, εὔφρονι βουλῆι,
    ἁγναὶ θυγατέρες μεγάλοιο Διὸς χθονίοιο
    Φερσεφόνης τ', ἐρατῆς κούρης καλλιπλοκάμοιο,
    αἳ πάντων καθορᾶτε βίον θνητῶν ἀσεβούντων,
    τῶν ἀδίκων τιμωροί, ἐφεστηκυῖαι ἀνάγκηι,
    κυανόχρωτες ἄνασσαι, ἀπαστράπτουσαι ἀπ' ὄσσων
    δεινὴν ἀνταυγῆ φάεος σαρκοφθόρον αἴγλην·
    ἀίδιοι, φοβερῶπες, ἀπόστροφοι, αὐτοκράτειραι,
    λυσιμελεῖς οἴστρωι, βλοσυραί, νύχιαι,  πολύποτμοι,
    νυκτέριαι κοῦραι, ὀφιοπλόκαμοι, φοβερῶπες·
    ὑμᾶς κικλήσκω γνώμαις ὁσίαισι πελάζειν.

    Μηλινόης, θυμίαμα ἀρώματα.
      Μηλινόην καλέω, νύμφην χθονίαν, κροκόπεπλον,
    ἣν παρὰ Κωκυτοῦ προχοαῖς ἐλοχεύσατο σεμνὴ
    Φερσεφόνη λέκτροις ἱεροῖς Ζηνὸς Κρονίοιο,
    ἧι ψευσθεὶς Πλούτων' ἐμίγη δολίαις ἀπάταισι,
    θυμῶι Φερσεφόνης δὲ δισώματον ἔσπασε χροιήν,
    ἣ θνητοὺς μαίνει φαντάσμασιν ἠερίοισιν,
    ἀλλοκότοις ἰδέαις μορφῆς τύπον  ἐκπροφαίνουσα,
    ἄλλοτε μὲν προφανής, ποτὲ δὲ σκοτόεσσα, νυχαυγής,
    ἀνταίαις ἐφόδοισι κατὰ ζοφοειδέα νύκτα.
    ἀλλά, θεά, λίτομαί σε, καταχθονίων βασίλεια,
    ψυχῆς ἐκπέμπειν οἶστρον ἐπὶ τέρματα γαίης,
    εὐμενὲς εὐίερον μύσταις φαίνουσα πρόσωπον.

    Τύχης, θυμίαμα λίβανον.
    Δεῦρο, Τύχη· καλέω σ', ἀγαθῶν κράντειραν, ἐπευχαῖς,
    μειλιχίαν, ἐνοδῖτιν, ἐπ' εὐόλβοις κτεάτεσσιν,
    Ἄρτεμιν ἡγεμόνην, μεγαλώνυμον, Εὐβουλῆος
    αἵματος ἐκγεγαῶσαν, ἀπρόσμαχον εὖχος ἔχουσαν,
    τυμβιδίαν, πολύπλαγκτον, ἀοίδιμον ἀνθρώποισιν.
    ἐν σοὶ γὰρ βίοτος θνητῶν παμποίκιλός ἐστιν·
    οἷς μὲν γὰρ τεύχεις κτεάνων πλῆθος πολύολβον,
    οἷς δὲ κακὴν πενίην θυμῶι χόλον ὁρμαίνουσα.
    ἀλλά, θεά, λίτομαί σε μολεῖν βίωι εὐμενέουσαν,
    ὄλβοισι πλήθουσαν ἐπ' εὐόλβοις κτεάτεσσιν.
     
    Δαίμονος, θυμίαμα λίβανον.
      Δαίμονα κικλήσκω  μεγάλαν ἡγήτορα φρικτόν,
    μειλίχιον Δία, παγγενέτην, βιοδώτορα θνητῶν,
    Ζῆνα μέγαν, πολύπλαγκτον, ἀλάστορα, παμβασιλῆα,
    πλουτοδότην, ὁπόταν γε βρυάζων οἶκον ἐσέλθηι,
    ἔμπαλι δὲ τρύχοντα βίον θνητῶν πολυμόχθων·
    ἐν σοὶ γὰρ λύπης τε χαρᾶς  κληῖδες ὀχοῦνται.
    τοιγάρ τοι, μάκαρ, ἁγνέ, πολύστονα κήδε' ἐλάσσας,
    ὅσσα βιοφθορίην πέμπει κατὰ γαῖαν ἅπασαν,
    ἔνδοξον βιοτῆς γλυκερὸν τέλος ἐσθλὸν ὀπάζοις.

    Λευκοθέας, θυμίαμα ἀρώματα.
    Λευκοθέαν καλέω Καδμηίδα, δαίμονα σεμνήν,
    εὐδύνατον, θρέπτειραν ἐυστεφάνου Διονύσου.
    κλῦθι, θεά, πόντοιο βαθυστέρνου μεδέουσα,
    κύμασι τερπομένη, θνητῶν σώτειρα μεγίστη·
    ἐν σοὶ γὰρ νηῶν πελαγοδρόμος ἄστατος ὁρμή,
    μούνη δὲ θνητῶν οἰκτρὸν μόρον εἰν ἁλὶ λύεις,
    οἷς ἂν ἐφορμαίνουσα φίλη σωτήριος ἔλθοις.
    ἀλλά, θεὰ δέσποινα, μόλοις ἐπαρωγὸς ἐοῦσα
    νηυσὶν ἐπ' εὐσέλμοις σωτήριος εὔφρονι βουλῆι,
    μύσταις ἐν πόντωι ναυσίδρομον οὖρον ἄγουσα.

    Παλαίμονος, θυμίαμα μάνναν.
      Σύντροφε βακχεχόροιο Διωνύσου πολυγηθοῦς,
    ὃς ναίεις πόντοιο βυθοὺς ἁλικύμονας, ἁγνούς,
    κικλήσκω σε, Παλαῖμον, ἐπ' εὐιέροις τελεταῖσιν
    ἐλθεῖν εὐμενέοντα, νέωι γήθοντα προσώπωι,
    καὶ σώζειν μύστας κατά τε χθόνα καὶ κατὰ πόντον·
    ποντοπλάνοις γὰρ ἀεὶ ναυσὶν χειμῶνος ἐναργὴς
    φαινομένου σωτὴρ μοῦνος θνητοῖς ἀναφαίνηι,
    ῥυόμενος μῆνιν χαλεπὴν κατὰ πόντιον οἶδμα.
     
    Μουσῶν, θυμίαμα λίβανον.
     Μνημοσύνης καὶ Ζηνὸς ἐριγδούποιο θύγατρες,
    Μοῦσαι Πιερίδες, μεγαλώνυμοι, ἀγλαόφημοι,
    θνητοῖς, οἷς κε παρῆτε, ποθεινόταται, πολύμορφοι,
    πάσης παιδείης ἀρετὴν γεννῶσαι ἄμεμπτον,
    θρέπτειραι ψυχῆς, διανοίας ὀρθοδότειραι,
    καὶ νόου εὐδυνάτοιο καθηγήτειραι ἄνασσαι,
    αἳ τελετὰς θνητοῖς ἀνεδείξατε μυστιπολεύτους,
    Κλειώ τ' Εὐτέρπη τε Θάλειά τε Μελπομένη τε
    Τερψιχόρη τ' Ἐρατώ τε Πολύμνιά τ' Οὐρανίη τε
    Καλλιόπηι σὺν μητρὶ καὶ εὐδυνάτηι θεᾶι Ἁγνῆι.
    ἀλλὰ μόλοιτε, θεαί, μύσταις, πολυποίκιλοι, ἁγναί,
    εὔκλειαν ζῆλόν τ' ἐρατὸν πολύυμνον ἄγουσαι.

    Μνημοσύνης, θυμίαμα λίβανον
     Μνημοσύνην καλέω, Ζηνὸς σύλλεκτρον, ἄνασσαν,
    ἣ Μούσας τέκνωσ' ἱεράς, ὁσίας, λιγυφώνους,
    ἐκτὸς ἐοῦσα κακῆς λήθης βλαψίφρονος αἰεί,
    πάντα νόον συνέχουσα βροτῶν ψυχαῖσι σύνοικον,
    εὐδύνατον κρατερὸν θνητῶν αὔξουσα λογισμόν,
    ἡδυτάτη, φιλάγρυπνος ὑπομνήσκουσά τε πάντα,
    ὧν ἂν ἕκαστος ἀεὶ στέρνοις γνώμην κατάθηται,
    οὔτι παρεκβαίνουσ', ἐπεγείρουσα φρένα πᾶσιν.
    ἀλλά, μάκαιρα θεά, μύσταις μνήμην ἐπέγειρε
    εὐιέρου τελετῆς, λήθην δ' ἀπὸ τῶνδ' ἀπόπεμπε.
     
    Ἠοῦς, θυμίαμα μάνναν.
     Κλῦθι, θεά, θνητοῖς φαεσίμβροτον ἦμαρ ἄγουσα,
    Ἠὼς λαμπροφαής, ἐρυθαινομένη κατὰ κόσμον,
    ἀγγέλτειρα θεοῦ μεγάλου Τιτᾶνος ἀγαυοῦ,
    ἣ νυκτὸς ζοφερήν τε καὶ αἰολόχρωτα πορείην
    ἀντολίαις ταῖς σαῖς πέμπεις ὑπὸ νέρτερα γαίης·
    ἔργων ἡγήτειρα, βίου πρόπολε θνητοῖσιν·
    ἧι χαίρει θνητῶν μερόπων γένος· οὐδέ τίς ἐστιν,
    ὃς φεύγει τὴν σὴν ὄψιν καθυπέρτερον οὖσαν,
    ἡνίκα τὸν γλυκὺν ὕπνον ἀπὸ βλεφάρων ἀποσείσηις,
    πᾶς δὲ βροτὸς γήθει, πᾶν ἑρπετὸν ἄλλα τε φῦλα
    τετραπόδων πτηνῶν τε καὶ εἰναλίων πολυεθνῶν·
    πάντα γὰρ ἐργάσιμον βίοτον θνητοῖσι πορίζεις.
    ἀλλά, μάκαιρ', ἁγνή, μύσταις ἱερὸν φάος αὔξοις.

    Θέμιδος, θυμίαμα λίβανον.
     Οὐρανόπαιδ' ἁγνὴν καλέω Θέμιν εὐπατέρειαν,
    Γαίης τὸ βλάστημα, νέην καλυκώπιδα κούρην,
    ἣ πρώτη κατέδειξε βροτοῖς μαντήιον ἁγνὸν
    Δελφικῶι ἐν κευθμῶνι θεμιστεύουσα θεοῖσι
    Πυθίωι ἐν δαπέδωι, ὅθι Πύθων ἐμβασίλευεν·
    ἣ καὶ Φοῖβον ἄνακτα θεμιστοσύνας ἐδίδαξε·
    πάντιμ', ἀγλαόμορφε, σεβάσμιε, νυκτιπόλευτε·
    πρώτη γὰρ τελετὰς ἁγίας θνητοῖς ἀνέφηνας,
    βακχιακὰς ἀνὰ νύκτας ἐπευάζουσα ἄνακτα·
    ἐκ σέο γὰρ τιμαὶ μακάρων μυστήριά θ' ἁγνά.
    ἀλλά, μάκαιρ', ἔλθοις κεχαρημένη εὔφρονι βουλῆι
    εὐιέρους ἐπὶ μυστιπόλου τελετὰς σέο, κούρη.

    Βορέου, θυμίαμα λίβανον.
    Χειμερίοις αὔραισι δονῶν βαθὺν ἠέρα κόσμου,
    κρυμοπαγὴς Βορέα, χιονώδεος ἔλθ' ἀπὸ Θράικης
    λῦέ τε παννέφελον στάσιν ἠέρος ὑγροκελεύθου
    ῥιπίζων ἰκμάσιν νοτεραῖς ὀμβρηγενὲς ὕδωρ,
    αἴθρια πάντα τιθείς, θαλερόμματον αἰθέρα τεύχων
     ἀκτίνες ὣς λάμπουσιν  ἐπὶ χθονὸς ἠελίοιο.

    Ζεφύρου, θυμίαμα λίβανον.
      Αὖραι παντογενεῖς Ζεφυρίτιδες, ἠεροφοῖται,
    ἡδυπνοοι, ψιθυραί,  θανάτου ἀνάπαυσιν ἔχουσαι,
    εἰαριναί, λειμωνιάδες, πεποθημέναι ὅρμοις,
    σύρουσαι ναυσὶ τρυφερον ὅρμον, ἠέρα κοῦφον·
    ἔλθοιτ' εὐμενέουσαι, ἐπιπνείουσαι ἀμεμφεῖς,
    ἠέριαι, ἀφανεῖς, κουφόπτεροι, ἀερόμορφοι.

    Νότου, θυμίαμα λίβανον.
     Λαιψηρὸν πήδημα δι' ἠέρος ὑγροπόρευτον,
    ὠκείαις πτερύγεσσι δονούμενον ἔνθα καὶ ἔνθα,
    ἔλθοις σὺν νεφέλαις νοτίαις, ὄμβροιο γενάρχα·
    τοῦτο γὰρ ἐκ Διός ἐστι σέθεν γέρας ἠερόφοιτον,
    ὀμβροτόκους νεφέλας ἐξ ἠέρος εἰς χθόνα πέμπειν.
    τοιγάρ τοι λιτόμεσθα, μάκαρ, ἱεροῖσι χαρέντα
    πέμπειν καρποτρόφους ὄμβρους ἐπὶ μητέρα γαῖαν.
     
    Ὠκεανοῦ, θυμίαμα ἀρώματα.
     Ὠκεανὸν καλέω, πατέρ' ἄφθιτον, αἰὲν ἐόντα,
    ἀθανάτων τε θεῶν γένεσιν θνητῶν τ' ἀνθρώπων,
    ὃς περικυμαίνει γαίης περιτέρμονα κύκλον·
    ἐξ οὗπερ πάντες ποταμοὶ καὶ πᾶσα θάλασσα
    καὶ χθόνιοι γαίης πηγόρρυτοι ἰκμάδες ἁγναί.
    κλῦθι, μάκαρ, πολύολβε, θεῶν ἅγνισμα μέγιστον,
    τέρμα φίλον γαίης, ἀρχὴ πόλου, ὑγροκέλευθε,
    ἔλθοις εὐμενέων μύσταις κεχαρημένος αἰεί.
     
    Ἑστίας, θυμίαμα ἀρώματα.
     Ἑστία εὐδυνάτοιο Κρόνου θύγατερ βασίλεια,
    ἣ μέσον οἶκον ἔχεις πυρὸς ἀενάοιο, μεγίστου,
    τούσδε σὺ ἐν τελεταῖς ὁσίους μύστας ἀναδείξαις,
    θεῖσ' αἰειθαλέας, πολυόλβους, εὔφρονας, ἁγνούς·
    οἶκε θεῶν μακάρων, θνητῶν στήριγμα κραταιόν,
    ἀιδίη, πολύμορφε, ποθεινοτάτη, χλοόμορφε·
    μειδιόωσα, μάκαιρα, τάδ' ἱερὰ δέξο προθύμως,
    ὄλβον ἐπιπνείουσα καὶ ἠπιόχειρον ὑγείαν.
     
    Ὕπνου, θυμίαμα μετὰ μήκωνος.
    Ὕπνε, ἄναξ μακάρων πάντων θνητῶν τ' ἀνθρώπων
    καὶ πάντων ζώιων, ὁπόσα τρέφει εὐρεῖα χθών·
    πάντων γὰρ κρατέεις μοῦνος καὶ πᾶσι προσέρχηι
    σώματα δεσμεύων ἐν ἀχαλκεύτοισι πέδηισι,
    λυσιμέριμνε, κόπων ἡδεῖαν ἔχων ἀνάπαυσιν
    καὶ πάσης λύπης ἱερὸν παραμύθιον ἔρδων·
    καὶ θανάτου μελέτην ἐπάγεις ψυχὰς διασώζων·
    αὐτοκασίγνητος γὰρ ἔφυς Λήθης Θανάτου τε.
    ἀλλά, μάκαρ, λίτομαί σε κεκραμένον ἡδὺν ἱκάνειν
    σώζοντ' εὐμενέως μύστας θείοισιν ἐπ' ἔργοις.

    Ὀνείρου, θυμίαμα ἀρώματα.
     Κικλήσκω σε, μάκαρ, τανυσίπτερε, οὖλε Ὄνειρε,
    ἄγγελε μελλόντων, θνητοῖς χρησμωιδὲ μέγιστε·
    ἡσυχίαι γὰρ ὕπνου γλυκεροῦ σιγηλὸς ἐπελθών,
    προσφωνῶν ψυχαῖς θνητῶν νόον αὐτὸς ἐγείρεις,
    καὶ γνώμας μακάρων αὐτὸς καθ' ὕπνους ὑποπέμπεις,
    σιγῶν σιγώσαις ψυχαῖς μέλλοντα προφαίνων,
    οἷσιν ἐπ' εὐσεβίηισι θεῶν νόος ἐσθλὸς ὁδεύει,
    ὡς ἂν ἀεὶ τὸ καλὸν μέλλον, γνώμηισι προληφθέν,
    τερπωλαῖς ὑπάγηι βίον ἀνθρώπων προχαρέντων,
    τῶν δὲ κακῶν ἀνάπαυλαν, ὅπως θεὸς αὐτὸς ἐνίσπηι
    εὐχωλαῖς θυσίαις τε χόλον λύσαντες ἀνάκτων.
    εὐσεβέσιν γὰρ ἀεὶ τὸ τέλος γλυκερώτερόν ἐστι,
    τοῖς δὲ κακοῖς οὐδὲν φαίνει μέλλουσαν ἀνάγκην
    ὄψις ὀνειρήεσσα, κακῶν ἐξάγγελος ἔργων,
    ὄφρα μὴ εὕρωνται λύσιν ἄλγεος ἐρχομένοιο.
    ἀλλά, μάκαρ, λίτομαί σε θεῶν μηνύματα φράζειν,
    ὡς ἂν ἀεὶ γνώμαις ὀρθαῖς κατὰ πάντα πελάζηις
    μηδὲν ἐπ' ἀλλοκότοισι κακῶν σημεῖα προφαίνων.

    Θανάτου, θυμίαμα μάνναν.
     Κλῦθί μευ, ὃς πάντων θνητῶν οἴηκα κρατύνεις
    πᾶσι διδοὺς  χρόνον ἁγνόν , ὅσων  πόρρωθ' ὑπάρχεις·
    σὸς γὰρ ὕπνος ψυχῆς θραύει καὶ σώματος ὁλκόν,
    ἡνίκ' ἂν ἐκλύηις φύσεως κεκρατημένα δεσμὰ
    τὸν μακρὸν ζώιοισι φέρων αἰώνιον ὕπνον,
    κοινὸς μὲν πάντων, ἄδικος δ' ἐνίοισιν ὑπάρχων,
    ἐν ταχυτῆτι βίου παύων νεοήλικας ἀκμάς·
    ἐν σοὶ γὰρ μούνωι πάντων τὸ κριθὲν τελεοῦται·
    οὔτε γὰρ εὐχαῖσιν πείθηι μόνος οὔτε λιταῖσιν.
    ἀλλά, μάκαρ, μακροῖσι χρόνοις ζωῆς σε πελάζειν
    αἰτοῦμαι, θυσίαισι καὶ εὐχωλαῖς λιτανεύων,
    ὡς ἂν ἔοι γέρας ἐσθλὸν ἐν ἀνθρώποισι τὸ γῆρας.

  • Ύμνος εις ωρολόγιον

    εἰς ὡρολόγιον
    Τίς ὁ λάινον ἄντρον Ἄρει ξέσας,
    τίς ὁ κέντρον ἐπίσκοπον ἁρμόσας
    συνοδοιπόρον εὗρε τὸν ἁλίου,

  • Φάνης

    Ο Χρόνος ποτέ δεν γερνά. Μετά από αυτόν έρχεται το Χάος και ο Αιθήρ

    Ο Χρόνος έφτιαξε μέσα στον Αιθέρα ένα ασημένιο αυγό. Από το αυγό αυτό βγήκε πρώτος ο Θεός Φάνης, ο μορφοποιητής του κόσμου. Ο Αριστοφάνης τον αποκαλεί Έρωτα, ενώ αλλού τον αποκαλούν Ηρικεπαίο.

    Κατά τις Ορφικές αντιλήψεις, ο Φάνης γεννήθηκε από το κοσμικό Ωόν. Είναι ο πρώτος Θεός και δημιουργός. Είναι ο πρώτος που βασίλευσε στο σύμπαν και στον κόσμο. Ο Πρόκλος, που είναι μία από τις κυριότερες πηγές των ορφικών θεωρήσεων, λέει ότι κατά τη βασιλεία του Φάνητος ή Ηρικεπαίου, ζούσε το Χρυσό Γένος. Επίσης πάλι κατά τον Πρόκλο, ο Φάνης κατασκεύασε το σκήπτρο και πρώτος βασίλευσε ο Ηρικεπαίος ή Ηρικαπαίος.
    Ο Ηρικεπαίος, κατά την Ορφική κοσμογονία υπήρξε αυτός που μετείχε σε αμφότερα τα φύλα, χαρακτηριζόμενος ως κυρίαρχος του κόσμου, ζωοδότης, πρωτόγονος. Κατά την ανωτέρω Κοσμογονία, δημιουργήθηκε κατ’ αρχάς ο Χρόνος, εξ αυτού η δυάς Αιθήρ και Χάος, τα οποία μετά του κοσμογονικού Ωού, παρήγαγαν την πρώτη τριάδα. Εκ της γονιμοποιήσεως του Ωού προήλθε ο Έρος, ο Φάνης, δηλαδή ο Θεός του Φωτός και ο Μήτις, ήτοι ο Θεός της σκέψης, της φρόνησης, αποτελέσαντες τοιουτοτρόπως την Δευτέρα τριάδα. Μετά της τριάδος ταυτής συνένωναν οι Ορφικοι τον Ηρικαπαίον, ο οποίος συνδύαζε κατ’ αυτούς την ζωή, το φως και την φρόνηση. Στο Θεό αυτόν υπάρχει αφιερωμένος ένας Ορφικός Ύμνος, «Πρωτογόνου», που εκεί καθαρά οι Ορφικοί τον ταυτίζουν με τον Φάνητα.
    Απόσπασμα του Πρόκλου από τα σχόλιά του για τον Κρατύλο του Πλάτωνα.

    Απόσπασμα του Πρόκλου

     ΠΡΟΚΛΟΥ ΔΙΑΔΟΧΟΥ ΕΙΣ ΤΟΝ ΤΙΜΑΙΟΝ ΠΛΑΤΩΝΟΣ Λοιπὸν δὲ περὶ αὐτῶν τῶν θεῶν τούτων, ὧν ἐμνημό νευσεν ὁ Πλάτων, ὁποίας ἔχειν ἐννοίας προσήκει ῥητέον, διότι καὶ τῶν παλαιῶν οἳ μὲν εἰς μύθους τὸν περὶ αὐτῶν λόγον ἀνήνεγκαν, οἳ δὲ εἰς πάτρια πόλεων, οἳ δὲ εἰς φυλακικὰς δυνάμεις, οἳ δὲ εἰς ἠθικὰς ἀποδόσεις, οἳ δὲ εἰς ψυχάς. οὓς καὶ ὁ θεῖος Ἰάμβλιχοσ αὐτάρκως διήλεγξεν ὡς τῆς τε τοῦ Πλάτωνος διανοίας ἁμαρτόντας καὶ τῆς τῶν πραγμάτων ἀληθείας. ῥητέον δ' οὖν τοῦτον τὸν τρόπον, ὅτι Πυθαγόρειος ὢν ὁ Τίμαιος ἕπεται ταῖς τῶν Πυθαγορείων ἀρχαῖς. αὗται δέ εἰσιν αἱ Ὀρφικαὶ παραδόσεις· ἃ γὰρ Ὀρφεὺς δι' ἀπορρήτων λόγων μυστικῶς παραδέδωκε, ταῦτα Πυθαγόρασ ἐξέμαθεν ὀργιασθεὶς ἐν Λεβήθροις τοῖς Θρᾳκίοις Ἀγλαοφάμω τελεστᾶ μεταδόντοσ ἣν περὶ θεῶν Ὀρφεὺσ σοφίαν παρὰ Καλλιόπης τῆς μητρὸς ἐπινύσθη· ταῦτα γὰρ αὐτός φησιν ὁ Πυθαγόρας ἐν τῷ Ἱερῷ λόγῳ. τίνες οὖν αἱ Ὀρφικαὶ παραδόσεισ, ἐπειδήπερ εἰς ταύτας ἀναφέρειν οἰόμεθα χρῆναι τὴν τοῦ Τιμαίου περὶ θεῶν διδασκαλίαν; θεῶν βασιλέας παραδέδωκεν Ὀρφεὺς κατὰ τὸν τέλειον ἀριθμὸν τῶν ὅλων προεστηκότας Φάνητα Νύκτα Οὐρανὸν Κρόνον Δία Διόνυσον· πρῶτος γὰρ ὁ Φάνης κατασκευάζει τὸ σκῆπτρον· καὶ πρῶτος βασίλευσε περικλυτὸς Ἠρικεπαῖοσ· δευτέρα δὲ ἡ Νύξ, δεξαμένη παρὰ τοῦ πατρός, τρίτος δὲ ὁ Οὐρανὸς παρὰ τῆς Νυκτός, καὶ τέταρτος ὁ Κρόνος, βιασάμενος, ὥς φασι, τὸν πατέρα, καὶ πέμπτος ὁ Ζεύς, κρατήσας τοῦ πατρός, καὶ μετὰ τοῦτον ἕκτος ὁ Διόνυσος.
    οὗτοι δὴ πάντες οἱ βασιλεῖς ἄνωθεν ἀπὸ τῶν νοητῶν καὶ νοερῶν ἀρξάμενοι θεῶν χωροῦσι διὰ τῶν μέσων τάξεων καὶ ἐς τὸν κόσμον, ἵνα καὶ τὰ τῇδε κοσμήσωσι· Φάνης γὰρ οὐ μόνον ἐστὶν ἐν τοῖς νοητοῖς, ἀλλὰ καὶ ἐν τοῖς νοεροῖς, ἐν τῇ δημιουργικῇ τάξει καὶ ἐν τοῖς ὑπερκοσμίοις καὶ τοῖς ἐγκοσμίοις, καὶ Νὺξ καὶ Οὐρανὸς ὁμοίως· αἱ γὰρ ἰδιότητες αὐτῶν διὰ πάντων χωροῦσι τῶν μέσων. αὐτὸς δὲ ὁ μέγιστος Κρόνος οὐχὶ καὶ πρὸ τοῦ Διὸς τέτακται καὶ μετὰ τὴν Δίιον βασιλείαν, μετὰ τῶν ἄλλων Τιτάνων τὴν Διονυσιακὴν μερίζων δημιουργίαν, καὶ ἄλλος μὲν ἐν τῷ οὐρανῷ, ἄλλος δὲ ἐν τοῖς ὑπὸ σελήνην, καὶ ἐν μὲν τῇ ἀπλανεῖ ἄλλος, ἐν δὲ ταῖς πλανωμέναις ἄλλος, καὶ Ζεὺς ὁμοίως καὶ Διόνυσος; ταῦτα μὲν οὖν καὶ διαρρήδην εἴρηται τοῖς παλαιοῖσ. εἰ δὲ ταῦτα ὀρθῶς φαμεν, πάντα πανταχοῦ ἀνὰ λόγον ἐστί, καὶ ὁ βουλόμενος τὰς ἐν οὐρανῷ τῶν θεῶν προόδους ἢ τὰς ὑπὸ σελήνην θεωρῆσαι πρὸς τὰς πρώτας ἀποβλέψει καὶ ἀρχηγικὰς αἰτίας τῶν βασιλειῶν· ἐκεῖθεν γὰρ πάσαις καὶ κατ' ἐκείνας ἡ γένεσις, διὸ δὴ καὶ ἡμῖν πρὸς ἐκείνας ἀποβλεπτέον.
    ἔνιοι μὲν οὖν φασιν, ὅτι τοὺς μὲν ἀνὰ λόγον τοῖς δύο βασιλεῦσιν ἐν οὐρανῷ καταλέλοιπε ζητεῖν, Φάνητι λέγω καὶ Νυκτί· δεῖ γὰρ )αὐ*τοὺς ἐν ὑπερτέρᾳ τάξει ποιεῖν καὶ ἐν τοῖς ἐγκοσμίοις, διότι δὴ καὶ πρὸ τοῦ κόσμου τῶν νοερῶν ἡγοῦνται θεῶν, ἐν τῷ ἀδύτῳ διαιωνίως ἱδρυμένοι, καθά φησιν Ὀρφεύσ, αὐτοῦ τοῦ Φάνητος, τὴν κρύφιον αὐτῶν τάξιν καὶ ἀνέκφαντον ἐκεῖνος ἄδυτον ἀποκαλῶν. εἴτε οὖν τὴν ταὐτοῦ περιφορὰν καὶ τὴν θατέρου τάττειν ἐθέλοι τισ εἰς τὴν τούτων ἀναλογίαν ὡς ἄρρεν καὶ θῆλυ καὶ πατρικὸν καὶ γεννητικόν, οὐκ ἂν ἁμαρτάνοι τῆς ἀληθείας, εἴτε ἥλιον καὶ σελήνην ὡς ἐν τοῖς πλανωμένοις ἀντιθέτους, ὁ μὲν ἥλιος τὴν ὁμοιότητα [τὴν] πρὸς τὸν Φάνητα δια[σώσει, ἡ δὲ] σελήνη τὴν πρὸς τὴν Νύκτα. [εἰ δὲ τοῦτο] ἀληθές,
    ὡς ἐμοὶ δοκεῖ, [τὸν ἕν]α τῶν ὅλων δημιουργὸν [ἀνὰ λόγ]ον ἱδρύσας τῷ πατρὶ [τῷ] Φάνητι νοερὸν... καὶ αὐτόν καὶ γὰρ... ταύτης ἐστὶ τῶν κόσμων... ποιεῖν ὁ θεολόγοσ, ὥσπερ οὗτος τοῦ τε Οὐρανοῦ καὶ τῆς Γῆσ· τὸν δὲ κρατῆρα τὸν ζῳογόνον τῇ Νυκτὶ τῇ πᾶσαν ἐκ τῶν ἀφανῶν παραγούσῃ ζωὴν μετὰ τοῦ Φάνητος, ὡς καὶ ὁ κρατὴρ πᾶσαν λοχεύει τοῖς ἐν τῷ κόσμῳ ψυχήν· βέλτιον γὰρ ἄμφω πρὸ τοῦ κόσμου νοεῖν καὶ τὸν μὲν δημιουργὸν αὐτὸν ἀνὰ λόγον τῷ Φάνητι τάττειν, ἐπειδὴ καὶ πρὸς αὐτὸν ἀφομοιοῦσθαι λέγεται κατὰ τὴν ποίησιν τῶν ὅλων, τὴν δὲ συνεζευγμένην αὐτῷ καὶ γεννητικὴν τῶν ὅλων δύναμιν τῇ Νυκτὶ ἀφανῶς τὰ πάντα ἐκ τοῦ πατρὸς προαγούσῃ, μετὰ δὲ τούτους τὰς λοιπὰς παραδιδόναι βασιλείας διακεκοσμημένας ἀνὰ λόγον ταῖς νοεραῖς. καὶ εἰ καὶ αὐτὸ τοῦτο ζητοίημεν, διὰ τί μὴ καὶ τὰς δύο διαρρήδην βασιλείας ἔλαβεν ἀνὰ λόγον, προσεχέστερόν ἐστι λέγειν, ὅτι καὶ ἐκείνους μὲν ἡ Ὀρφέως εἶχε παράδοσις δι' οὗ τὴν Οὐρανοῦ πρώτην καὶ Γῆς ἐξυμνεῖ βασιλείαν, συνηθεστέρα τοῖς Ἕλλησιν οὖσα, καθάπερ καὶ αὐτὸς ἐν τῷ Κρατύλῳ λέγει, τῆς Ἡσιόδου μεμνημένος διαφερόντως Θεογονίασ καὶ μέχρι ταύτης ἀνατρέχων κατὰ τὸν Ἡσίοδον.

    ΕΚ ΤΩΝ ΤΟΥ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ ΠΡΟΚΛΟΥ ΣΧΟΛΙΩΝ ΕΙΣ ΤΟΝ ΚΡΑΤΥΛΟΝ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΕΚΛΟΓΑΙ ΧΡΗΣΙΜΟΙ

    Ὅτι πᾶς νοῦς ἢ ἕστηκε, καὶ ἔστιν νοητὸς τότε ὡς κρείττων κινήσεως, ἢ κινεῖται, καὶ ἔστιν νοερὸς τότε, ἢ ἀμφότερα, καὶ ἔστιν τότε νοητὸς ἅμα καὶ νοερός. καὶ ἔστιν ὁ μὲν πρῶτος Φάνης, ὁ δὲ δεύτερος, ὁ καὶ κινούμενος καὶ ἑστηκώς, Οὐρανός, ὁ δὲ μόνον κινούμενος Κρόνος.
    Ὅτι τὸν Κρόνον διὰ τὸ ἀμέριστον αὐτοῦ καὶ ἑνιαῖον καὶ πατρικὸν καὶ ἀγαθουργὸν ἐν τοῖς νοεροῖς εἰς ταὐτόν τινεσ ἄγουσι τῇ μιᾷ τῶν πάντων αἰτίᾳ, οὐ καλῶς λέγοντες· ἀναλογεῖ γὰρ αὐτῇ μόνον, ὡς καὶ Ὀρφεὺσ  τὴν πρώτην πάντων αἰτίαν Χρόνον καλεῖ ὁμωνύμως σχεδὸν τῷ Κρόνῳ, αἱ δὲ θεοπαράδοτοι φῆμαι τὴν θεότητα ταύτην τῷ ἅπαξ χαρακτηρίζουσιν λέγουσαι ἅπαξ ἐπέκεινα· τὸ γὰρ ἅπαξ τῷ ἑνὶ συγγενές.
    Ὅτι ὁ τοῦ Κρόνου πατὴρ Οὐρανὸς νοῦς ἐστι νοῶν μὲν καὶ ἑαυτόν, ἡνωμένος δὲ τοῖς πρωτίστοις νοητοῖς καὶ ἱδρυμένος σταθερῶς ἐν ἐκείνοις καὶ συνεκτικὸς τῶν νοερῶν πάντων διακόσμων τῷ μένειν ἐν τῇ ἑνώσει τῇ νοητῇ. καὶ ἔστιν συνεκτικὸς οὗτος ὁ θεός, ὥσπερ ὁ Κρόνος διακριτικός, καὶ διὰ τοῦτο πατήρ· προηγεῖται γὰρ τὰ συνοχικὰ αἴτια τῶν διακριτικῶν καὶ τῶν νοερῶν μόνον τὰ νοητὰ ἅμα καὶ νοερά.
    ὅθεν δὴ καὶ ὁ Οὐρανός, συνοχεὺς ὢν τῶν ὅλων κατὰ μίαν ἕνωσιν, ὑφίστησι τὴν Τιτανικὴν σειρὰν καὶ πρὸ ταύτης ἄλλας διακοσμήσεις θεῶν, τὰς μὲν ἐν ἑαυτῷ μενούσας μόνον, ἃς δὴ καὶ κατέχει παρ' ἑαυτῷ, τὰς δὲ μενούσας καὶ προϊούσας, ἃς δὴ μετὰ τὴν ἔκφανσιν ἀποκρύπτειν λέγεται, καὶ μετὰ ταύτας ἁπάσας τὰς ἐπὶ πᾶν προϊούσας καὶ διακρινομένας ἀπὸ τοῦ πατρός· καὶ γὰρ μονάδας παράγει δισσὰς καὶ τριάδας ἰσαρίθμους ταῖς μονάσι καὶ ἑβδομάδας· ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἐν ἄλλοισ ἐπὶ πλέον ἐξήτασται.

Αναζήτηση

Το πιο ισχυρό μου ατού!

  • Σχετικά με τα αραβικά φυλαχτά Φάιζα Κωδωνά - Δεκέμβριος 28, 2014

    Το θέμα των τάλισμαν και των περιάπτων και εν γένει των φυλαχτών, εμφανίζεται απέραντο στον απλό άνθρωπο, είτε γιατί έχει πολυάριθμες παραλλαγές, είτε γιατί τα στοιχεία είναι ποικίλα, είτε γιατί ο ίδιος ο άνθρωπος έχει ελάχιστη γνώση για αυτά.

    Περισσότερα...

nooriyavenusLogo blogger blogger facebookgoogle sitesgoogle+pinterest